Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Ο ελεήμων Θεός αιτία γυρεύει και αφορμή δια να σώσει ψυχή


Ο ελεήμων Θεός αιτία γυρεύει και αφορμή δια να σώσει ψυχή
Όταν εξομολογείται ο άνθρωπος, καθαρίζεται η ψυχή του και γίνεται αδάμαντας φωτεινός…
Χωρίς την εξομολόγηση, μετάνοια δεν λογίζεται και χωρίς την μετάνοια άνθρωπος δεν σώζεται…
Αν δεν αφήσεις την αμαρτία ότι και αν κάνεις πηγαίνει χαμένο. Μόλις χωρίσεις και αφήσεις την αμαρτία όλα είναι συγχωρημένα μετά την εξομολόγηση…
Όλα συγχωρούνται, μόνο όσα δεν εξομολογηθούν, εκείνα δεν συγχωρούνται… Χύσε δύο σταγόνες δάκρυα με πόνο ψυχής και ξεπλύνεται όλος ο ρύπος…
Μόνο την μετάνοια του ανθρώπου, εάν λάβει εις χείρας Του ο Φιλάνθρωπος, όλα τα άλλα γνωρίζει Αυτός να οικονομεί πανσόφως εις σωτηρία… Ο ελεήμων Θεός αιτία γυρεύει και αφορμή δια να σώσει ψυχή.
by  

Δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού


Το χρήμα και ο πλούτος, είναι ένα θέμα που η διαχρονικότητα το χαρακτηρίζει. Σε όλες τις εποχές βλέπουμε πόσο απασχολεί τους ανθρώπους στις ζωές των οποίων πολλές φορές γίνεται στόχος, τον οποίο αγωνιζόμαστε να κατακτήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Ο Θεός μας έδωσε το δικαίωμα να απολαμβάνουμε τα αγαθά και όσα κερδίζουμε, αλλά να τα διαχειριζόμαστε σωστά και να τα κερδίζουμε δίκαια. Να κατακυριεύσουν τη γη ήταν μια από τις εντολές του Κυρίου στους πρωτόπλαστους αλλά χωρίς να αδικήσουν και να κλέψουν από τους συνανθρώπους τους αφού δύο εντολές του Δεκαλόγου είναι «ου κλέψεις»,  και «ουκ επιθυμήσεις όσα τω πλησίον σου εστίν».
Ο Ιησούς στάθηκε αυστηρός απέναντι στους πλουσίους, «ουαί υμίν τοις πλούσιοις, ότι απέχετε την παράκληση υμών»(Λουκ. 6,24).Όχι γιατί ο πλούτος από μόνος του είναι κάτι κακό, αλλά διότι εύκολα ο πλούσιος γίνεται δούλος του πλούτου. Λησμονεί το Θεό. Περιφρονεί το συνάνθρωπό του. Καταπατά την ηθική. Αρνείται τη δικαιοσύνη
Επίσης βλέπουμε ότι ο Κύριος μακάρισε τους φτωχούς: «Μακάριοι οι πτωχοί, ότι υμετέρα εστίν βασιλεία του Θεού»( Λουκ. 6.20). Όχι πάλι γιατί από μόνη της η φτώχεια σώζει, αλλά διότι δίνει τη δυνατότητα να ελπίζει στο Θεό και να κατανοεί ότι ο άνθρωπος δεν εξαντλείται μόνο στη σωματική του υπόσταση μόνο αλλά ότι περιλαμβάνει και μιαν αθάνατη ψυχή, η οποία έχει τις δικές της ανάγκες.
Δεν αρνείται λοιπόν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και την ύπαρξη του χρήματος το Ευαγγέλιο μέσα στη ζωή μας. Αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν αναγνωρίζει και τους πειρασμούς που συνεπάγεται αν ο άνθρωπος δεν το τοποθετήσει πάνω σε ορθή βάση. Είναι δύναμη το χρήμα αλλά ταυτόχρονα και μεγάλη αδυναμία. Πολλές φορές βλέπουμε να υποδουλώνει εκείνον που το έχει αφού τον καθιστά πλεονέκτη και κατά τον Απόστολο η πλεονεξία είναι «ειδωλολατρία». Επίσης βλέπουμε πολλές φορές ότι προκειμένου να αποκτηθούν τα πλούτη και να διαφυλαχτούν, ο άνθρωπος εκτίθεται σε πολλούς κινδύνους. «Οι βουλόμενοι πλουτείν εμπίπτουσιν εις πειρασμόν και παγίδα και επιθυμίας πολλάς ανοήτους και βλαβεράς, αίτινες βυθίζουσι τους ανθρώπους εις όλεθρον και απώλειαν»,( Α’ Τιμ. 6,9), τονίζει ο Απόστολος Παύλος. Ένας τρίτος πειρασμός που αντιμετωπίζουν οι κυνηγοί του χρήματος είναι ότι εύκολα πέφτουν σε παγίδες και καταπατούν τον ηθικό νόμο. Εκμεταλλεύονται τους άλλους και παρανομούν.
Γι αυτό και ο Κύριος στη συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή επισημαίνει ότι «δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού». Δε λέει ότι είναι αδύνατο αλλά δύσκολο, έτσι όταν οι ακροατές θα ρωτήσουν «και τις δύναται σωθήναι;», εκείνος θα απαντήσει: «Τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατα παρά τω Θεώ εστιν». Κοντά στο Θεό όλα είναι δυνατά, και η σωτηρία των πλουσίων, αρκεί να συνειδητοποιήσουν τις «υποχρεώσεις» τους και να αγωνιστούν να τις εκπληρώσουν.
Πρώτο και κυριότερο να τα κερδίζουμε όλα με θεμιτά μέσα. Με τίμιο και ευλογημένο ιδρώτα. όχι με εκμετάλλευση των συνανθρώπων μας και με απάτες. Δεύτερη υποχρέωση και εξίσου σημαντική, το χρήμα να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι ο άνθρωπος να καταντά υπηρέτης του χρήματος. Επίσης ο πλούτος στην υπηρεσία της αγάπης. Όσοι διαθέτουμε χρήματα να μην αγνοούμε το διπλανό μας, ο οποίος μπορεί να βασανίζεται από φτώχεια και μιζέρια. Δεν είναι επιτρεπτό να φυλακίζουμε το χρήμα, όπως παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος για τη φύση του πλούτου «το μεν στάσιμον άχρηστον, το δε κινούμενον και μεταβαίνον κοινωφελές τε και έγκαρπον». Επιπλέον η ευγνωμοσύνη μας προς το Θεό. Εκείνος είναι ο μεγάλος πλουτοδότης. Εκείνος μας το χαρίζει. Εμείς είμαστε διαχειριστές. Αυτοί που με φρόνηση και γενναιοδωρία πρέπει να τα διαχειριστούμε όχι μόνο για τον εαυτό μας αλλά και για τους άλλους που και εκείνοι είναι παιδιά του Θεού, αδέλφια μας. «Ίνα το σον περίσσευμα γένηται εις το εκείνου το υστέρημα» (Β΄Κορ. 8,13). Ο Μέγας Βασίλειος απαντώντας στο ερώτημα «ποιον αδικώ κατέχοντας τα δικά μου;» αναφέρει: «Ποια είναι δικά σου; Από που τα πήρες και τα διατηρείς στη ζωή σου; Δε γεννήθηκες γυμνός; Και πάλι δε θα επιστρέψεις γυμνός στη γη;»
Αποτελεί κοινό τόπο ότι η εποχή στη οποία ζούμε είναι κατ’ εξοχήν υλιστική και πλουτοκρατική. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους διακατέχονται από τη δίψα του πλούτου και κυριαρχούνται από μια ακατανίκητη φορά προς τα υλικά αγαθά. Παντού προβάλλει και κυριαρχεί ο λεγόμενος οικονομικός τύπος του ανθρώπου, ο homo economicus. Όλοι μας, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, δεχόμαστε τη φθοροποιό επίδραση της υλιστικής νοοτροπίας, όπως και ο νέος της ευαγγελικής περικοπής. Ο νέος αναστατώθηκε όταν άκουσε ότι πρέπει να πουλήσει όσα έχει και «γύρισε την πλάτη» στην αιώνια ζωή, διάλεξε την υλική ευμάρεια  και απέρριψε τη σωτηρία της ψυχής του. Παράδειγμα προς αποφυγήν ο νέος του Ευαγγελίου. Οφείλουμε λοιπόν εμείς να επιδείξουμε πολλή προσοχή. Να συνειδητοποιήσουμε τους κινδύνους που εγκυμονεί η μανία και η κακή διαχείριση του πλούτου, να μην πέσουμε στη φοβερή παγίδα της πλεονεξίας και της φιλαργυρίας. Να μη μας κυριεύσει η απάτη του πλούτου και για χάρη του λησμονήσουμε το Θεό, αδιαφορήσουμε για τους ανθρώπους και αμελήσουμε τον ιερό σκοπό της ζωής που είναι η σωτηρία μας.
Ηλιάνα Κάουρα, θεολόγος

Μια νύχτα με φουρτούνα


Στα παλιά τα χρόνια δύσκολο πράγμα ήτανε να ταξιδεύεις απ΄ ένα τόπο σε άλλον. Κίνδυνοι στη στεριά από κακούργους κι απ΄ αγρίμια, κίνδυνοι και στη θάλασσα από φουρτούνες. Δεν ήτανε, βλέπεις, και τα καράβια της προκοπής. Καρυδότσουφλα ήτανε και συχνά παίρναν μαζί τους στον πάτο της θάλασσας και τις ζωές που κουβαλούσαν.
Σ΄ ένα καράβι εκείνου του καιρού μπήκε απ΄ το λιμάνι της Κωνσταντινούπολης μια μέρα κι ένας χριστιανός. Έπρεπε να ταξιδέψει για σπουδαία δουλειά. Ε,  και τ΄ αποφάσισε. Μα, καλός χριστιανός όπως ήταν, αποβραδίς πήγε πρώτα στην εκκλησιά τ΄ Αϊ-Νικόλα. Άναψε το κεράκι στη χάρη του, γονάτισε μπροστά στο εικόνισμα και ζήτησε μέσα απ΄ την καρδιά του από τον Άγιο των θαλασσινών να τον προστατέψει. Ύστερα πέρασε από συγγενείς και φίλους, αποχαιρέτισε και μπήκε στο πλοίο. Καλά ταξίδευαν  όλη τη μέρα. Γαλήνια η θάλασσα κι ο αγέρας φούσκωνε καθώς έπρεπε τα πανιά. Μα, ξάφνου, σαν καλοσκοτείναισε, άλλαξ΄ ο καιρός. Τινάχτηκαν από το πρωτοΰπνι τα ναυτόπουλα, πιάσανε να γυρίζουν τα πανιά.
Ακούει τη φασαρία ο χριστιανός, ξυπνά κι αυτός και τρέχει, όπως το λέει ο Χριστός μας, να βάλει ένα χεράκι, να βοηθήσει. Σκαμπανεβάζει η θάλασσα το καράβι. Μπερδεύεται ανάμεσα σε γάντζους και σκοινιά ο άνθρωπος, τρικλίζει και πέφτει στ΄ αφρισμένο κύμα αφήνοντας φωνή, π΄ αντήχησε στριγκλιά μες στη βουή της θάλασσας και του ανέμου.
Τρέξαν οι ναύτες. Ρίξανε σκοινιά, ανάψανε δαυλιά μήπως και δούνε κάτι μες στα σκοτάδια. Τίποτα! Για ώρα πολλή ψάχνανε, φωνάζαν απ΄ τη μια κι απ΄ την άλλη μεριά. Ως και σκάλα σκοινένια έριξ΄ ο πιο τολμηρός και κατέβηκε ίσαμε τις κορφές των κυμάτων, μήπως δει και δώσει χέρι, για να σωθεί ο δύστυχος ο άνθρωπος.Χαμένος κόπος! Γύρισαν πικραμένοι στο πόστο του ο καθένας. Ο άνεμος σφύριζε κι έσπρωχνε γρήγορα το καράβι, που ολοένα απομακρυνόταν. Κι εκείνοι λυπημένοι κοίταγαν πίσω τ΄ άγρια σκοτάδια και κυλούσανε στα τραχιά τους μάγουλα αλμυρά νερά από τα μάτια τους…
Σαν εβυθίσθη στο άγριο νερό ο χριστιανός, τρεις λέξεις πρόλαβε και φώναξε: «Άγιε Νικόλα, βόηθα!». Κι ευθύς – μεγάλα και θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε – βρέθηκε ευθύς καταμεσής στη σάλα του σπιτιού του. Και τρέχαν πάνω του ποτάμια τα θαλασσινά νερά. Κι εκείνος δεν κατάλαβε και ξαναφώναξε: «Βόηθα, Άγιε Νικόλα», κι άκουσε την ίδια του τη φωνή ν΄ αντηχεί μέσα στο σπίτι του.
Ξύπνησαν και πετάχτηκαν απ΄ τα κρεβάτια οι δικοί του. Βάλαν κι εκείνοι τις φωνές! Φτάσανε φίλοι και γειτόνοι ξαφνιασμένοι απ΄ το νυχτερινό νταβαντούρι. Ανάψανε λυχνάρια και καντήλια και δεν ήξεραν τι να τον ρωτήσουνε, σαν είδαν τα νερά να τρέχουνε ακόμα από πάνω του κι απ΄ το κεφάλι και τους ώμους του να κρέμοντ΄ οι κορδέλες των φυκιών. Σαστίσανε, βλέπεις, οι άνθρωποι, μ΄ ακόμα πιο πολύ τα  ΄χε χαμένα ο χριστιανός εκείνος. Έπιασε να τους λέει την ιστορία μα… σταματούσ΄ εκεί που περδικλώθηκε κι έπεσε στη θάλασσα. Τι άλλο να πει; Α! και πως πέφτοντας φώναξε για βοήθεια τον Αϊ-Νικόλα. Κοιτάγαν όλοι σαστισμένοι τα νερά που σούρωναν ακόμα από τα ρούχα του. Δε βγάζανε άχνα, μα όλοι στοχάζονταν το θαύμα το παράδοξο. Ένας από τους σπιτικούς έπιασε να ψιθυρίζει το «Κύριε, ελέησον».
«Κύριε, ελέησον», αντιμίλησαν κι οι άλλοι.
Άλλαξε τα βρεγμένα ρούχα ο χριστιανός και τράβηξε μες στη νυχτιά στην εκκλησιά του Αϊ-Νικόλα. Εκεί, γονατιστόν μπροστά στη χάρη του, τον βρήκε το ξημέρωμα. Εκεί τον βρήκανε κι οι χριστιανοί, που ήρθαν σαν ακούσαν την καμπάνα. Άρχισ΄ ο όρθρος και προχώρησε και μπήκανε στη λειτουργία. Κι έκλαιε μπρος στον Άγιο ο χριστιανός κι έκλαιε μαζί του ο λαός όλος. Κι η εκκλησιά ευώδιαζε! Ευώδιαζε απ΄ το θαύμα!
Κι ο Άγιος μέσ΄ απ΄ την κορνίζα του έλαμπε από θείο φως και χαμογελούσε.
Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Η υποκρισία συνιστά αμάρτημα, σοβαρότατο κίνδυνο για την χριστιανική μας ζωή


Αποτελεί συμπεριφορά διαβολική, αφού πρώτος ο διάβολος υποκρίθηκε, εξαπατώντας έτσι τους πρωτοπλάστους. Ο υποκριτής υποκρίνεται τον ευσεβή χωρίς να είναι στην πραγματικότητα.
Όλοι μας λίγο έως πολύ, έχουμε την αίσθηση ότι κατέχουμε την αλήθεια και φτάνουμε στο σημείο να διεκδικούμε για τους εαυτούς μας το ρόλο του δικηγόρου του Θεού. Διεκδικούμε το ρόλο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή (Ντοστογιέφσκυ) που θέλει να διορθώσει το Θεό και την Εκκλησία και νομίζουμε ότι κατέχουμε την αλήθεια με τον φαρισαϊσμό μας.  Ο Μ. Βασίλειος μας δίνει έναν θαυμάσιο ορισμό: Υποκριτής είναι αυτός που στο θέατρο υποδύεται διαφορετικό πρόσωπο… Έτσι και σε τούτη τη ζωή πολλοί ενεργούν όπως οι θεατρίνοι. Άλλα έχουν μέσα στην καρδιά τους και άλλα δείχνουν εξωτερικά προς τους ανθρώπους». (Μ. Βασιλείου, Λόγος περί Νηστείας Α’ 24).
  Posted by

Πώς είναι ο Θεός;


Ένας νέος πήγε σ ‘ έναν σοφό γέροντα και τον παρακάλεσε θερμά:
-Με απασχολεί το ερώτημα: Υπάρχει Θεός; Ειπέ μου, σε παρακαλώ! Εσύ το πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός;
-Και βέβαια το πιστεύω, του απάντησε ο γέροντας.
-Και ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, το πιστεύεις κι αυτό;
-Και βέβαια, το πιστεύω.
-Και τον Θεό ποιος τον έφτιαξε;
-Εσύ, του απάντησε σοβαρά και ξερά ο γέροντας.
Ο νεαρός σοκαρίστηκε με την απάντηση του γέροντα.
Τον ρώτησε και πάλι λοιπόν:
-Γέροντα, εγώ σε ρωτάω σοβαρά, του είπε. Κι εσύ μου λες πως εγώ έφτιαξα το Θεό.
-Μα κι εγώ σοβαρά σου μιλάω, του απάντησε ο γέροντας. Πολύ σοβαρά. Και πρόσεξε γιατί. Εσύ μ’ όλ’ αυτά που με ρωτάς, δείχνεις πως δεν ψάχνεις να βρεις το Θεό όπως είναι. Εσύ ψάχνεις να βρεις έναν Θεό όπως τον θέλεις εσύ, όπως τον φαντάζεσαι εσύ, κομμένον στα μέτρα σου. Αυτόν τον Θεό λοιπόν θα τον έχεις φτιάξει εσύ. Δεν θα είναι ο αληθινός Θεός. Και πρόσθεσε ο άγιος αυτός γέροντας:
-Ψάξε να βρεις τον αληθινό Θεό, παιδί μου. Να Τον δεχτείς όπως είναι. Μην Τον θέλεις όπως εσύ τον φαντάζεσαι. Προσπάθησε να γίνεις εσύ όπως σε θέλει ο Θεός. Προσπάθησε να Τον καταλάβεις όπως είναι. Και ν’ αγαπήσεις το θέλημά Του, όπως είναι.
Πηγή: http://panagiamilesiotisa.blogspot.gr/

Γιατί οι ευσεβείς και οι φτωχοί αδικούνται;


Κάποτε ένας άγιος γέροντας προσευχόταν στο Θεό να του αποκαλύψει το μυστήριο, γιατί  άνθρωποι δίκαιοι και ευσεβείς είναι φτωχοί και δυστυχούν και αδικούνται, ενώ πολλοί άδικοι και αμαρτωλοί είναι πλούσιοι και αναπαύονται, και πως ερμηνεύονται οι κρίσεις του Θεού.
Ο Θεός θέλοντας να τον πληροφορήσει, του έβαλε στην καρδιά λογισμό να κατεβεί στον κόσμο. Περπατώντας λοιπόν ο Γέροντας, βρέθηκε σ’ ένα δρόμο πλατύ, όπου περνούσαν πολλοί. Εκεί υπήρχε ένα λιβάδι και μια βρύση με καθαρό νερό. Ο αββάς, κρύφτηκε στην κουφάλα ενός δένδρου και σε λίγο, να που περνά ένας άνθρωπος πλούσιος, που ξεπέζεψε και κάθισε να φάει. Εκεί που αναπαυόταν, βγάζει ένα πουγκί με εκατό φλουριά, για να τα μετρήσει.. Αφού τα μέτρησε, νόμισε πως τα έβαλε πάλι μέσα στο ρούχο του, εκείνα όμως έπεσαν κάτω στη γη. Σηκώθηκε λοιπόν και καβαλίκεψε το άλογο του, αφήνοντας εκεί τα φλουριά.
Έπειτα πέρασε από εκεί άλλος οδοιπόρος, για να πιει νερό. Βρίσκει τα φλουριά, τα παίρνει και φεύγει γρήγορα.
Κατόπιν ήλθε άλλος φτωχός πεζοδρόμος, φορτωμένος και κουρασμένος, και κάθισε κι αυτός να αναπαυτεί. Ενώ έβγαζε ένα παξιμάδι για να φάει, έρχεται και ο πλούσιος και πέφτει πάνω στο φτωχό και του λέει με θυμό: « Γρήγορα, δος μου τα φλουριά που βρήκες». Ο φτωχός με όρκους μεγάλους έλεγε πως δεν είδε τέτοιο πράγμα. Τότε ο πλούσιος άρχισε να τον δέρνει με τη βίτσα του λουριού του αλόγου του και με ένα χτύπημα τον σκότωσε. Και άρχισε να ψάχνει όλα τα ρούχα και τα πράγματα του φτωχού, και επειδή δε βρήκε τίποτε έφυγε πολύ λυπημένος.
Ο αββάς βλέποντας όλα αυτά έκλαιγε και σπαρασσόταν η καρδιά του για τον άδικο φόνο και παρακαλώντας τον Κύριο έλεγε: «Κύριε, ποια είναι η βουλή Σου και πως υπομένει αυτά η αγαθότητα Σου; Τότε παρουσιάσθηκε Άγγελος και του είπε: μη λυπάσαι, Γέροντα, διότι όλα με το θολή του Θεού γίνονται, αλλά κατά παραχώρηση, άλλα για παίδευση και άλλα για οικονομία. Μάθε, λοιπόν, ότι αυτός που έχασε τα φλουριά είναι γείτονας εκείνου  που τα βρήκε. Ο δεύτερος είχε περιβόλι αξίας εκατό φλουριών, αυτό δε ο πλούσιος ως πλεονέκτης που ήταν, το πήρε δικαστικώς μόνο για πενήντα φλουριά. Κι επειδή παρακαλούσε ο φτωχός περιβολάρης το Θεό να κάνει εκδίκηση, οικονόμησε ο Θεός έτσι και τα έδωσε διπλά αντί πενήντα φλουριά, εκατό.
Εκείνος δε ο άνθρωπος που φονεύτηκε άδικα, είχε κάνει φόνο, επειδή, όμως, είχε έργα χριστιανικά και θεάρεστα, θέλοντας ο Θεός να τον σώσει και να τον καθαρίσει από την αμαρτία του φόνου, οικονόμησε να σκοτωθεί άδικα, για να σωθεί η ψυχή του. Αυτός δε, ο πλεονέκτης, που έκανε το φόνο, έμελλε να κολασθεί από την πλεονεξία του, γι αυτό τον άφησε ο Θεός να πέσει στο αμάρτημα του φόνου, για να πονέσει η ψυχή του και να ζητήσει μετάνοια. Και να τώρα, αφήνει τον κόσμο και πάει να γίνει μοναχός.
Λοιπόν πήγαινε τώρα στο κελί σου και μην πολυεξετάζεις τις κρίσεις του Θεού, διότι είναι ανεξερεύνητες, και ανεξιχνίαστη η προνοητική των πάντων του Θεού διακυβέρνηση, και δεν φθάνει ο νους και η δύναμη της γνώσεως του ανθρώπου να κατανοήσει τα θεία μυστήρια. Γι αυτό κάθε άνθρωπος  πρέπει να λέει: «δίκαιος ει, Κύριε, και ευθείαι αι κρίσεις Σου» και από την απόλυτη πίστη του θα σωθεί, καθώς λέγει η Γραφή: «ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται».
Αφού άκουσε αυτά από τον άγγελο ο Αββάς, δόξαζε το Θεό.

Η Αχαριστία


Είτε προσευχόμαστε για τον εαυτό μας είτε για τους άλλους η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή.
Το πρόβλημα των άλλων να γίνεται και δικό μας πρόβλημα. Πρέπει να κάνετε προετοιμασία για την προσευχή. Να διαβάζετε ένα κομμάτι από το Ευαγγέλιο ή το Γεροντικό και μετά να προσεύχεσθε.
Χρειάζεται μια προσπάθεια για να μεταφερθεί ο νους στο θείο χώρο.
Η μελέτη μοιάζει με γλυφιντζούρι που μας δίνει ο Θεός για να μας οδηγήσει στα πνευματικότερα.
Με τη μελέτη θερμαίνεται η ψυχή.
Να ζείτε στο κλίμα της διαρκούς δοξολογίας και ευχαριστίας του Θεού.
Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η αχαριστία.