Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

Γέροντα Καλλίνικο στα Κατουνάκια

 

Στο Αγιον Όρος, από το δέκατο τρίτο καί δέκατο τέταρτο αιώνα, καλλιεργήθηκε καί αναπτύχθηκε ή νηπτική προσευχή, σ’ όλη την περιοχή, Ιδιαίτερα δε ξεκίνησε από τη Σκήτη της Γλωσσίας, εκεί πού σήμερα είναι ή περιφέρεια της Προβάτας, στη Βίγλα, στα Καυσοκαλύβια, στα Κατουνάκια, στη Μικρή και μεγάλη Αγιάννα, στη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου και σε διαφορά άλλα μέρη.
Στη Σκήτη της Γλωσσίας και στη Βίγλα, τη νηπτική ή νοερά προσευχή, δίδαξαν ό άγιος Γρηγόριος ό Σιναΐτης, οι αδελφοί Ξανθόπουλοι Ιγνάτιος και Κάλλιστος και πολλοί άλλοι πατέρες αγιορείτες, οι εκείνων μαθητές και διάδοχοι.
Στη Βίγλα ό Γέρων Κορνήλιος, ό όποιος έγραψε και μέθοδο νηπτικής θεωρίας και πρακτικής εξασκήσεως, για τη νοερά και καρδιακή προσευχή.
Στα Κατουνάκια, πολλοί ήσαν πού είχαν το χάρισμα αυτής της προσευχής, αλλά μέχρι των ήμερων μας, έφτασε ή φήμη της μεγάλης αρετής και πνευματικής διακρίσεως δύο από τους πλέον σπουδαίους εργάτες του είδους αυτού:
Α’ Τον προαναφερθέντα θεωρητικό και σοφό Γέροντα των Δανιηλαίων Δανιήλ, και
Β’ Τον ησυχαστικώτατο Γέροντα Καλλίνικο, ό όποιος επί 55 και πλέον χρόνια αγωνίστηκε, στην ερημική Καλύβη του «Αγίου Γερασίμου του Νέου», στα λεγόμενα κάτω Κατουνάκια.
Ό Γέρων Καλλίνικος, καθώς μας διηγήθηκαν οι Γεροντάδες μας και οι εκείνου διάδοχοι: Ό ευλαβέστατος Γέρων Χριστόδουλος και ό υποτακτικός του πάτερ Καλλίνικος ό νέος, πού βρίσκονται ακόμη αγωνιζόμενοι στην ησυχαστική Καλύβα του «Αγίου Γερασίμου» και οι όποιοι έζησαν από πολύ κοντά τον άγιο αυτόν ησυχαστή και νηπτικό πατέρα. Αυτός, μας είπαν, ήταν μια μεγάλη ασκητική μορφή, πού αφοσιώθηκε κυριολεκτικά στη νηπτική προσευχή και έγινε για πολλά χρόνια έγκλειστος.

Μεγάλοι Διδάσκαλοι της Ερήμου Η μικρή σκήτη της Αγίας Άννας

 

Εκεί στη Σκήτη της Μικρής Αγίας Αννης, περί τα τέλη του 15ου αιώνα, ζήσανε δυο μεγάλοι φωστήρες και πνευματικοί Πατέρες, Ο άγιος Διονύσιος «ό Ρήτωρ» και ό υποτακτικός του άγιος Μητροφάνης ο πνευματικός.
α) Ό άγιος Διονύσιος ήταν ιερομόναχος, ρήτωρ, διδάσκαλος και πνευματικός από την ιερά Μονή του Στουδίου προερχόμενος, δεν έχομε πολλά στοιχεία για την καταγωγή του, ούτε γνωρίζομε πότε ήρθε στο Αγιον Όρος, μόνο ξέραμε πώς ήταν νηπτικός Πατήρ, πλήρης χάριτος Θεού, ποδηγέτης του ασκητισμού, διότι είναι σχεδόν οι πρώτοι με τον υποτακτικό του πού κατοίκησαν στην περιοχή αυτή της Μικρής Άγιάννας και ότι έκοιμήθη το έτος 1606, που όμως έκοιμήθη, μας είναι άγνωστο.
β) Ό άγιος Μητροφάνης ήταν, όπως είπαμε, ενάρετος απλός και σοφός πνευματικός και επειδή στα ζοφερά χρόνια της Τουρκοκρατίας, οί χριστιανοί σ’ όλη την Ελλάδα υπέφεραν πολλά δεινά, από την περιφέρεια της Χαλκιδικής, κατά καιρούς οί προύχοντες, ζητούσαν από τον «Πρώτο» του Αγίου Όρους να τους στείλουν ένα δυνατό, ενάρετο και διακριτικό πνευματικό έξομολόγο, για να βοηθήσει τους δοκιμαζόμενους χριστιανούς.
Ό «Πρώτος» του Αγίου Όρους, πιεζόμενος συχνά από όλα σχεδόν τα χωριά της Χαλκιδικής, και μη γνωρίζων τι να κάμει, ζήτησε τη γνώμη και συμβουλή για την προκειμένη περίπτωση του αγίου Διονυσίου του Ρήτορας, ό όποιος ασκήτευε στο σπήλαιο του, στην έρημο του Άθωνα και του οποίου ή ασκητική μορφή και φήμη αγίου ήταν διάχυτη σ’ όλο το Αγιον Όρος.
Ό άγιος Διονύσιος, επειδή γνώριζε την πνευματική δύναμη, κατάρτιση και διακριτικότητα του μαθητού και συνασκητού του, αγίου Μητροφάνη, υπέδειξε στον «Πρώτο» του Όρους, σαν πιο κατάλληλο, για τη διακονία αυτή, να στείλει τον άγιο Μητροφάνη, ό όποιος με προθυμία δέχτηκε και με τη χάρη και θεία δύναμη πού ήταν προικισμένος, από τον Πανάγαθο Θεό, πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες και βοήθησε πολύ τους χριστιανούς σ’ ολόκληρη τη Χαλκιδική.
Κέντρο της παραμονής του, είχε τον Ισβορο, πού σήμερα λέγεται Στρατώνι, και το ονομάζει ο άγιος Μητροφάνης «Χωράν μεγάλην».
Κατά το διάστημα της ιεράς αυτής αποστολής και ευαγγελικής περιοδείας του, «ενήργησε ό Θεός» πολλά σημεία και θαύματα.
Ένα άπ’ αυτά είναι και ή φοβερή οπτασία, ενός ευλαβούς χωρικού Εκεί Δημητρίου, την οποία ό ίδιος έγραψε στην καθαρεύουσα, κατόπιν εντολής και προτροπής, του Γέροντος του αγίου Διονυσίου. Εδώ όμως, για να γίνει περισσότερο καταληπτή, αποδίδεται σε ελεύθερο νόημα, περιληπτικά στην καθομιλούμενη γλώσσα:

Ανακάλυψη Αγνώστου Λειψάνου Στη Περιοχή Της Μικρής Αγίας Άννας

 

Κατά καιρούς πολλοί Πατέρες καί αδελφοί χριστιανοί, σε διάφορα μέρη του Αγίου Όρους έχουν δει θαυμαστά καί υπερφυσικά πράγματα. Πριν από τριάντα πέντε χρόνια, κοιμήθηκε καί προς τις αιώνιες Μονές του Κυρίου αναπαύθηκε, ό Γέρο – Κυπριανός, από τη Μικρή Άγιάννα, στο σημερινό ησυχαστήριο των χρυσοχόων Θωμάδων, ό όποιος μας διηγήθηκε το ακόλουθο περιστατικό :
«Θα έχουν περάσει πολλά χρόνια, δε θυμάμαι καλά πότε, κίνησε ένας ευλαβής χριστιανός από την Κρήτη ναρθει στο Αγιον Όρος, για να προσκυνήσει τον ιερό αυτόν τόπο με τους Αγίους του, καί να δει τον πρώτο του ξάδερφο, το Γέροντα Ευθύμιο, που έμενε στη τελευταία ησυχαστική Καλύβα πού είναι χωρίς εκκλησία στο κατώτερο μέρος της Μικρής Άγιάννας.
Ό χριστιανός αυτός, στη Δάφνη πού είναι το κεντρικό λιμάνι του Αγίου Όρους, είχε έρθει από την Κρήτη με πλοίο, πού περνούσε τότε μια φορά την βδομάδα, κι από κει με μια μικρή βάρκα έφτασε το απογευματάκι, ό καλός αυτός χριστιανός, στο μικρό φυσικό ορμίσκο της Άγιάννας. Δε γνώριζε πώς να πάει στη μικρή Άγιάννα, πού ασκήτευε Όρος συγγενής του Γέρο – Ευθύμιος.
Ρώτησε ένα Μοναχό, ό όποιος πρόθυμα του έδειξε το δρόμο, φυσικά το μέρος εκεί όλο κατσάβραχα με πολλά κατσικοδρομάκια. Ό άνθρωπος πήρε ένα από τα δρομάκια αυτά, πού τον έβγαλε στη τοποθεσία πού τη λένε «Πείνα», εκεί όμως συναντά κανείς βράχια πού τον οδηγούν σ’ αδιέξοδο.
Πήρε τον ανήφορο χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Ή ώρα περνούσε, ό ήλιος έγερνε προς τη δύση, τελικά με πολύ κόπο και κίνδυνο να γκρεμιστεί, αφού περιπλανήθηκε πολλή ώρα γύρω στα βράχια, έφτασε στο ησυχαστήριο των Αρχαγγέλων, εκεί πού, ό Κρητικός Αγάπιος Λάνδος, έγραψε το βιβλίο «Αμαρτωλών Σωτηρία» και πού ανήκει στην περιφέρεια της Μικρής Άγιάννας. Εκεί από τον Γέροντα Γρηγόριο οδηγήθηκε και πήγε στον ξάδελφο του Γέρο – Ευθύμιο.
Ό Γέρο – Ευθύμιος, γέροντας του Γέρο – Χριστόδουλου του επίσης Κρητικού, περιποιήθηκε όσο μπορούσε τον ξάδελφο του και τον έβαλε να ξεκουραστεί. Καθώς ξάπλωσε να συνέλθει από τον πολύ κόπο, άρχισε να διηγείται στον Γέρο – Ευθύμιο την περιπέτεια του πού είχε στα βράχια και κει πού του ‘λεγε αυτά, ρώτησε το Γέρο – Ευθύμιο:
— Δε μου λες ξάδερφε, αυτόν τον πεθαμένο πού είδα πέρα κει δα στα βράχια, μέσα σε μια σπηλιά, πότε θα τον θάψετε; Θέλω κι εγώ να ιδώ πώς θάβετε τους πεθαμένους μοναχούς.
Ό Γέρο – Ευθύμιος σαν άκουσε για σπηλιά και πεθαμένο, την άλλη μέρα πρωί – πρωί, πήρε τον ξάδελφο του και πήγε στο Γέρο Κυπριανό το χρυσοχόο πού γνώριζε τα μέρη εκείνα σπιθαμή προς σπιθαμή, γιατί ό Γέρο Κυπριανός ασκήτευε εκεί από μικρό παιδάκι και συχνά στα μέρη εκείνα μάζευε όπως και άλλοι Πατέρες και ασκητές σαλιγκάρια. Όταν του είπαν αυτά τα πράγματα, ό Γέρο-Κυπριανός έμεινε κατάπληκτος, σαν άκουσε για σπηλιά, έπεσε σε μεγάλη συλλογή, πολλές σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του, μήπως από την πείνα κι από την κούραση, ό Κρητικός, φαντάστηκε τα πράγματα αυτά και παρεκάλεσαν τον Κρητικό προσκυνητή να τους ειπεί, τι ακριβώς είδε. Πώς και που είδε τον πεθαμένο;

Ο Γέρο – Φιλάρετος στα Καρούλια

 

Συμπληρωματικά για τον πνευματικό αγωνιστή και ερημίτη, στα ησυχαστικά Καλύβια των Καρουλίων, Γέρο – Φιλάρετο, αναφέρουμε ένα θαύμα που ενήργησε η Θεία Πρόνοια, για να βγάλει τον εργάτη αυτόν της αρετής, από κάθε σκέψη και φροντίδα, για τα υλικά πράγματα, τα οποία πάντοτε είναι εμπόδιο στην πρόοδο και την είσοδο μας στην πνευματική ζωή και κυρίως είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο να αποκτήσει κανείς την δωρεά του θεού, που είναι η συνεχής και αδιάλειπτη νοερά προσευχή.
Για να ελευθερώσει λοιπόν ο Πανάγαθος θεός την καρδιά του Γερο – Φιλάρετου από περιττή φροντίδα και να γίνει σ’ εμάς ένα μάθημα σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει να έχουμε πίστη και ελπίδα στο Θεό και αγάπη και σεβασμό στους συνανθρώπους μας, συνέβη το ακόλουθο γεγονός:
Κατά το έτος 1935 ο Γέρο Φιλάρετος είχε απόλυτη ανάγκη για διακόσιες δραχμές. Τούτο είχε απασχολήσει πολύ την σκέψη και την καρδιά του Γέροντος, τον οποίον είδε μια μέρα, ο υμνογράφος Πάτερ Γεράσιμος Μακραγιαννανίτης, να περνάει από το Καλύβι του «Τίμιος Πρόδρομος» και να είναι πολύ στενοχωρημένος. Στην ερώτησή του: «Τί έχεις Γέρο – Φιλάρετε, τί σου συμβαίνει Αββά και είσαι τόσο στενοχωρημένος;».

Ο χημικός Γεράσιμος Μενάγιας

 

Όταν με το Γέροντα μου είμαστε στα Κελλιά της Κερασιάς, ως το 1942, γνωριστήκαμε με τον μακαρίτη Γέροντα Γεράσιμο Μοναχό τον Μενάγια, Κεφαλληνία την καταγωγή, ό όποιος μας διηγήθηκε το αξιοπερίεργο καί σπουδαίο γεγονός.
Όταν οι γονείς του, πλούσιοι καί ευκατάστατοι Κεφαλλήνες, τον στείλανε να σπουδάσει στη Γερμανία χημικός, από νέος ήταν πολύ ευλαβής καί διακρίνονταν για την ευσέβεια του, αλλά δεν έπαυε κι αυτός να έχει τις διάφορες νεανικές επιθυμίες και αδυναμίες της εποχής του.
Σαν φοιτητής, στο δωμάτιο πού έμενε, κάθε βράδυ έκανε την προσευχή του, διάβαζε Απόδειπνο, πως είχε διδαχθεί από τους ευσεβείς γονείς του. Μετά άρχιζε τη μελέτη των διαφόρων μαθημάτων της επιστήμης του.
Με την πάροδο του χρόνου, καταλάβαινε, πριν να ανάψουν τα ηλεκτρικά φώτα, να φωτίζεται το δωμάτιο του με ένα παράξενο φως. Στην αρχή λίγο καί με τον καιρό γίνονταν τόσο πολύ, πού δε χρειάζονταν να ανάψει άλλο φως.
Στην αρχή δεν έδωσε σημασία στο φαινόμενο αυτό, αλλά, όπως ό ίδιος μας έλεγε, άρχισε να πιστεύει, πώς αυτός διαφέρει από τους άλλους νέους της εποχής του, τόσο πού λίγο, λίγο αραίωνε τις συναναστροφές τους και έτσι σίγα – σιγά, απομακρύνθηκε από κάθε φίλο και γνωστό.
Σημείωσε μεγάλη πρόοδο στην επιστήμη του, αρίστευε σε όλα τα μαθήματα και έγινε ένας από τους καλύτερους χημικούς της εποχής του. Άμα πήρε το πτυχίο του, προσλήφθηκε αμέσως σα χημικός και διορίστηκε διευθυντής στα εργοστάσια του Μπενάκη, στο Κάιρο της Αιγύπτου.
Το περίεργο εκείνο φως τον ακολούθησε και στο Κάϊρο. Εκεί τον κυρίευσε ή ιδέα του εγωισμού και της υπερηφάνειας κι πίστευε ότι αυτός είναι και κανένας άλλος ανώτερος του δεν υπάρχει. Έγινα, μας είπε, δύστροπος, τόσο πού δε δεχόμουν από κανένα κουβέντα και άρχισα να συναναστρέφομαι τους Πνευματιστές. Τελικά δαιμονίστηκε και υπέφερε πολύ από το δαιμόνιο πού τον τυραννούσε.
Από το εργοστάσιο δεν τον άφηναν να παραιτηθεί, γιατί ήταν αγαπητός και απαραίτητος. Ό πνευματικός του όμως, του σύστησε ότι πρέπει να φύγει αμέσως και να πάει στο Αγιον Όρος.
Πήγε στη Μονή του Αγίου Παύλου, πού είχε συμπολίτες, οι όποιοι τον δέχθηκαν με χαρά και προθυμοποιήθηκαν να τον βοηθήσουν. Αφού προχώρησε πολύ ή ασθένεια του, τον έστειλαν, με ένα αδελφό της Μονής, στο Γέροντα Καλλίνικο στα Κατουνάκια, ό όποιος όπως είπαμε είχε φήμη, πώς έχει το χάρισμα από το θεό να βγάζει δαιμόνια και γενικά φημίζονταν για τις αρετές του.
Ό Γέρο – Καλλίνικος, πρακτικός Μοναχός, ταπεινός, απλούς, στο ήθος άπλαστος και στους τρόπους άκακος, στην αρχή απέφευγε να τον δεχθεί, προφασιζόμενος και λέγοντας πώς είναι πολύ αμαρτωλός και ανάξιος για ένα τέτοιο επιχείρημα, αλλά για την υπακοή, στους Πατέρες της Μονής του Αγίου Παύλου, τον δέχθηκε και τον έβαλε σε ένα δωμάτιο επί έξι μήνες να ακολουθεί τη σειρά, τις προσευχές και ιερές Ακολουθίες, στα κομβοσχοίνια και τις μετάνοιες, με τους άλλους πατέρες της συνοδείας του, από τους αδελφούς της οποίας, βρίσκεται ακόμη εν τη ζωή ό Γέρων Χριστόδουλος ηλικίας περίπου 80 ετών.

Ένας από τους καλύτερους καλλιτέχνες και αγιογράφους του Αγίου Όρους,

 

Ένας από τους καλύτερους καλλιτέχνες και αγιογράφους του Αγίου Όρους, τόσο που όμοιος του, στην καλλιτεχνική εμφάνιση της αγιογραφίας, δεν φάνηκε μετά από τον Εμμανουήλ Πανσέληνο (14 αιών) με το όνομα Ιωαννίκιος Μαυρόπουλος, από την Καισαρεία της Καππαδοκίας.
Την τέχνη της αγιογραφίας, στην αρχή έμαθε από τον Γέροντα Ιωακείμ Ραλίδη στην Ιερά Σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Αλλά από την πολλή επιμέλεια που έδειξε στην τέχνη αυτή, έγινε κατά πολύ καλύτερος και ανώτερος από το δάσκαλό του.
Όσον όμως επιμελής ήταν στην τέχνη της αγιογραφίας, τόσο ψυχρός και αδιάφορος ήταν στην χριστιανική πίστη, πολύ δε περισσότερο ήταν αμελής και περιφρονητής της καλογερικής ζωής και Ιδέας. Είχε τόση απιστία που δεν παραδεχόταν τίποτε, ούτε πώς υπάρχει Θεός και γενικά απιστούσε σε όλα της Εκκλησίας τα ιερά και αγία Μυστήρια του χριστιανισμού.
Επομένως δεν νήστευε, δεν πήγαινε στην εκκλησία, ούτε προσεύχονταν, ούτε κοινωνούσε τα Άρχαντα Μυστήρια και ειρωνεύονταν τους Μοναχούς τους οποίους αποκαλούσε «φασουλοφάγους» καί πολλές άλλες κατηγόριες εναντίον τους έλεγε.
Με τον Γέροντα μου Ιωακείμ Μοναχόν είχε γνωριμία και μερική φιλία από την Σκήτη των Καυσοκαλυβίων που είχε κάνει κι αυτός από το 1915 – 16 και επειδή του είχε εμπιστοσύνη του έλεγε πολλές φορές τα μυστικά του.
Κατά το έτος 1923 – 24 αφού έμαθε την αγιογραφία έφυγε από τα Καυσοκαλύβια και εγκατεστάθηκε στις Καρυές, στο Λαυριώτικο Κελλί που είναι επάνω από τις Καρυές «Άγιος Γεώργιος» το λεγόμενο των «Σκουρταίων», εκεί που σήμερα έχει κτιστεί εκκλησία έπ’ ονόματι του αγίου Νικόδημου, όπου βρίσκεται και η αγία «κάρα», και εκεί συνέχισε το εργόχειρο της αγιογραφίας.
Ο Γέροντας μου όταν πήγαινε στις Καρυές, ο Π. Ιωαννίκιος με πολλή χαρά τον δέχονταν και τον φιλοξενούσε, λέγοντας με την ευκαιρία αυτή τα παράπονα του και πολλές φορές τον ρωτούσε για τίς απορίες πού είχε γύρω από την χριστιανική πίστη και την Καλογερική. Ο Γέροντας μου άνθρωπος πιστός και πνευματικά καλλιεργημένος, παρ’ όλο που κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια, δεν μπορούσε να τον πείσει, για τις αλήθειες της χριστιανικής Πίστεως, και τον σπουδαίο ρόλο που έπαιζε και παίζει ο Μοναχισμός στον χριστιανισμό και την Εκκλησία του.
Α’ Το ανεξήγητο όνειρο της γιαγιάς του

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ Τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτη

 

Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, ἐγνώριζε στόν Παράδεισο τή γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ἔτσι, μετά τήν ἔξωσή του ἀπό τόν Παράδεισο γιά τό ἁμάρτημά του, ἐγκαταλειμμένος ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θλιβόταν πικρά καί ὀδυρόταν μέ βαθεῖς στεναγμούς. Ὅλη ἡ ἔρημος ἀντηχοῦσε ἀπό τούς λυγμούς του. Ἡ ψυχή του βασανιζόταν μέ τή σκέψη: «Ἐλύπησα τόν ἀγαπημένο μου Θεό». Δέν μετάνοιωνε τόσο γιά τήν Ἐδέμ καί τό κάλλος της, ὅσο γιά τήν ἀπώλεια τῆς θείας ἀγάπης, πού τραβᾶ ἀχόρταγα τήν ψυχή στό Θεό.
Τό ἴδιο καί κάθε ψυχή πού γνώρισε μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τό Θεό κι ὕστερα ἔχασε τή χάρη, δοκιμάζει τό ἀδαμιαῖο πένθος. Θλίβεται ἡ ψυχή καί μεταμελεῖται σφοδρῶς, ὅταν προσβάλη τόν ἀγαπημένο Κύριο.
Βασανιζόταν κι ὀδυρόταν στή γῆ ὁ Ἀδάμ κι ἡ γῆ δέν τοῦ ἔδινε χαρά. Νοσταλγοῦσε τό Θεό κι ἐφώναζε:
Διψᾶ ἡ ψυχή μου τόν Κύριο καί Τόν ἀναζητῶ μέ δάκρυα. Πῶς νά μήν Τόν ζητῶ;
Ὅταν ἤμουν μαζί Του, ἀγαλλόταν εἰρηνικά ἡ ψυχή μου καί ἤμουν ἀπρόσιτος γιά τούς ἐχθρούς.
Τώρα ὅμως ἀπέκτησε ἐξουσία πάνω μου τό πονηρό πνεῦμα καί κλονίζει καί τυραννεῖ τήν ψυχή μου. Γι᾽ αὐτό λυώνει ἡ ψυχή μου γιά τόν Κύριο μέχρι θανάτου. Τό πνεῦμα μου ὁρμᾶ πρός τό Θεό καί τίποτε τό γήϊνο δέν μέ παρηγορεῖ· κι ἡ ψυχή μου δέν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, ἀλλά ποθεῖ διψασμένα νά Τόν δῆ καί νά Τόν ἀπολαύση ὡσότου χορτάση. Δέν μπορῶ νά Τόν λησμονήσω οὔτε στιγμή κι ἀπό τόν πολύ μου πόνο στενάζω καί ὀδύρομαι: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, τό παραπεσόν Σου πλάσμα».