Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ: Δύο Υπομνήματα ενώπιον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ἀκτὴ Θεμιστοκλέους 190, 185 39 ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ,
Τηλ. +30 210 4514833, Fax +30 210 4518476
e-mail: impireos@hotmail.com
Ἐν Πειραιεῖ τῇ 17ῃ Νοεμβρίου 2018
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ ὡς μέλος τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατέθεσε τά ἀκόλουθα δύο ὑπομνήματα στήν συγκληθεῖσα Ἱεραρχία:
Α. Γιά τίς προτάσεις ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος πού σχετίζονται μέ τήν Ἐκκλησία
Β. Γιά τό πλαίσιο συμφωνίας Ἐκκλησίας καί Πολιτείας.
Α. ΥΠΟΜΝΗΜΑ
ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Μητροπολίτου Πειραιῶς Σεραφείμ
16 Νοεμβρίου 2018
Μακαριώτατε,
Σεβασμιώτατοι,
Ἀναφερόμενος εἰς τήν παρουσιασθεῖσα πρότασι ἀναθεώρησης τοῦ Συντάγματος ἐπάγομαι τά κάτωθι:
1. Ἡ πρότασις τοῦ κυβερνῶντος κόμματος ΣΥΡΙΖΑ γιά τήν ἀναθεώρησι τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καταδεικνύει τό περίγραμμα τῆς ἀναθεωρητικῆς λογικῆς του στήν ὁποία καταλέγεται ἀσφαλῶς ἡ τυπολογία τῶν σχέσεων Πολιτείας-Ἐκκλησίας. Δέν ἐπιλέγεται μέν ἡ κατάργησι τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος πού θά ἐπέφερε τεκτονικό σεισμό μέ τήν κατάργησι τῆς συνταγματικῆς προστασίας τῶν Καταστατικῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά ἡ εἰσαγωγή στό ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος τῆς ἀόριστης ρήτρας γιά τήν «κρατική θρησκευτική οὐδετερότητα» πού ὅμως ὑπονοεῖται ἡ κατοχύρωσίς της ὑπέρ ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκειῶν τῆς χώρας, ἤδη στό ἄρθρο 13 τοῦ Συντάγματος γιά τήν θρησκευτική ἐλευθερία. Ρυθμίζει τό ἰσχῦον ἄρθρο 3 τίς σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὡς διεθνές Νομικό Πρόσωπο καί δηλώνει τό σεβασμό τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας πρός τή διαμορφωμένη κατά τό κανονικό δίκαιο σχέσι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ( δογματική ἑνότητα, καθεστώς Νέων Χωρῶν, Κρήτης, Δωδεκανήσου, ἀλλά καί Ἁγίου Ὅρους σύμφωνα μέ τίς εἰδικότερες προβλέψεις τοῦ ἄρθρου 105). Γιά τήν ἀκρίβεια, τό Σύνταγμα εἰσάγει δύο διαφορετικά συστήματα σχέσεων Kράτους καί ‘Eκκλησίας. Ἕνα σύστημα συνταγματικῶς ρυθμισμένων σχέσεων (πού ἐξειδικεύει ὁ νόμος) μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί ἕνα σύστημα ὁμοταξίας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Τό ἄρθρο 3 λειτουργεῖ προστατευτικά διά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τή διεθνῆ νομική καί κανονική του θέσι, συμπεριλαμβανομένων τῶν ἰδιαίτερων Ἐκκλησιαστικῶν καθεστώτων, στήν Ἑλλάδα πού τό ἀφοροῦν εὐθέως.Τό ἰσχῦον Σύνταγμα εἶναι συνεπῶς θρησκευτικά φιλελεύθερο. Εἶναι πιό προστατευτικό γιά τή θρησκευτική ἐλευθερία καί ἰσότητα ἀπό τή λεγόμενη θρησκευτική οὐδετερότητα. Ἡ οὐδετερότητα δέν εἶναι laicite. Η laicite εἶναι ἱστορικά μία πολιτική θεολογία πού συγγενεύει μέ τόν δεϊσμό. Ἡ θρησκευτική οὐδετερότητα ἐμφανίζεται σέ κράτη στά ὁποῖα συνυπάρχουν Kαθολικισμός καί Προτεσταντισμός. Ἡ θρησκεία τοποθετεῖται στήν ἰδιωτική σφαῖρα ἤ μᾶλλον στή σφαίρα τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν, τό κράτος τηρεῖ ἴσες ἀποστάσεις, χωρίς πίεση καί χωρίς προτίμηση πρός μία θρησκευτική κοινότητα, ἀλλά δέν εἶναι ἐχθρικό πρός τό θρησκευτικό φαινόμενο. Ἐφόσον στήν Ἑλληνική ἔννομη τάξι ἰσχύει πλήρως τό ἄρθρο 13 τοῦ Συντάγματος καί τό ἄρθρο 9 τῆς ΕΣΔΑ, ἡ προσθήκη τῆς ρήτρας τῆς θρησκευτικῆς οὐδετερότητας, ἐνσωματώνεται μεθοδικῶς στό ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος πού ἀφορᾶ μόνο στήν «Ἐπικρατοῦσα» Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καί ὄχι ὡς ὄφειλε στό ἄρθρο 13, πού ναί μέν ἀνήκει στό σκληρό πυρήνα τῶν μή ἀναθεωρητέων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἀλλά πού ἡ συγκεκριμένη πρόσθεση δέν ἀναθεωρεῖ τήν οὐσία τῆς διατάξεως, πού ὅπως εἴπαμε κατοχυρώνει τήν θρησκευτική ἐλευθερία ἰσοτίμως ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκειῶν, διαρρυθμίζει συνολικῶς τό θρησκευτικό φαινόμενο καί ἑπομένως περιλαμβάνει στό κανονιστικό του πεδίο ὅλες τίς γνωστές θρησκεῖες, διά νά ἐπιτευχθῇ ἡ παγία θέση τῆς Ἀριστερᾶς ὅτι ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 3 ἔχει μόνο διαπιστωτικό καί ὄχι κανονιστικό περιεχόμενο, μέ ὅτι αὐτό δικαιοπολιτικά συνεπάγεται.
2. Ἡ πρότασι ἀναθεωρήσεως γιά τήν καθιέρωσι τοῦ πολιτικοῦ ὅρκου καί ἡ κατάργησι τῆς προαιρετικότητος στήν ὁρκοδοσία αἱρετῶν καί δημοσίων λειτουργῶν στοχεύει πρόδηλα στήν ἀποσύνδεσι τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν Δημόσιο βίο καί στήν ἀπομείωσι ἑνός ἐκ τῶν βασικῶν στοιχείων τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος πού εἶναι τό ὁμόθρησκον. Προσβάλει ὅμως καταφώρως τήν ἔννοια τοῦ σεβασμοῦ τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Συντάγματος, διότι ἐπιβάλλει στούς ἐνθέους αἱρετούς καί δημοσίους λειτουργούς Ἕλληνες πολίτες, τήν διά τοῦ Συντάγματος δημοσία δήλωσι ὡς ὀντολογικοῦ τους θεμελίου, ὄχι τῆς πίστεώς τους στό θεῖο καί ἱερό, ἀλλά στόν ἑαυτό τους. Ἡ ἐπιβολή αὐτή ἀποτελεῖ παραβίασι τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Συντάγματος καί τῆς ΕΣΔΑ. Ὅπως τυγχάνει ἀπαράδεκτο νά ὑποχρεοῦται ὁ ἄθεος πού θεωρεῖ ὡς ὀντολογικό του θεμέλιο τόν ἑαυτό του, δηλαδή τήν τυχαία συνάρμοση τῶν κυττάρων του ἐκ τῆς ὁποίας μυστηριωδῶς προκύπτουν μεταφυσικές ἔννοιες ὡς ἡ τιμή καί συνείδηση, νά δηλώνει τό θεῖο καί τό ἱερό, ἔτσι καί ὁ ἔνθεος νά ὑποχρεώνεται νά ὁρκοδοτεῖ στόν ἑαυτό του.
3. Ἡ πρόταση ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Συντάγματος πού εὐθέως ἀπομειώνει καί ἐξαφανίζει τήν ἔννοια τῆς οἰκογένειας ὡς πρωταρχικοῦ κυττάρου τοῦ Ἔθνους καί τοῦ προσδίδει μόνο ὑλιστικό περιεχόμενο εἶναι ἀπαράδεκτη καί προσβλητική γιά τήν ἰδιοπροσω-πεία τοῦ λαοῦ μας.
† ὁ Πειραιῶς Σεραφείμ
Συνημμένως ὑποβάλλονται οἱ Γνωμοδοτήσεις:
1. Κυριάκου Κυριαζοπούλου, Καθηγητοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου Νομικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
2. Χρήστου Παπασωτηρίου, Δικηγόρου Ἀθηνῶν.

Β. ΥΠΟΜΝΗΜΑ
ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣΜητροπολίτου Πειραιῶς Σεραφείμ
16 Νοεμβρίου 2018
Μακαριώτατε,
Σεβασμιώτατοι,
Ἀναφερόμενος εἰς τό παρουσιασθέν πλαίσιο συμφωνίας Ἐκκλησίας-Πολιτείας ἐπάγομαι τά κάτωθι:
Τό Ἑλληνικό Δημόσιο δέν μισθοδοτεῖ μόνο τούς Ὀρθοδόξους Κληρικούς καί ὁρισμένους ἀπό τούς Ἐκκλησιαστικούς Ὑπαλλήλους Ἱ. Μητροπόλεων ἀλλά καί τούς μουφτῆδες καί ἱεροδιδασκάλους Δ. Θράκης καί μάλιστα τούς μουφτῆδες μέ βαθμό καί μισθολόγιο Γεν. Διευθυντοῦ Ὑπουργείου.
Ἡ μισθοδοσία τοῦ κλήρου καί ἡ ὑποστήριξι τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαίδευσης ἀπό τό Κράτος δέν εἶναι ζήτημα θεσμικῶν σχέσεων Κράτους καί Ἐκκλησίας ἀλλά ἀφορᾶ στίς περιουσιακές ἔννομες σχέσεις τους. Ἡ κρατική συμβολή στήν μισθοδοσία τοῦ Κλήρου ξεκίνησε τό 1945 πρίν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀναγνωρισθεῖ expresisverbis ἀπό τό νομοθέτη ὡς ΝΠΔΔ τό 1969. Ἡ δικαιοπολιτική θεμελίωσι τῆς μισθοδοσίας ἀπό τό Κράτος εἶναι ὅτι ἡ μισθοδοσία τοῦ Κλήρου καί ἡ Ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευση ἔχουν ἀναληφθεῖ ἀπό τό Κράτος ὡς μία μορφή ἀφηρημένης, «κατ’ ἀποκοπή» ἀποζημίωσης πρός τήν Ἐκκλησία γιά τήν Ἐκκλησιαστική, ἰδίως μοναστηριακή περιουσία πού περιῆλθε στό Κράτος καί διακρατεῖται ἀπό αὐτό χωρίς καμμία ἀποζημίωση τῆς Ἐκκλησίας.
Τό 1994 ὁ Ν. 1700/1987 πού θεωρήθηκε συνταγματικός ἀπό τά Ἐθνικά Δικαστήρια ὁδήγησε σέ καταδίκη τῆς Ἑλλάδας καί κρίθηκε ἀντίθετος στήν Εὐρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου (ΕΣΔΑ, 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο, ἄρθρο 1, Προστασία περιουσίας) μετά τήν προσφυγή 5 ἱερῶν Μονῶν (Ἄνω Ξενιᾶς Βόλου, Ἁγίας Λαύρας Καλαβρύτων, Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Μετεώρων, Χρυσολεοντίσσης Αἰγίνης καί Μ. Σπηλαίου Καλαβρύτων) πού δέν ὑπέγραψαν τή σύμβασι τῆς 11/5/1988 καί 3 Ἱ. Μονῶν ( Ἀσωμάτων Πετράκη, Ὁσίου Λουκᾶ Βοιωτίας καί Φλαμουρίου Βόλου) πού ὑπέγραψαν τήν σύμβασι τοῦ 1988. Μέ τήν ὑπ’ ἀριθμ. 10/1993/405/483-484 Ἀπόφασι τοῦ ΕΔΔΑ οἱ μονές πού δέν ὑπέγραψαν τήν σύμβασι ἐδικαιώθησαν, ἐνῶ οἱ 3 μονές πού ὑπέγραψαν τήν σύμβασι ἀπερρίφθη ἡ προσφυγή τους.
Μέ βάσι τά ἀνωτέρω τό πρῶτο σημεῖο τοῦ πλαισίου πού ἀναγνωρίζει ὅτι μέχρι τό 1939 τό Κράτος «ἀπέκτησε ἐκκλ. περιουσία ἔναντι ἀναταλλάγματος πού ὑπολοίπεται τῆς ἀξίας της» εἶναι μέν ἀξιόλογη παραδοχή, ἀλλά αὐταπόδεικτη ἀφοῦ προκύπτει ἐκ τῶν Νομικῶν κειμένων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου γιά τήν δήμευσι καί ἀπαλλοτρίωσι τῆς Ἐκκλησιαστικῆς (μοναστηριακῆς) περιουσίας. Ἑπομένως τό σημεῖο 5 τοῦ πλαισίου συμφωνίας μέ τό ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι παραιτεῖται «κάθε ἄλλης ἀξίωσης γιά τήν ἐν λόγῳ ἐκκλησιαστική περιουσία» εἶναι ὀλέθριο, διότι ἀπογυμνώνει τήν Ἐκκλησία ἀπό τό μόνο διαπραγματευτικό Της δικαιοπολιτικά ὅπλο, στερώντας της διηνεκῶς τήν δυνατότητα προσφυγῆς τόσο στά Ἐθνικά ὅσο καί στά Εὐρωπαϊκά Δικαστήρια σέ περίπτωσι καταστρατηγήσεως τῆς συμφωνίας καί μάλιστα ὅταν ὑφίσταται σχετικό δεδικασμένο ἀπό τό ΕΔΔΑ μέ τήν παραπάνω ἀπόφασι. Ἐπιπροσθέτως μέγιστο μέρος αὐτῆς τῆς περιουσίας ἀνήκει σέ ἕτερα αὐτοδιοικούμενα Νομικά Πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας ἐκ μέρους τῶν ὁποίων δέν μπορεῖ νά παραιτηθεῖ ἡ Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἄνευ εἰδικῆς πληρεξουσιότητος. Σημειωτέον ὅτι μέ πρόσφατο Νόμο περιέρχεται στίς Ἱ. Μητροπόλεις ἡ περιουσία τῶν διαλελυμένων Ἱ. Μονῶν καί ἑπομένως ἡ περιουσία τῶν 412 Μοναστηρίων πού διέλυσε καί δήμευσε ἡ Βαυαρική Ἀντιβασιλεία καί διακατέχει σήμερα ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι ἀπαιτητή ἀπό τίς Ἱερές Μητροπόλεις καί τό ὕψος της δυσθεώρητο ὅταν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ 8 Μονές πού προσέφυγαν στό ΕΔΔΑ ζητοῦσαν τό ποσόν τῶν 7.640.255.213.120 δραχμῶν καί τό 1997 ἐπεδικάσθη στίς πέντε δικαιωθεῖσες Μονές τό ποσόν τῶν 3.000.000.000.000 δραχμῶν ἤ 8.800.000.000 Εὐρώ.
Μέ τόν Νόμο 4111/2013 ἐπί ὑπουργίας Διαμαντοπούλου οἱ Κληρικοί ἐνετάχθησαν μισθολογικῶς στό ἀνθρώπινο δυναμικό τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καί μισθοδοτοῦνται ἀπό τόν Κρατικό Προϋπολογισμό καί ὄχι ἀπό εἰδικό κονδύλιο μισθοδοσίας, διά τῆς Ἑνιαίας Ἀρχῆς Πληρωμῶν. Συνεπῶς ἡ καταβολή τῆς μισθοδοσίας ἀπό τόν Κρατικό Προϋπολογισμό, σέ μορφή ἐπιδοτήσεως ὅπως ἀναφέρει τό σημεῖο 4 τοῦ πλαισίου Συμφωνίας, ἄν ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀντίθεσι τῶν Εὐρωπαϊκῶν θεσμῶν σέ συνεχόμενες ἐπιδοτήσεις ἐγκυμονεῖ τόν μέγα κίνδυνο διακοπῆς τῆς ἐπιχορηγήσεως καί περιελεύσεως τῆς Ἐκκλησίας σέ αἰσχίστη ἔνδεια καί ἀδυναμία, χωρίς τήν δυνατότητα προσφυγῆς στά ἐγχώρια καί Εὐρωπαϊκά Δικαστήρια, λόγῳ τῆς παραιτήσεως ἀπό τήν ἀξίωσί Της γιά τή μή ἀποζημιωθεῖσα Ἐκκλησιαστική περιουσία.
Ταυτοχρόνως προκύπτει καί ἕτερο μεῖζον θέμα πού δέν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του τό πλαίσιο συμφωνίας, ἡ διαχρονική ἀφερεγγυότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ὅπως ἀποδεικνύεται πασίδηλα μέ τήν σύμβασι τῆς 18/9/1952 μεταξύ Ἐκκλησίας καί Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἡ ὁποία κυρώθηκε μέ τό ΒΔ 26/9/1952 (ΦΕΚ 289Α΄) μέ τήν ὁποία παρεχώρησε ἡ Ἐκκλησία 770.000 στρέμματα ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας γιά τήν ἀποκατάστασι ἀκτημόνων καί ἐμπεριστάτων ἀπό τόν ἐμφύλιο πόλεμο καί ἔλαβε σέ ἀντιστάθμισμα κάτω ἀπό τό 1/3 τῆς ἀξίας τῆς παραχωρηθείσης περιουσίας 164 ἀκίνητα, μέ τόν πρόσθετο ὅρο τῆς μή φορολογήσεως τῶν εἰσοδημάτων τους. Στό σημεῖο αὐτό Μακαριώτατε, ἐπιτρεψατέ μου νά μεταφέρω ἀπό τό βιβλίο Σας «Ἐκκλησιαστική περιουσία καί μισθοδοσία τοῦ κλήρου» (2012) τά ἑξῆς: «Οἱ ἐκκλησιαστικές ὑπηρεσίες ὑποστήριζαν ὅτι τά ἀστικά ἀκίνητα τά παραχωρούμενα ὑπό τοῦ Δημοσίου πρός τήν Ἐκκλησίαν βρέθηκαν ἀντί 164, 60, γιατί ἀπό αὐτά ἄλλα ἦσαν ἀνύπαρκτα, ἄλλα δέν ἀνήκαν κατά κυριότητα στό Δημόσιο, ἄλλα εἶχαν ἤδη διατεθεῖ πρός δημόσιες ὑπηρεσίες πρό τῆς συμβάσεως. Ἄλλα ἦσαν μή ἄρτια καί οἰκοδομήσιμα ἤ ρυμοτομούμενα ὑπό ὁδῶν ἤ μετατρεπόμενα σέ πράσινο, πλατεῖες, κοινόχρηστους χώρους, ἄλλα ἐπίδικα καί βεβαρυμένα». Τό Ἑλληνικό Δημόσιο παρά ταῦτα εἶχε τήν ἀνεντιμότητα καί ἀφερεγγυότητα νά καταστρατηγήσει καί τόν πρόσθετο ὅρο περί μή φορολογήσεως τῶν εἰσοδημάτων τους καί ὅταν προσφάτως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος προσέφυγε κατά τῆς καταστρατηγήσεως καί τῆς μονομεροῦς ἀθετήσεως τῆς συμβάσεως στό ΣτΕ, τό Β΄ Τμῆμα μέ Πρόεδρο τήν Ἀντιπρόεδρο κ. Μαίρη Σάρπ καί εἰσηγήτρια τήν Σύμβουλο Ἐπικρατείας κ. Εὐ. Νίκα μέ τρεῖς ἀποφάσεις του 1731-1732-1733/2018 ἔκρινε ὅτι «καλῶς» τό Ἑλληνικό Δημόσιο καταστρατήγησε τήν Σύμβαση τοῦ 1952 καί ὅτι «καλῶς» ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑποχρεώθηκε νά καταβάλει γιά τήν ἐκμίσθωσι τῶν 60 τελικά ἀστικῶν ἀκινήτων τῆς Συμβάσεως φόρο εἰσοδήματος 2.900.000 Εὐρώ γιά τήν περίοδο 2011-2013 μέ τό «ἐπιχείρημα» ὅτι ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τόν φόρο πού προβλεπόταν ἀπό τό 1952 μέ τό ΝΔ 2185/1952 γιά τά Νομικά Πρόσωπα, καταργήθηκε τό 1971 μέ τό ΝΔ 1077/1971. Ἑπομένως κατόπιν αὐτοῦ τοῦ προσφάτου καί αὐταποδείκτου γεγονότος τῆς ἀφερεγγυότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πῶς μποροῦμε νά ἐμπιστευτοῦμε τήν διαγραφή μας ἀπό τό ἀνθρώπινο δυναμικό τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, καί τήν καταβολή τῆς μισθοδοσίας ἀπό τόν Κρατικό Προϋπολογισμό, σέ μία ἁπλή ἐπιδότησι μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται.
Ἡ παντελής ἔλλειψη ποινικῆς ρήτρας ἀπό τό πλαίσιο συμφωνίας καί μετά ἀπό τήν προτεινομένη παραίτησι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό «κάθε ἄλλη ἀξίωση γιά τήν ἐν λόγω Ἐκκλησιαστική περιουσία», δημιουργεῖ μεῖζον θέμα διότι καταδεικνύει τό πλαίσιο συμφωνίας ὡς λεόντιο σύμβασι ὑπέρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ τό ἀδύναμο μέρος τῆς συμφωνίας ἡ Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, οὐδόλως προστατεύεται σέ περίπτωσι καταστρατηγήσεως τῆς συμφωνίας ἤ ἀποτυχίας τοῦ Ταμείου ἀξιοποίησης Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας πού προβλέπεται στό πλαίσιο συμφωνίας, πού ὅπως δηλώθηκε ἀπό Κυβερνητικῆς πλευρᾶς θά ἀποδίδει τό ποσόν τῆς ἐπιχορηγήσεως ἕως τό 2030. Παρέλκει νά ἀναφέρωμε ὅτι ὅμοια προσπάθεια μέ τό Νόμο 4182/2013ἀπέβη ἀλυσιτελής μέ τήν Ἑταιρεία Ἀξιοποίησης Ἀκίνητης Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας. Ὡστόσο εἶναι ἀπαραίτητο νά τονισθεῖ ἐδῶ ὅτι τό ἐγχείρημα γιά τήν καταγραφή τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας εἶναι χρονοβόρο καί ἀπαιτεῖ δύσκολα βήματα καί στήν καλύτερη περίπτωση θά ἔχει ὁλοκληρωθεῖ στό τέλος τῆς προγραμματικῆς περιόδου γιά τό τρέχον ΕΣΠΑ τό 2020. Ἑπομένως ἡ δῆθεν «χειροπιαστή καί ἄμεση ἀξιοποίηση» τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας εἶναι περισσότερο ἐπικοινωνιακῆς καί μικροπολιτικῆς στόχευσης.
Προβληματική ὡσαύτως, εἶναι καί ἡ διαφημιζομένη ἐξαίρεσι τῶν Κληρικῶν τῆς Ἠμιαυτονόμου Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης καί τῶν Ἱ. Μητροπόλεων τῆς Δωδεκανήσου, διότι παρουσιάζει στήν Ἑλληνική Πολιτεία δύο εἰδῶν Ὀρθοδόξων Θρησκευτικῶν Λειτουργῶν, τούς ἀνήκοντας στό ἀνθρώπινο δυναμικό τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, κληρικούς τῆς Ἡμιαυτονόμου Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης καί τῆς Δωδεκανήσου καί τούς ἀνήκοντας στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, πού διαγράφονται ἀπό τό ἀνθρώπινο δυναμικό τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Βεβαίως ἡ δηλωθεῖσα ἀπό κυβερνητικῆς πλευρᾶς πρόθεσι διαγραφῆς τῶν 10.000 κληρικῶν συμπεριλαμβάνει καί τούς ἀνωτέρω κληρικούς διότι οἱ κληρικοί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶναι 8.700.
Ὅσον ἀφορᾶ στήν ἀπαραίτητη ποινική ρήτρα γιά τό πλαίσιο συμφωνίας θά πρέπει νά ἀνατεθεῖ σέ δύο τουλάχιστο διεθνεῖς ἐκτιμητικές ἑταιρεῖες realestate,ἡ μελέτη τοῦ οἰκονομικοῦ μεγέθους τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας πού περιῆλθε ἀπό τό 1833 ἕως σήμερα στό Ἑλληνικό Δημόσιο καί νά ἐπιβαρύνει ἀποτρεπτικά τό Ἑλληνικό Δημόσιο σέ περίπτωση καταστρατήγησης τῆς συμφωνίας, τό ὁποῖο θά συνομολογεῖ ὅτι θά εἶναι ἄμεσα ἀπαιτητό τό ποσόν τῆς ποινικῆς ρήτρας ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος σέ ὅποιαδήποτε δυσμενῆ μεταβολή σέ βάρος τῆς Ἐκκλησίας διότι ἡ ἀθέτησι τοῦ ὅρου φορολογήσεως τῆς Συμβάσεως τοῦ 1952, ὀφείλεται στήν ἀφερεγγυότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἀλλά καί στήν ἔλλειψι ποινικῆς ρήτρας, ἡ ὁποία εἶναι ἐκτελεστός τίτλος.
Τέλος θά πρέπει νά διακριβωθεῖ καί νά διασφαλιστεῖ μέ γνωμοδοτήσεις Συνταγματολόγων καί Διοικητολόγων Καθηγητῶν ἐάν ἡ διαγραφή ἀπό τό ἀνθρώπινο δυναμικό τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου συμπαρασύρει τήν Νομική Προσωπικότητα Δημοσίου Δικαίου τῶν Νομικῶν Προσώπων τῆς Ἐκκλησίας καί τήν μετατροπή τους σέ Νομικά Πρόσωπα Θρησκευτικοῦ Δικαίου τοῦ Ν. 4301/7.10.2014 (ΦΕΚ 223Α) ἤ σέ ΝΠΙΔ διότι αὐτό ἰσοδυναμεῖ μέ καταστροφή τῆς εὐστάθειας τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Κράτους τοῦ ὁποίου θά διασαλευτεῖ ἡ κοινωνική συνοχή, ἀφοῦ θά δίνει τό δικαίωμα σέ 400 ἄτομα νά ἐγγράφουν τούς Ἱ. Ναούς καί τίς Ἱ. Μονές ἐπ’ ὀνόματί τους στό ἁρμόδιο Πρωτοδικεῖο καί νά παρέχεται ἔτσι ἡ δυνατότης ἀναπτύξεως ἀνεξελέκτων σχισματικῶν καταστάσεων μέ βαρύτατο κοινωνικό ἀντίκτυπο.
Ἑπομένως κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, τό πλαίσιο συμφωνίας ὅπως ἐτέθη δέν μπορεῖ νά γίνει ἀποδεκτό.
† ὁ Πειραιῶς Σεραφείμ

Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς: Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης: ένας διαπρύσιος πολέμιος του Οικουμενισμού



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 13η Δεκεμβρίου 2018
ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΠΡΥΣΙΟΣ ΠΟΛΕΜΙΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ
Όπως είναι σε όλους γνωστό, οι θιασώτες του οικουμενισμού εδώ και πολλές δεκαετίες εργάσθηκαν και εργάζονται για την καθιέρωση και εμπέδωση της παναιρέσεως αυτής με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα ταυτοχρόνως. Αφού κατόρθωσαν μέσω της «Συνόδου» της Κρήτης να δώσουν δογματική και συνοδική νομιμοποίηση στην παναίρεση, προσπάθησαν παράλληλα να την θεμελιώσουν και να την κατοχυρώσουν σε λόγους των αγίων της Εκκλησίας. Για να επιτύχουν το στόχο τους επεχείρησαν να διαστρεβλώσουν λόγους νεοφανών αγίων, οι οποίοι πρόσφατα έχουν αγιοκαταταχθεί και να τους παρουσιάσουν ως έχοντες δήθεν οικουμενιστικές ιδέες και αντιλήψεις και προωθούντες τον Οικουμενισμό.
Ωστόσο όλοι οι νεοφανείς άγιοι της Εκκλησίας μας, υπήρξαν φανερά και ξεκάθαρα αντίθετοι με τις γνωστές οικουμενιστικές θεωρίες, ιδιαιτέρως με την αναγνώριση και αποδοχή των ετεροδόξων αιρετικών ως «Εκκλησιών», και κατ’ επέκταση με τις κακόδοξες αποφάσεις της «Συνόδου» της Κρήτης. Αυτό τουλάχιστον συνάγεται ξεκάθαρα από γραπτά κείμενα τους, είτε από σωζόμενες μαγνητοφωνημένες ομιλίες τους, είτε από προφορικές μαρτυρίες πνευματικών τέκνων τους, που επιζούν μέχρι σήμερα, είτε τέλος από βιογραφίες που συνέταξαν αξιόπιστα και υπεύθυνα πρόσωπα, τα οποία απέδωσαν, (κατά το δυνατόν), με πιστότητα και συνέπεια, την στάση που κράτησαν οι εν λόγω άγιοι απέναντι στους ετεροδόξους αιρετικούς, τους αλλοθρήσκους, και σε όσους προωθούν τον Οικουμενισμό. Για παράδειγμα οι άγιοι Νεκτάριος Πενταπόλεως, Ιουστίνος Πόποβιτς, Νικόλαος Αχρίδος, Ιωάννης Μαξίμοβιτς, Παΐσιος Αγιορείτης, Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Ιάκωβος Τσαλίκης, κ.α., εξέφρασαν με τον δικό τους ο καθένας τρόπο, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο που είχαν, την ίδια αλήθεια. Ότι δηλαδή μόνον η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και ότι εκτός Αυτής δεν υπάρχουν άλλες «Εκκλησίες», παρά μόνον αιρέσεις. Επίσης, ότι σε καμιά από τις θρησκείες του κόσμου δεν υπάρχει σωτηρία, αλλά όλες οδηγούν στην απώλεια.
Από του αγίους που έζησαν τις τελευταίες δεκαετίες, δύο κυρίως επικαλούνται οι οικουμενιστές, τον άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη και τον άγιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη. Τον μεν πρώτο προκειμένου να στηρίξουν την οικουμενιστική τους ιδεολογία χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους γραπτά κείμενα και επιστολές του, όπου ο άγιος εκφράζεται σαφέστατα κατά του Οικουμενισμού και προ παντός το γεγονός της αποτειχίσεώς του από τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη κυρό Αθηναγόρα, εξ’ αιτίας της άρσεως των αναθεμάτων. Επικαλούνται επίσης και τον άγιο Πορφύριο και μάλιστα την τελευταία προσευχή του, λίγο πριν από την προς Κύριον εκδημία του, κατά την οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες πενυματικών του τέκνων, «ψέλιζε στα χείλη την Αρχιερατική Προσευχή του Ιησού Χριστού προς τους μαθητές, το ‘ίνα ώσιν έν’, αδιαλείπτως. Μ’ αυτή την ευχή πήγε στον αγαπημένο του Χριστό. Προσευχόταν για την ενότητα της Εκκλησίας, για την ενότητα όλου του κόσμου», (Ιερομ. Γεώργιος Καυσοκαλυβίτης, Ιερά Καλύβη Ζωοδόχου Πηγής, Ιεράς Σκήτης Αγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων Αγίου Όρους).
Με τον άγιο Πορφύριο και τις δήθεν οικουμενιστικές αντιλήψεις του, έχουμε ήδη ασχοληθεί σε παλαιότερη ανακοίνωσή μας με τίτλο: «Ο ‘Οικουμενισμός’ του άγιου Πορφυρίου και η εικόνα της ‘Παναγίας της Πατριώτισσας’», (30.3.2017). Θεωρήσαμε ωστόσο σκόπιμο να επανέλθουμε στον άγιο Πορφύριο, παίρνοντας τώρα αφορμή από κάποια απομαγνητοφωνημένη ομιλία του, η οποία πρόσφατα έφθασε στο Γραφείο μας, διότι η οικουμενιστική προπαγάνδα και η προσπάθεια των οικουμενιστών να «καπελώσουν» τον άγιο Πορφύριο υπέρ του Οικουμενισμού, έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις με αποτέλεσμα να προκαλούν σύγχυση και αποπροσανατολισμό σε πολλούς. Είναι αλήθεια πως ο θεοφώτιστος αυτός άγιος ήταν ολιγογράμματος και ελάχιστα γνώριζε από ακαδημαϊκή Θεολογία, και από συστηματική Δογματική. Επίσης δεν είχε τη δυνατότητα συγγραφής και ο προφορικός του λόγος ήταν απλός. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι δεν είχε αξιωθεί να λάβει θείο φωτισμό, ότι δεν καταλάβαινε με το δικό του απλοϊκό τρόπο τις μεγάλες αλήθειες της Ορθοδόξου πίστεώς μας, ή ότι δεν εξέφραζε με ακρίβεια την Ορθόδοξη πίστη.
Μεταφέρουμε στη συνέχεια ορισμένα αποσπάσματα από την εν λόγω ομιλία του: «Αυτόν να πιστεύουμε... (σ.σ. εννοούσε το Χριστό). Λοιπόν, μέσα στη θρησκεία, λέει ότι: ‘Αυτός είναι’. Ο ιδρυτής της Ορθοδόξου πίστεως και ότι όλες οι άλλες θρησκείες, δεν είναι όσο είναι αυτή η θρησκεία. Μία θρησκεία μόνο είναι, η Ορθόδοξος χριστιανική Θρησκεία. Και το πνεύμα αυτό το Ορθόδοξον είναι το αληθές. Τα άλλα πνεύματα, είναι πνεύματα πλάνης και οι διδασκαλίες τους είναι μπερδεμένες. Εδώ στο σταυρό ο Θεός της Ορθοδόξου πίστεως είναι Θεός που αν το πούμε και ‘αγάπη’, όπως τον λέει η Γραφή, πάλι το ίδιο είπαμε. Ο Θεός λέγεται αγάπη». Εδώ δεν αφήνει κανένα περιθώριο ο άγιος για να σκεπάσει η αγάπη την αλήθεια. Ενώ από τη μια μεριά τονίζει ότι ο Θεός είναι αγάπη, από την άλλη δεν παραλείπει να διακηρύξει ξεκάθαρα την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ενώ παράλληλα αποφαίνεται πως οι άλλες θρησκευτικές πίστεις, αιρετικών και αλλοθρήσκων, είναι πνεύματα πλάνης, δηλαδή δαιμονικά κατασκευάσματα!
Παρά κάτω λέει: «Όλος ο κόσμος, εδώ στο τηλέφωνό μου, να έρθεις, από όλα τα Βασίλεια του κόσμου τηλεφωνούν. Τη νύχτα, ό,τι ώρα να ’ναι. Από όλα τα Βασίλεια. Από την Νότια Αφρική, Κεϊπτάουν, Γιοχάνεσμπουργκ, Αμερική, Καναδά... ξέρω κι εγώ; Από όλο τον κόσμο. Και να ακουστεί ότι είμαι κι εγώ, έχω ελεύθερο πνεύμα και παραδέχομαι όλες τις θρησκείες; Όχι! Δεν παραδέχομαι. Όποιος και αν έρθει να μου πει και ένας άγγελος να έρθει να μου πει: ‘Όχι’ θα του πω. Λες ψέματα. Δεν είσαι πνεύμα αγαθό. Είσαι πονηρό πνεύμα και λες αυτό! Έτσι θα του πω εγώ του αγγέλου. Δεν θα τον πιστέψω. Λάβετε τα μέτρα σας… Πρέπει έτσι να φυλάγεστε, επειδή έρχεστε σε μένα. Αν δεν ερχόσασταν, μπορούσατε να κάνετε ότι θέλετε. Δεν το θέλω, βέβαια, να προπαγανδίζετε στον έναν και στον άλλον και να λέτε... οι θρησκείες όλες, είναι μία. Δεν έχουν διαφορά. Του Θεού είναι όλες. Σε όποια θέλεις, πηγαίνεις. Και όποιο Θεό θέλεις προσκυνάς. Δεν... δεν... δεν τα θέλω εγώ αυτά. Δεν τα μπορώ. Είναι έτσι το πνεύμα μου. Εγώ έχω κάνει στην έρημο. Έχω αγωνιστεί. Έχω νηστείες, κακουχίες, αγρυπνίες, γυμνότητα, με παλιόρουχα... Και όλα αυτά, για την αγάπη του Χριστού. Και ζούσα μέσα σε αγίους ανθρώπους. Αλλά Ορθόδοξους Χριστιανούς. Κατάλαβες; Δεν μπορώ. Εγώ, έχω καταλάβει την Ορθοδοξία. Έτσι είναι!». Και παρά κάτω: «Και όλοι οι γκουρούδες και οι φακίροι και οι μάγοι και οι επαοιδοί, είναι του Θεού. Ναι, του Θεού είναι ως άνθρωποι, αλλά τα έργα τους, είναι του διαβόλου. Συγχώρα με που μιλάω έτσι». Φαίνεται ότι κάποιοι, προφανώς επηρεασμένοι από την οικουμενιστική ιδεολογία, προσπαθούσαν να παρασύρουν τον Γέροντα στην αντίληψη ότι όλες οι θρησκείες είναι το ίδιο και ότι στην σύγχρονη εποχή μας πρέπει να έχουμε «ελεύθερο πνεύμα» και να παραδεχόμαστε όλες τις θρησκείες. Μια τέτοια αντίληψη όμως ο άγιος την απορρίπτει κατηγορηματικά, έστω και αν έρθει και του την πει άγγελος από τον ουρανό. Επίσης απαγορεύει στα πνευματικά του παιδιά να «προπαγανδίζουν στον έναν και στον άλλον και να λένε... οι θρησκείες όλες, είναι μία. Δεν έχουν διαφορά. Του Θεού είναι όλες».
Στη συνέχεια ο Γέροντας δίνει σαφή απάντηση σε όσους εκφράζονται με περιφρόνηση και συκοφαντούν ως φονταμενταλιστές και φανατικούς όλους εκείνους, οι οποίοι δεν συμμερίζονται την οικουμενιστική τους ιδεολογία: «Ο Σάϊ Μπάμπα, ο τάδε, ο τάδε... όλοι είναι καλοί. Κι ο Μωάμεθ καλός και ετούτος καλός κι εκείνος καλός. Κατάλαβες; Μα θα πεις θα τους μαχώμαστε; Μα ποιος τους μάχεται, βρε; Η θρησκεία μας, κανέναν δεν μάχεται. Δεν βλέπεις, που εμείς τόσο πολύ, έτσι ούτε πάμε να ψηφίσουμε, ούτε έχουμε κόμματα. Προσευχόμαστε για όλους»! Εδώ ο άγιος χρησιμοποιεί τη λέξη «καλός» με την έννοια ότι όλους αυτούς τους αγαπούμε και τους συμπαθούμε ως εικόνες του Θεού. Ο συνειδητός χριστιανός δεν μπορεί να μισεί τον αιρετικό, τον αλλόθρησκο, τον άπιστο, αλλά την πλάνη. Αγαπάμε τον πλανεμένο, μισούμε την πλάνη.
Κλείνοντας καλούμε για μια ακόμη φορά όλους εκείνους οι οποίοι, επηρεασμένοι από την οικουμενιστική ιδεολογία, διακηρύσσουν ευκαίρως ακαίρως, γραπτώς και προφορικώς, δημοσίως και κατ’ ιδίαν, εν επιγνώσει, ή ανεπιγνώστως, ότι όλες οι θρησκείες είναι δήθεν το ίδιο και ότι σε όλες τις θρησκείες υπάρχει σωτηρία. Να καθρεφτίσουν τα λεγόμενα και γραφόμενά τους στο γνήσια Ορθόδοξο φρόνημα και στη διδασκαλία του αγίου Πορφυρίου, όπως αυτή συνάγεται από το παρά πάνω ηχογραφημένο ντοκουμέντο. Ιδιαιτέρως καλούμε όλους εκείνους, οι οποίοι με τόσο ζήλο πρωτοστάτησαν στην αγιοκατάταξη του αγίου, να ερευνήσουν τη συνείδησή τους, εάν και κατά πόσον ο άγιος συμφωνεί με τις πεποιθήσεις τους σχετικά με τις άλλες θρησκείες. Τέλος καλούμε τον πιστό λαό του Θεού να μελετά τα συναξάρια των αγίων μας και να δίδει ιδιαίτερη προσοχή και βαρύτητα σ’ εκείνα τα λεγόμενά τους, με τα οποία οι άγιοι εκφράζουν την Ορθόδοξη δογματική τους συνείδηση. Και τούτο διότι η «Νέα Εποχή του Υδροχόου», η οποία εκφράζει το πνεύμα του Οικουμενισμού, έχει διαβρώσει επικίνδυνα πολλούς «Ορθόδοξους» Πατριάρχες, Επίσκοπους, κληρικούς, μοναχούς, θεολόγους, και λαϊκούς, οι οποίοι διαδίδουν ότι και στις άλλες θρησκείες υπάρχει η σωτηρία.
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

Η προσκύνησις των Μάγων Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού



Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

Η ΑΠΑΡΧΗ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ

Η προσκύνησις των Μάγων κατά τις παραδόσεις της αρχαίας Ανατολής
Όλοι οι αρχαίοι ερμηνευτές είδαν στο περιστατικό της προσκυνήσεως των Μάγων που περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος έναν βαθύτερο συμβολισμό. Γι’ αυτό και η ιστορία αυτή αποτελεί ένα από τα πιο βασικά θέματα της υμνολογίας των Χριστουγέννων, που ωρισμένες φορές μάλιστα δεσπόζει χαρακτηριστικά(1).
Το μυστικό νόημα αυτής της προσκυνήσεως του Θείου Βρέφους από τους σοφούς Μάγους της Ανατολής αποδίδει με έξοχη ποιητικότητα και πνευματικό βάθος ο άγιος Κοσμάς ο Ποιητής στο δεύτερο τροπάριο της τετάρτης ωδής του κανόνος του στην εορτή των Χριστουγέννων:
«Του Μάντεως πάλαι Βαλαάμ των λόγων μυητάς σοφούς αστεροσκόπους χαράς έπλησας, αστήρ εκ του Ιακώβ ανατείλας Δέσποτα, Εθνών απαρχήν εισαγομένους. εδέξω δε προφανώς, δώρα σοι δεκτά προσκομίζοντας».
«Ω Δέσποτα Χριστέ, συ επειδή ανέτειλας ως λαμπρότατος και καινοφανής αστήρ από το γένος του Ιακώβ, διά τούτο εγέμισας από χαράν μεγάλην τους Μάγους, τους σοφούς μαθητάς και ακολούθους των λόγων του Μάντεως Βαλαάμ(2), επειδή και αυτοί επροσφέρθησαν εις εσέ ως μία απαρχή όλων των Εθνών. Και τους εδέχθης, αυτούς οίτινες επρόσφεραν εις εσέ δώρα δεκτά και ευάρεστα», ερμηνεύει στο Εορτοδρόμιό του ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Και προσθέτει ότι, όπως γίνεται στις περιπτώσεις που τα έθνη φιλιώνουν και συνθηκολογούν με κάποιον επίγειο βασιλιά, έτσι και οι Μάγοι προσφέρθηκαν ως «όμηροι και αρραβώνες» της φιλίας των Εθνών προς τον Βασιλέα Χριστό. «Ή καθώς οι ευσεβείς και θεοφιλείς άνθρωποι συνηθίζουν να προσφέρουν εις τον Θεόν τα πρωτοφανήσιμα των αμπέλων και χωραφίων και των ληνών και αλωνίων των, ούτω και όλα τα Έθνη όπου έμελλον να πιστεύσουν εις τον Χριστόν επρόλαβον και έστειλαν εις τον Χριστόν τους θεσπεσίους Μάγους ως τόσας απαρχάς και πρωτοφανήσιμα πράγματα και με τούτο έδειξαν ότι και αυτά έχουν ύστερον να πιστεύσουν εις αυτόν τον Χριστόν».
Κάτι όμως που δεν έχει επισημανθή έως τώρα είναι ότι τα νοήματα αυτού του τροπαρίου (καθώς και άλλων) του κανόνος του αγίου Κοσμά, και μάλιστα αυτολεξεί αυτή η σημαντική όσο και πρωτότυπη έκφρασις «Εθνών απαρχήν εισαγομένους», αντλούνται από ένα Λόγο στην εορτή των Χριστουγέννων, ο οποίος επιγράφεται στον αδελφό του άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό(3). Ο Λόγος αυτός εκπροσωπείται από πλούσια χειρόγραφη παράδοσι στο Άγιον Όρος και αλλού. Σήμερα όμως δεν είναι ευρύτερα γνωστός και έχει τύχει μόνο μιας δυσπροσίτου εκδόσεως(4), γιατί από πολλούς αμφισβητείται η γνησιότης του.
Ο λόγος των αμφιβολιών είναι το κάπως ασυνήθιστο περιεχόμενό του. Μετά από μία λυρική εισαγωγή, μία δογματική διαπραγμάτευσι και μία ερμηνευτική παρουσίασι των σχετικών με την Γέννησι ευαγγελικών χωρίων, φθάνει στο θέμα του αστέρος των Μάγων και αρχίζει την εξιστόρησι τριών σχετικών με το θέμα διηγήσεων: μία για τους αρχαιοελληνικούς χρησμούς περί Χριστού, μία για τα συμβάντα στην Περσία προ της αναχωρήσεως των Μάγων και μία για την αιτία του θρήνου της Ραχήλ(5). τελειώνει δε με ένα σύντομο επίλογο. Η κεντρική διήγησις περί Μάγων προέρχεται από την Ανατολή και μεταπλάσθηκε από ξένο, πιθανότατα αραβικό πρωτότυπο(6). Το γεγονός αυτό μαζί με το ανεκδοτολογικό στοιχείο των διηγήσεων τις κάνουν να συγγενεύουν με την "Ιστορία Βαρλαάμ και Ιωάσαφ", πράγμα που έχει συζητηθή και από ωρισμένους ξένους μελετητές. Το τελευταίο αυτό κείμενο, γραμμένο κι αυτό πάνω σε ανατολικό και μάλλον αραβικό πρωτότυπο, επιγράφεται κι αυτό στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό και αμφισβητήθηκε πολύ, σήμερα όμως η έρευνα φαίνεται να το αποδίδη και πάλι με αρκετή βεβαιότητα σ’ αυτόν.
Μεταξύ των λόγων που μας πείθουν για την γνησιότητα του έργου είναι η χρησιμοποίησίς του από τον αδελφό του άγιο Κοσμά τον Ποιητή (πράγμα που αποτελεί και σημαντικό χρονολογικό τεκμήριο), η εξαιρετική καλλιέπεια, το προσιδιάζον στον Άγιο ύφος και οι δογματικές εκφράσεις, που σχεδόν συμπίπτουν με εκείνες των δογματικών έργων του(7).
Σημαντική ήταν η επίδρασις του λόγου στην υμνολογία, τους μεταγενεστέρους συγγραφείς και την Παράδοσι. Αναφέρουμε δειγματοληπτικά την άποψι ότι οι Μάγοι ήταν «βασιλείς Περσών»(8) και ότι ήρθαν και έφυγαν έφιπποι(9), που φαίνεται ότι προήλθε από αυτόν τον λόγο.
Όπως είπαμε, ο λόγος σώζεται σε πολλά αγιορειτικά χειρόγραφα. Εμείς χρησιμοποιήσαμε την μνημονευθείσα έκδοσι του Σωφρονίου Ευστρατιάδου και τα χειρόγραφα υπ’ αρ. 120 της Ι. Μ. Ξηροποτάμου (ΙΖ’ αι.) και 4 της Ι. Σκήτεως Αγίας Άννης (ΙΘ’ αι.). Πρέπει να σημειώσουμε πως ειδικά η διήγησις των Μάγων σώζεται και ανεξάρτητη από τον λόγο(10) και μάλιστα εξετυπώθη παραφρασμένη σε υποσημείωσι στα "Πνευματικά Γυμνάσματα" του Αγίου Νικοδήμου(11). Αξίζει επίσης να σημειώσουμε πως ο λόγος αυτός σώζεται ολόκληρος και στο χειρόγραφο υπ’ αρ. 14 της Ι. Μ. Εσφιγμένου (ΙΑ’ αι.), όπου το κείμενο πλαισιώνεται με δεκάδες μικρογραφίες μεγάλης τέχνης(12).
Για να μη μείνη άγνωστο στο ευρύ κοινό αυτό το τόσο σημαντικό κείμενο, παρουσιάζουμε εδώ μία ελεύθερη συντομευμένη απόδοσι του τμήματος του Λόγου, που περιέχει τις περί Μάγων διηγήσεις.
Οι κάτοικοι της Βηθλεέμ κοιμόταν ανυποψίαστοι. Και όμως λίγα βήματα έξω από τις πόρτες τους συνετελείτο το μέγιστο κοσμοϊστορικό γεγονός. Μόνο λίγοι πτωχοί ποιμένες με την καθαρή τους καρδιά αξιώθηκαν να αντιληφθούν τις αγγελικές δυνάμεις που κατά στρατιές περιέβαλλαν και δοξολογούσαν το νεογέννητο Βρέφος. Μα και σε ένα άλλο μακρινό σημείο της γης συζητούν την ίδια ώρα για αυτήν εδώ την Γέννησι.
Ένα υπερθαύμαστο άστρο άστραψε από την Ανατολή και οι βασιλείς των Περσών οι αστρονόμοι, έκπληκτοι από την ασυνήθιστη λάμψι, έφεραν στον νου τους την προφητεία του Βαλαάμ του προγόνου τους: «Θα ανατείλη άστρο από τον Ιακώβ, και θα παρουσιαθή άνθρωπος από τον Ισραήλ και θα συντρίψη τους εχθρούς Μωαβίτες». Το συμπέρασμά τους ήταν ότι επρόκειτο για μεγάλο βασιλέα, εξουσιαστή ολόκληρης της γης και της οικουμένης. Και τούτο το καταλάβαιναν όχι μόνο από την προφητεία του Βαλαάμ, αλλά και από άλλα φρικτά γεγονότα που συνέβησαν τότε. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

*  *  *
Πεθαίνοντας ο Νίκανδρος, άφησε πίσω του την αδελφή του Δωρίδα, την γυναίκα του Πυλάδη που σκοτώθηκε στην Ελλάδα(13). Την επόθησε ο Άτταλος, ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων, αλλά αυτή τον σκότωσε και πήρε την βασιλεία του. Όλοι την φοβόταν. Το ίδιο και ο αδελφός του φονευθέντος Φίλιππος, ο οποίος για να γλυτώση κατέφυγε στους Αχαιούς. Εκεί πήρε για γυναίκα την Αλισιβίδα, κόρη του στρατηγού τους Καλλιόπου, και βγήκε να πολεμήση την Δωρίδα και το έθνος της. Ωστόσο φοβόταν πολύ, γιατί η Δωρίς είχε σκορπίσει τον τρόμο παντού όπου είχε επιτεθή και όλα τα έθνη γύρω της την φοβόταν. Εθαύμαζαν όμως και το κάλλος της και ήθελαν να διαλέξη σύζυγο από ανάμεσά τους.
Ευρισκόμενοι λοιπόν σε δύσκολη θέσι οι Αχαιοί, αποφάσισαν να στείλουν στους Δελφούς να λάβουν χρησμό περί του πολέμου. Πήγαν λοιπόν στην ιέρεια Ευοπτία και ρώτησαν για το θέμα τους. Αυτή, αφού ήπιε από το μαντικό νερό της Κασταλίας πηγής, προφήτευσε ως εξής:
—   Θα 'ρθή καιρός που θα φθάση κάποιος στην γη αυτή την καλοστεριωμένη και θα γίνη σάρκα χωρίς ψεγάδι και, χωρίς να ξεφύγη από τους αμετακίνητους όρους της θεότητος, θα καταλύση την φθορά των ανιάτων παθών. Και φθόνος θα σηκωθή εναντίον του από άπιστο λαό και θα κρεμασθή ψηλά σαν κατάδικος θανάτου. Και όλα αυτά θα τα πάθη εκούσια. Και αφού πεθάνη, θα εγερθή προς αιώνιον ζωήν.
Αυτοί την περιγέλασαν και την καταράσθηκαν.
—    Καλά, λένε, για άνδρα σε ρωτήσαμε εμείς;
Και αυτή είπε:
—    Αήττητοι καιροί άρχισαν να εγείρωνται. Και Αυτή και Εκείνος και οι άνδρες μετά από Εκείνον θα νικήσουν.
Τότε οι απεσταλμένοι εξύβρισαν την προφήτιδα και πήγαν στο ιερό της Αθηνάς, μήπως εκεί λάβουν κάποια λογική απάντησι. Η ιέρεια Ξανθίππη εκείνη την ώρα ύφαινε ιστό ιερατικό και επίσημη πορφύρα. Αυτοί παρεξηγήθηκαν, λέγοντας πως η πορφύρα είναι μόνο για βασιλείς. Και είπε η μάντις:
—    Θα φαίνεται για γιος κάποιου άνδρα σαν εμάς, όμως θα είναι ηγεμών του αηττήτου Θεού. Με την αήττητη ρώμη του θα φέρη γύρο τον απέραντο κόσμο σαν ένα αυγό και με το δόρυ του θα υποτάξη τους πάντας.
Οι απεσταλμένοι την ειρωνεύθηκαν κι αυτήν και αναχώρησαν απογοητευμένοι, για να κάνουν μία έσχατη προσπάθεια στο ιερό του Απόλλωνος. Εκεί προσευχήθηκαν:
—    Θεοί νικητές, καθαροί, αγαπητοί μας, τί είναι αυτό που κάνετε σ’ εμάς τους ταπεινούς δούλους σας; Εμείς ζητάμε να νικήσουμε σε πόλεμο εναντίον μιας γυναικός και σεις μας προσφέρετε αντί πολέμου πόλεμο...
Και ξαφνικά βγήκε μία αόρατη φωνή, ενώ ο τρίποδας πήρε τρεις στροφές:
—    Η προφήτις εξαγγέλλει: «Κατά την τρίτη στροφή του χρόνου(14), θα παρουσιασθή ένας ουρανόσταλτος λαμπρός αυγερινός(15). Κατοικώντας σε ανθρώπινη κοιλία, θα πλάση από ευσπλαγχνία σάρκα θνητή για τον εαυτό του. Και το όνομα Εκείνης δυο φορές το εβδομήντα έξι(16). Αυτός θα καταργήση όλες τις βασιλείες και όλα τα δικά μας σεβάσματα και θα μεταφέρη όλη την δόξα και την τιμή στην κορυφή της πανευτυχούς σοφίας».
Σαν άκουσαν αυτά, αναχώρησαν λυπημένοι.

*  *  *

Ο Κύρος, ο βασιλεύς των Περσών, είχε κατασκευάσει ένα ναό και είχε τοποθετήσει μέσα χρυσούς και αργυρούς ανδριάντες των θεών και τον είχε διακοσμήσει με πολυτίμους λίθους. Εκείνες λοιπόν τις ημέρες(17) , σύμφωνα με όσα μας πληροφορούν τα γραμμένα υπομνήματα(18), μπήκε ο τότε βασιλεύς στο ιερό, για να ζητήση εξήγησι σε κάποια του όνειρα, και ο ιερεύς Προύπιππος του είπε:
—    Τα συγχαρητήριά μου, βασιλιά μου. Η Ήρα συνέλαβε.
Ο βασιλεύς χαμογέλασε και είπε:
—    Αυτή που πέθανε, μου λες ότι συνέλαβε;
—    Ναι, αυτή που πέθανε ανέζησε και γεννά ζωή.
—    Τί θέλεις να πης, ξεκαθάρισέ το.
—    Κύριέ μου, πραγματικά πάνω στην ώρα κατέφθασες εδώ. Γιατί όλη την νύκτα τα αγάλματα, και τα ανδρικά και τα γυναικεία, δεν σταμάτησαν να χορεύουν και να συγχαίρουν το ένα το άλλο για την ευτυχία της Ήρας. Μα τα γυναικεία άρχισαν να λένε πως δεν ήταν η Ήρα, αλλά η Πηγή που συνέλαβε. Και τα ανδρικά απάντησαν πως αποδέχονται το όνομα Πηγή, γιατί το πραγματικό της όνομα είναι Μυρία και μέσα στη μήτρα της σαν μέσα σε πέλαγος φέρει φορτηγό πλοίο με μύριους επιβάτες. Και είναι πηγή όχι ύδατος αλλά πνεύματος. Και έχει ένα μόνο ψάρι, το οποίο συλλαμβάνεται με το αγκίστρι της θεότητος, για να θρέψη με την ίδια του την σάρκα όλο τον κόσμο. Έχει μνηστήρα τέκτονα, αλλά δεν είναι δικός του γιος ο τέκτων τον οποίον γεννά, αυτός είναι το παιδί του Αρχιτέκτονος που αρχιτεκτόνησε τον ουρανό και την γη. Αλλά περίμενε βασιλιά μου, να δούμε τί θα απογίνη τώρα στην διάρκεια της ημέρας.
Ο βασιλεύς έμεινε εκεί και περίμενε. Σε λίγο ο ναός γέμισε μουσικές και θορύβους και όλα τα είδωλα, ανθρώπων και ζώων, άρχισαν να χορεύουν και να τραγουδούν ζωηρά, κατά τρόπο θορυβώδη και τρομακτικό. Και άνοιξε η οροφή του ουρανού και κατέβηκε ένα λαμπρό αστέρι και στάθηκε πάνω από το άγαλμα της Πηγής, και ακούσθηκε να λέγη τα εξής:
—  Δέσποινα Πηγή, ο μέγας ήλιος με απέστειλε να σε υπηρετήσω στην γέννα μετά τον αμίαντο γάμο που έκανε προς εσένα και συγχρόνως να σου μηνύσω: Γίνεσαι μητέρα του πρώτου όλων των ταγμάτων, νύμφη της τριωνύμου μονοκρατορίας. Το άσπορο βρέφος καλείται αρχή και τέλος. αρχή σωτηρίας και τέλος απωλείας.
Αμέσως σωριάσθηκαν σε συντρίμμια όλα τα είδωλα και έμεινε μόνο η Πηγή. και βρέθηκε πάνω της διάδημα βασιλικό με λιθοκόλλητο αστέρα από αδάμαντα και σμάραγδο και ο αστέρας στάθηκε πάνω της.
Ο βασιλεύς διέταξε να καλέσουν όλους τους σοφούς ερμηνευτές των σημείων της χώρας του και όλοι αυτοί ερμήνευσαν τα παραπάνω γεγονότα ως εξής:
—    Βασιλιά μας, ρίζα θεϊκιά και βασιλική ανέτειλε και φέρει την μορφή ουρανίου και επιγείου βασιλέως. Γιατί η Πηγή είναι η κόρη Μαρία η Βηθλεεμίτις, το διάδημα είναι τύπος βασιλικός και ο αστέρας ένα ουράνιο μήνυμα που θαυματουργείται στη γη. Από την φυλή Ιούδα σηκώθηκε βασιλεία που θα εξαλείψη την μνήμη των Ιουδαίων. Έφθασε και το τέλος της τιμής των θεών. Στείλε λοιπόν ανθρώπους στα Ιεροσόλυμα και θα βρης τον γιο του παντάνακτος να βαστάζεται σωματικά σε γυναικείες αγκάλες.
Χωρίς καθυστέρησι ο βασιλεύς κάλεσε τους υποτελείς του Μάγους και τους έστειλε με δώρα να προσκυνήσουν τον γεννημένο βασιλιά προσφερόμενοι ως απαρχή των Εθνών(19). Ξεκίνησαν, μετρώντας τις μέρες της πορείας τους και το άστρο πορευόταν μαζί τους. Έφθασαν στα Ιεροσόλυμα, σύμφωνα με το σχέδιό τους και άρχισαν να ρωτούν και να ψάχνουν που βρίσκεται ο γεννημένος βασιλεύς των Ιουδαίων. Αλλά γι’ αυτόν που εκείνοι από τόσο μακριά πληροφορήθηκαν και ήρθαν οι ίδιοι οι συμπατριώτες του δεν φαινόταν να έχουν ιδέα. Το πράγμα έφθασε στον ηγεμόνα. Ταράχθηκε ο Ηρώδης. έμαθε από τους γραμματείς πως ο Μεσσίας γεννιέται στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Κάλεσε κρυφά και τους Μάγους και ρώτησε πόσον καιρό φαινόταν το άστρο, για να υπολογίση πόσων ετών ήταν ο διεκδικητής της εξουσίας του, να τον βρη και να τον σκοτώση. Και απάντησαν απονήρευτα οι Μάγοι:
—         Έχουμε συμπληρώσει ένα χρόνο που οδηγούμαστε από το άστρο.
—         Τί σημαίνει άραγε αυτό; ρωτούσαν οι Ιουδαίοι.
—         Γεννήθηκε αυτός που ονομάζετε Μεσσία και τον περιμένετε.
—         Στο όνομα της θείας δικαιοσύνης, πέστε μας τί μάθατε;
—         Εσείς έχετε την αρρώστια της απιστίας και ούτε με όρκο δεν θα πιστέψετε. Απλά σας το λέμε: Γεννήθηκε ο Χριστός, ο γιος του Υψίστου. αυτό ξέρουμε.
Οι Ιουδαίοι καταθορυβημένοι συσκέφθηκαν μεταξύ τους και κατόπιν τους παρακάλεσαν να δεχθούν δώρα, προκειμένου να το αποσιωπήσουν αυτό εδώ στην χώρα τους, γιατί τάχα υπήρχε κίνδυνος να προκληθή εξέγερσις. Εκείνοι τότε είπαν:
—    Εμείς προς τιμήν του, για να διαλαλήσουμε τα θαυμαστά σημεία που συνέβηκαν στην χώρα μας κατά την γέννησί του, φέραμε δώρα και σεις μας λέτε να πάρουμε δώρα και να κρύψουμε αυτά που κηρύχθηκαν δημόσια από την επουράνια Θεότητα και να παρακούσουμε στις εντολές του βασιλιά μας που μας έστειλε;
Βγήκαν λοιπόν από τα Ιεροσόλυμα και έφθασαν στον προορισμό τους, ενώ το άστρο τους υπεδείκνυε το Δεσποτικό Βρέφος, και είδαν και την μητέρα και το παιδί. Άνοιξαν τις θήκες τους, γονάτισαν στην γη και του προσέφεραν δώρα: χρυσό, στον βασιλέα, λιβάνι στον Θεό, και σμύρνα στον θνητό. Και είπαν οι Μάγοι στην Παρθένο:
—  Πώς ονομάζεσαι, ξακουστή Παρθένε;
—  Μαρία, λέει εκείνη.
—  Από πού είσαι;
—  Από εδώ, από την Βηθλεέμ.
—  Και λοιπόν, δεν πήρες κανένα άνδρα ;
—  Μνηστεύθηκα μόνο και έγιναν αρραβώνες.
—  Από ποιο γένος κατάγεσαι και γέννησες τέτοιο παιδί;
—  Κατάγομαι από γένος βασιλικό και ιερατικό, δηλ. του Δαυίδ και του Ααρών, και από την ρίζα του Ιούδα. Κι είμαι κόρη του Ιωακείμ και γέννημα της Άννας.
—  Μήτηρ μητέρων, εσένα εμακάρισαν όλοι οι θεοί των εθνών. Μεγάλο σου το καύχημα. Ξεπέρασες όλες τις γυναίκες και αναδείχθηκες βασιλικώτερη από όλες τις βασίλισσες.
Το παιδί πάλι καθόταν κάτω στη γη. μόλις είχε μπη στο δεύτερο χρόνο. Στο πρόσωπο έμοιαζε αρκετά με την μητέρα του. Αυτή ήταν ελαφρώς ψηλή, με σώμα τρυφερό. το χρώμα του δέρματός της σαν του σταριού, τα μαλλιά της δεμένα ωραία στο κεφάλι της. Είχαν μαζί τους ένα δούλο ζωγράφο που έφτιαξε μία εικόνα τους, την οποία έφεραν κατόπιν στην πατρίδα τους και την έστησαν στο ιερό να προσκυνήται από όλους, γράφοντας σε χρυσά πέταλα την εξής επιγραφή: «Μέσα στο ουρανοποίητο ιερό, το Περσικόν κράτος αφιέρωσε αυτό το ανάθημα στον εν μέσω ηλίων Θεό και μεγάλο βασιλέα Ιησού».
Έπειτα σήκωσαν ο καθένας στα χέρια του το παιδί Ιησού και το προσκύνησαν, προφητεύοντας για τον σωτηριώδη σκοπό της ενσαρκώσεώς Του. Το παιδί γελούσε και σκιρτούσε με τα χαϊδέματα των Μάγων. Έπειτα αποχαιρέτησαν και την μητέρα, η οποία τους τίμησε και αυτούς πρεπόντως, και επέστρεψαν στο κατάλυμά τους. Σχολιάζοντας αυτά που είδαν έλεγε ο πρώτος: «εγώ το έβλεπα νήπιο». ο δεύτερος: «εγώ το είδα τριαντάχρονο νέο». ενώ ο τρίτος: «εγώ το έβλεπα υπερήλικα γέροντα». Κι απόμειναν να θαυμάζουν.
Κατά το βράδυ παρουσιάσθηκε μπροστά τους ένας αστραποβόλος άγγελος με φοβερό πρόσωπο και τους λέγει:
—  Γρήγορα φύγετε από εδώ, για να μην πάθετε κακό.
—  Θεϊκέ άγγελε, είπαν εκείνοι διστακτικά, ποιος τάχα να κάνη κακό σε ανθρώπους σαν εμάς, που ήρθαμε με τέτοιο σκοπό;
—  Ο Ηρώδης, τους λέγει αυτός. Ακούγοντας αυτά οι Μάγοι ανέβηκαν σε γρήγορα και δυνατά άλογα και αναχώρησαν από άλλο δρόμο για την χώρα τους.


1. βλ. π.χ. τα τροπάρια μεταξύ των αναγνωσμάτων του εσπερινού της εορτής
2. βλ. Αριθ. κδ’ 17: «Ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ και αναστήσεται άνθρωπος εξ Ισραήλ και θραύσει τους αρχηγούς Μωάβ και προνομεύσει πάντας τους υιούς Σηθ». Ο Βαλαάμ ήταν μάντις των Μωαβιτών, λαού της Μεσοποταμίας, όπου στους χρόνους του Χριστού εβασίλευαν οι Πέρσες. Οι Μάγοι ονομάζονται εδώ μαθητές και διάδοχοί του.    
3.  βλ. έκδοσι υπό Σωφρονίου Ευστρατιάδου, Νέος Ποιμήν, 3 (1921), σελ. 35
4. ένθ. ανωτ., σελ. 23-42
5. σχεδόν ολόκληρη η διήγησις του ιθ’ κεφ. των Κριτών
6. «ως αι γεγραμμέναι πτύχες διδάσκουσι», ένθ. ανωτ., σελ. 32
7. λ.χ. «ουκ άνθρωπον αποθεωθέντα λέγομεν, αλλά Θεόν ενανθρωπήσαντα ομολογούμεν», ένθ. ανωτ., σελ. 25
8. τροπάριο Λιτής των Χριστουγέννων
9. πρβλ. σχετική εικονογραφία
10. όπως π.χ. στο χειρόγραφο υπ’ αρ. 13, της Ι. Μ. Ξηροποτάμου (IS’ αι)
11. σελ. 167-171
12. βλ. Εκδοτική Αθηνών, Οι Θησαυροί του Αγίου Όρους, τόμ. Β’, σελ. 223-252 και εξηγήσεις σελ. 375-389, όπου και βιβλιογραφία
13. Τα ονόματα αυτά εμφανίζουν μεγάλη ποικιλία στους κώδικες. Πάντως βρισκόμαστε στον χώρο της δωρικής λακεδαιμονικής μυθολογίας. Γιαυτό διορθώσαμε σε Νίκανδρος (Ηρακλείδης ήρωας, βασιλεύς της Σπάρτης), ενώ συνήθως συναντάται το Κάσσανδρος, κάπου όμως και ο ενδιάμεσος τύπος Κάνδρος. Επίσης προτιμήσαμε το Δωρίς από το Δωριάς και το Πυλάδης (μυθικός φίλος του Ορέστη) από άλλα παρεμφερή. Γενικά η όλη διήγησις εμφαίνει σχετική με την δωρική μυθολογία παράδο¬σι των ελληνιστικών χρόνων, την οποία εγνώρισε ο άγιος Ιωάννης στην ραβοκρατούμενη πια Ανατολή, συνδεδεμένη με το θέμα των Μάγων. Το ζήτημα των πραγματικών ιστορικών γεγονότων που κρύβονται πίσω από την διήγησι ή των άλλων συμβολισμών που εμπεριέχονται, δεν έχει ερευνηθή ακόμη. Μπορούμε μόνο να πούμε πως το κείμενο είναι μία μαρτυρία των μεσσιανικών προσδοκιών που κυριαρχούσαν στην θρησκευτική συνείδησι των λαών, ιδίως κατά τους όψιμους ελληνιστικούς χρόνους. Δεν είναι τυχαίο αυτό που λέει ο Απόστολος: «ότε δε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου...» (Γαλ. δ’ 4).
14. Βλέπουμε ότι τα γεγονότα τοποθετούνται χρονολογικώς τρία χρόνια προ της εμφανίσεως του αστέρος.
15. Με τον τρόπο αυτόν οι χρησμοί αυτοί συνδέονται με την προσδοκία των Μάγων, γεγονός που υπογραμμίζει την θέσι ότι οι Μάγοι δεν εκπροσωπούσαν μόνο την Περσία, αλλά ήταν η «απαρχή» όλων των Εθνών.
16. Πρόκειται για τον αριθμό 152, ο οποίος αποτελεί το άθροισμα των αριθμών που αντιπροσωπεύουν τα γράμματα του ονόματος ΜΑΡΙΑ (40+1+100+10+1).
17. δηλ. τις μέρες της γεννήσεως του Κυρίου (και όχι βέβαια τον καιρό του Κύρου, ο οποίος έζησε τον Ε’ αι. π.Χ.)
18. φαίνεται ότι στην Ανατολή κυκλοφορούσε κάποιο κείμενο (ίσως κάποια αραβική μετάφρασις αρχαίων περσικών επιγραφών) με ένα είδος αναφοράς των Μάγων από την αποστολή τους.
19.  Για την φράσι αναφέραμε στην εισαγωγή.
20. Όπως είπε προηγουμένως, οι Μάγοι είδαν μόνο την Μητέρα και το Παιδί. Ο Ιωσήφ δεν αναφέρεται να ήταν παρών. Και όπως είναι προφανές, δεν ευρίσκοντο στο σπήλαιο, αλλά σε κάποιο σπίτι στην Βηθλεέμ, διότι, όπως είδαμε προηγουμένως, είχε περάσει τουλάχιστον ένας χρόνος από την Γέννησι.

“ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”
    ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ
    ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ – ΤΕΥΧΟΣ 6

Η Λογοκλοπή της ημερομηνίας των Χριστουγέννων



 Η παρούσα παρουσίαση δεν διεκδικεί κάποια πρωτοτυπία. Στηρίζεται στο μεγαλύτερο μέρος της στην θέση/διατριβή του Steven Hijmans, η οποία συντάχθηκε πριν περίπου μία εικοσαετία και επανακυκλοφόρησε το 2009, με τον τίτλο Sol: The sun in the art and religions of Rome, έχοντας υποστεί περισσότερη επεξεργασία.
 Η χριστιανική απολογητική, απέναντι στις κατηγορίες των παγανιστών για λογοκλοπή της ημερομηνίας των Χριστουγέννων (25η Δεκεμβρίου) από την εορτή του Ήλιου ή Sol Invictus, έγινε ευρύτερα γνωστή μετά την κυκλοφορία του έργου του Hermann Usener, Das Weinachtfest (Bonn 1889, δεύτερη έκδοση 1911). Σε αυτό το έργο ο Usener ισχυρίστηκε ότι η μεταφορά της ημερομηνίας της εορτής των Χριστουγέννων την 25η Δεκεμβρίου από την 6η Ιανουαρίου, έγινε για λόγους ανταγωνισμού, δηλ. για να σταματήσει ο αρχαίος κόσμος να εορτάζει την αντίστοιχη παγανιστική εορτή και να προτιμήσει να γιορτάζει την γέννηση του Χριστού. Η δικαιολογία αυτή δεν υπάρχει σε κανέναν χριστιανό απολογητή ή Πατέρα της Εκκλησίας, αλλά συναντάται για πρώτη φορά στον Jacob Bar-Salibi[1], Σύριο επίσκοπο του ΙΒ’ αι. και για να είμαστε πιο ακριβείς, προέρχεται από ένα ανώνυμο σχόλιο στο περιθώριο ενός χειρογράφου έργου του, γραμμένο από διαφορετικό χέρι, το οποίο εκδόθηκε από τον Assemani στην Bibliotheca Orientalis II, στην Ρώμη το 1721[2]. Από εκεί το παρέλαβε ο Paul Ernst Jablonski[3] (1757) και ο βολλανδιστής Jean Hardouin (1729) και σύνδεσαν την επιλογή της ημερομηνίας με την εορτή του “sol invictus”[4].
 Εντάσσεται στα πλαίσια μια συγκρητιστικής και ταυτόχρονα ανταγωνιστικής ερμηνευτικής του Χριστιανισμού, η οποία βρήκε πρόσφορο έδαφος στα έργα των Franz Cumont[5] – ο συγκεκριμένος έδωσε έμφαση στην δυναμική του ανταγωνισμού Μιθραϊσμού-Χριστιανισμού και η άποψή του αναπαράχθηκε στην χώρα μας πρώτα από τον Ν. Πολίτη -, Franz Joseph Dölger[6] κ.α. Τα τελευταία χρόνια αμφισβητείται έντονα και οι συζητήσεις επί του θέματος έστρεψαν την έρευνα στην μελέτη των ιστορικών και αρχαιολογικών πηγών για την ανεύρεση όχι μόνο της ημερομηνίας μεταφοράς της εορτής την 25η Δεκεμβρίου, αλλά και της ημερομηνίας έναρξης εορτασμού των Χριστουγέννων[7], όπως επίσης και για τους λόγους που οδήγησαν στην καθιέρωσή της.  

Η ημερομηνία γέννησης του Χριστού.  
Είναι καθολικά αποδεκτό ότι κανείς δεν γνωρίζει ποια μέρα γεννήθηκε ο Χριστός. Ωστόσο, ήδη από τον Β’ αι. μ. Χ. έγιναν κάποιες προσπάθειες ανεύρεσης της συγκεκριμένης ημερομηνίας. Ο Κλήμης Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι οι «περιεργότεροι» υπολόγιζαν την ημερομηνία στις 20 Μαΐου, ενώ ο ίδιος υπολόγισε ότι έγινε την 18η Νοεμβρίου[8]. Ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης δέχονταν ως σωστή ημερομηνία την 2α Απριλίου, αλλά γνώριζε και την 25η Δεκεμβρίου, «προ οκτώ καλάνδων Ιανουαρίων[9]». Επίσης, αναφέρεται μόνο για ιστορικούς λόγους, ο αυθαίρετος υπολογισμός του ανώνυμου συγγραφέα (ψευδο-Κυπριανός) του De Pascha Computus, ο οποίος, αφού δέχεται αρχικά ότι η πρώτη μέρα της δημιουργίας ήταν η 25η Μαρτίου και συνεπώς ο ήλιος δημιουργήθηκε την 28η Μαρτίου, στηριζόμενος στην επίκληση του Χριστού ως «ήλιου της δικαιοσύνης» (Μαλαχίας 4.2) συμπέρανε ότι η γέννησή Του πρέπει να συνέπεσε με αυτή την ημέρα[10]. Αυτό λέει του αποκαλύφθηκε από τον ίδιο τον Θεό (ab ipso Deo).  
Είναι γνωστό ότι αρχικά η Γέννηση του Χριστού εορτάζονταν μαζί με τα Θεοφάνεια, στις 6 Ιανουαρίου. Πρώτα η Εκκλησία της Ρώμης, διαχώρισε τις δύο εορτές και όρισε τα Χριστούγεννα να εορτάζονται την 25η Δεκεμβρίου. Πότε ορίστηκε η νέα ημερομηνία δεν είναι γνωστό. Στέρεη ιστορική μαρτυρία δείχνει ότι το 336 μ. Χ. η Ρωμαϊκή Εκκλησία ήδη γιόρταζε στην νέα ημερομηνία. Υπάρχουν, βέβαια, και αρκετοί συγγραφείς, όπως ο Gottfriend Brunner[11], o Hans Lietzmann[12] και ο Massey Hamilton Shepherd[13], οι οποίοι στηρίζονται σε εδάφιο από την Sermo 202 του Αγίου Αυγουστίνου[14], όπου λέει ότι οι Δονατιστές παρακολουθούσαν την εορτή πριν από το δονατιστικό σχίσμα (311), και συμπεραίνουν ότι στην Βόρεια Αφρική ο διαχωρισμός Χριστουγέννων και Θεοφανείων είχε γίνει νωρίτερα, ίσως με την απαρχή του διωγμού του Διοκλητιανού.  
Όποια και αν ήταν η ημερομηνία εορτής των Χριστουγέννων στην Β. Αφρική, η Ρώμη εγκαινίασε την νέα ημερομηνία λίγο πριν το 336 μ.Χ. και ο Martin Wallraff προτείνει ότι αυτό έγινε το 330[15]. Εδώ υπάρχει μία παγίδα. Οι οπαδοί της θεωρίας της επίδρασης της εορτής του “sol invictus” επί των Χριστουγέννων, αδυνατώντας ν’ αντικρούσουν την ιστορικότητα της ημερομηνίας του 336, προσπαθούν να την μεταθέσουν νωρίτερα, ξεκινώντας από το 321 ή το αργότερο το 325 μ.Χ. (συνδέουν και την Α’ Οικουμενική Σύνοδο με το θέμα), αποβλέποντας στο ν’ αποδείξουν ότι άμεσος εμπνευστής της νέας ημερομηνίας ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος, κι έτσι να καταλήξουν ότι σε μια εποχή κατά την οποία εξακολουθούσε να είναι επηρεασμένος από την λατρεία του ήλιου, αποφάσισε να συνδέσει τις δύο εορτές[16].  
Τα επιχειρήματά τους είναι αίολα. Κατ’ αρχάς δεν υπάρχουν ιστορικές αποδείξεις, που να επιτρέπουν την υπόθεση για την τοποθέτηση της 25ης Δεκεμβρίου πολύ πριν το 336. Έπειτα, ο Μέγας Κωνσταντίνος έφυγε από την Ρώμη το 324 μ. Χ. για να εγκατασταθεί στην Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη, μετά την νίκη του επί του Λικίνιου. Επέστρεψε στην Παλαιά Ρώμη για λίγους μήνες το 326, έφυγε τον Σεπτέμβριου του ίδιου έτους και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Συνεπώς, αν η μεταφορά της εορτής των Χριστουγέννων την 25η Δεκεμβρίου οφείλονταν στον Μέγα Κωνσταντίνο, τότε θα έπρεπε και η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης έχει υιοθετήσει την νέα ημερομηνία, την ίδια περίοδο. Αυτό δεν έγινε. Στην Κωνσταντινούπολη η Γέννηση του Χριστού γιορτάστηκε την 25η Δεκεμβρίου μόλις το 380 μ.Χ. και στην Αίγυπτο μετά την Σύνοδο της Εφέσου το 430 μ.Χ[17].  

Η ημερομηνία εορτής του “sol invictus”. 
Όσοι υποστηρίζουν ότι οι Χριστιανοί αντέγραψαν την ημερομηνία εορτής των Χριστουγέννων από την εορτή του “sol invictus”, προτείνουν ότι η δεύτερη ξεκίνησε το 274 μ.Χ., την εποχή του Αυρηλιανού. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως ιστορικό ή αρχαιολογικό δεδομένο που να στηρίζει αυτή την άποψη[18]. Είναι αποδεδειγμένο ότι ο Αυρηλιανός έκτισε έναν μεγαλοπρεπή ναό προς τιμή του ήλιου την εποχή αυτή, ότι αναβάθμισε τους ιερείς του ναού σε pontifices, αλλά καμιά αναφορά σε εορτή του ήλιου την 25η Δεκεμβρίου δεν υπάρχει πριν το 354 μ.Χ. και αυτή αμφισβητήσιμη, όπως θα δούμε. Οι υποστηρικτές της παραπάνω θεωρίας θεωρούν ότι εφόσον το Χειμερινό Ηλιοστάσιο έπεφτε αυτή την ημέρα, είναι αυταπόδεικτο, ότι πρέπει να υπήρχε μια τέτοια εορτή. Λοιπόν, τίποτα δεν είναι αυταπόδεικτο, αν δεν μαρτυρείται από τις πηγές.
 Οι παλαιότερες ρωμαϊκές εορτές προς τιμή του ήλιου, δηλ. η 8η ή 9η Αυγούστου, ίσως η 28η Αυγούστου και η 11η Δεκεμβρίου, μαρτυρούνται από επιγραφικό υλικό[19], το οποίο είναι προγενέστερο του πρώτου μισού του Α’ αι. μ.Χ. και δεν έχουν καμιά αστρολογική συσχέτιση με ισημερίες ή ηλιοστάσια. Από το πρώτο μισό του Α’ αι. μ.Χ. μέχρι το 354 δεν υπάρχει αναφορά σε ρωμαϊκή εορτή του ήλιου, ούτε καν στο Feriale Duranum, ένα ρωμαϊκό στρατιωτικό ημερολόγιο από την Dura Europos, που χρονολογείται στο 227 μ.Χ. Αυτό που προκύπτει από την σιωπή των αρχαιολογικών και ιστορικών πηγών για το διάστημα των τριών αιώνων, είναι ότι η λατρεία του ήλιου είχε ατονήσει, αν δεν είχε εξαλειφθεί, με μόνες προσπάθειες διάσωσής της αυτήν του Ηλιογάβαλου, ο οποίος κατ’ ουσίαν εισήγαγε νέα λατρεία από την πατρίδα του Συρία, και του Αυρηλιανού. Ωστόσο, σε καμιά από τις δύο δεν εγκαινιάστηκε ηλιακή γιορτή την 25η Δεκεμβρίου.  
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι την εποχή που καθιερώθηκε η 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτής της Γέννησης του Χριστού στην Ρώμη, δεν υπήρχε αντίστοιχη εορτή του ήλιου, τα δε Σατουρνάλια ξεκινούσαν την 17η Δεκεμβρίου και τελείωναν την 22α ή 23η Δεκεμβρίου.  
Το Καλανδάριο του Φιλόκαλου[20] του 354 μ.Χ. καταγράφει τους αγώνες οι οποίοι θεσπίστηκαν και ήταν σε ισχύ την εποχή που γράφτηκε.  Αναφέρει agones προς τιμή του ήλιου και της σελήνης στις 28 Αυγούστου (SOLIS·ET·LVNAE·CM·XXIIII), ludi προς τιμή του ήλιου μεταξύ 19-22 Οκτωβρίου (LVDI SOLIS ·CM·XXXVI), και πάλι agon στην εορτή Natalis Invicti την 25η Δεκεμβρίου (N·INVICTI·CM·XXX). Είναι γνωστό ότι ο Αυρηλιανός όρισε να γίνονται αγώνες προς τιμή του ήλιου, όπως μαρτυρεί το Chronica Sancti Hieronymi[21], και το Καλανδάριο τους ταυτίζει με αυτούς που γίνονταν στο διάστημα 19-22 Οκτωβρίου[22]. Κάποιοι συγγραφείς[23] αρνούνται την ταύτιση των αγώνων του Αυρηλιανού με τους αγώνες που διεξάγονταν τον Οκτώβριο και ισχυρίζονται ότι αυτοί γίνονταν τον Δεκέμβριο. Για τον ισχυρισμό τους στηρίζονται αποκλειστικά στον Ιουλιανό τον Παραβάτη, ο οποίος έγραψε στον ύμνο του στον ήλιο το 362, ότι οι μεγαλοπρεπέστεροι αγώνες προς αυτόν διεξάγονταν στο τέλος Δεκεμβρίου.  
Έχει αποδειχθεί ότι ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ψεύδονταν σε αρκετές περιπτώσεις. Η πρώτη είναι αυτή. Οι μεγαλοπρεπέστεροι αγώνες προς τιμή του ήλιου ήταν αυτοί του Οκτωβρίου, επειδή συμμετείχαν 36 άρματα (το XXXVI που βλέπουμε στο τέλος της εγγραφής). Στους αγώνες του Αυγούστου συμμετείχαν 24 άρματα (το XXIIII που βλέπουμε στο τέλος της εγγραφής) και στον αγώνα του Δεκεμβρίου 30 άρματα (το ΧΧΧ που βλέπουμε στο τέλος της έγγραφης). Έπειτα, σύμφωνα με το Καλανδάριο ο αγώνας του Δεκεμβρίου γίνονταν προς τιμή της γέννησης του Ανίκητου (Natalis Invicti), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι προς τιμήν του ήλιου διότι τότε θα έπρεπε να γράφει Invicti Solis. Άρα και πάλι μόνο ο Ιουλιανός ο Παραβάτης και όσοι τον ακολουθούν δέχονται ότι πρόκειται για εορτή του ήλιου και η πληροφορία είναι αναξιόπιστη και μεταγενέστερη (362). Και τέλος οι αγώνες τους οποίους όρισε ο Αυρηλιανός διεξάγονταν κάθε τέσσερα χρόνια, γεγονός που μειώνει σημαντικά την σημασία τους στην εορταστική ζωή της Ρώμης.  
Πάντως είναι ο ίδιος ο Ιουλιανός αυτός που αναιρεί τα όσα γράφει, διότι εν τη ερήμη του λόγου, στο τέλος του ύμνου αναφέρει αγώνες προς τιμή του ήλιου και όχι αγώνα, όπως θα έπρεπε, αν επρόκειτο για την 25η Δεκεμβρίου. Γράφει δηλαδή:
 
«εἴ σοι μετά τοῦτο φαίην, ὡς καί τόν Μίθραν τιμῶμεν καί ἄγομεν Ἡλίῳ τετραετηρικούς ἀγῶνας, ἐρῶ νεώτερα˙ βέλτιον δέ ἴσως ἕν τι τῶν παλαιοτέρων προθεῖναι[24]».
 
«Αν πρέπει κατόπιν να σου πω και αυτό, ότι και τον Μίθρα τιμούμε και για τον Ήλιο διεξάγουμε αγώνες κάθε τέσσερα χρόνια, θα μιλούσα για τα πρόσφατα. Ίσως είναι καλύτερο να σου μιλήσω για τα παλαιότερα».  
Τι εννοεί ως παλαιότερα; Όχι την συγκεκριμένη γιορτή, αλλά το γεγονός ότι οι Ρωμαίοι εόρταζαν την Πρωτοχρονιά μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο: 
«οἱ δέ ἡμέτεροι προπάτορες ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ θειοτάτου βασιλέως τοῦ Νομά μειζόνως ἔτι τόν θεόν τοῦτον σεβόμενοι τά μέν τῆς χρείας ἀπέλιπον, ἅτε οἶμαι φύσει θεῖοι καί περιττοί τήν διάνοιαν, αὐτόν δέ εἶδον τούτων τόν αἴτιον καί ἄγειν ἔταξαν συμφώνως ἐν τῇ παρούσῃ τῶν ὡρῶν τήν νουμηνίαν, ὁπότε ὁ βασιλεύς Ἥλιος αὖθις ἐπανάγει πρός ἡμᾶς ἀφείς τῆς μεσημβρίας τά έσχατα καί ὥσπερ περί νύσσαν τόν αἰγοκέρωτα κάμψας ἀπό τοῦ νότου πρός βορρᾶν ἔρχεται μεταδώσων ἡμῖν τῶν ἐπετείων ἀγαθῶν[25]».  
Αυτό, λοιπόν, που λέει εδώ ο Ιουλιανός, δεν είναι ότι οι αγώνες προς τιμή του ήλιου ορίστηκαν από τους παλαιότερους, αλλά η αρχή του νέου έτους. Παραβλέπουμε, βέβαια, την ανοησία περί του Νουμά. Παρακάτω μιλάει για τον αγώνα της 25ης Δεκεμβρίου:
«… τοῖς Κρονίοις οὖσι τελευταίοις εὐθύς συνάπτει κατά τόν κύκλον τά Ἡλίαια, ἅ δή πολλάκις μοι δοῖεν οἱ βασιλεῖς ὑμνῆσαι καί ἐπιτελέσαι θεοί, καί πρό γε τῶν ἄλλων αὐτός ὁ βασιλεύς τῶν ὅλων Ἥλιος,…[26]»
 
Η φράση «ἅ δή πολλάκις μοι δοῖεν οἱ βασιλεῖς ὑμνῆσαι καί ἐπιτελέσαι θεοί» μπορεί να σημαίνει ότι εν τέλει τα Ηλίαια ορίστηκαν να εορτάζονται από τον ίδιο τον Ιουλιανό. Είναι ξεκάθαρο ότι, όπως στην περίπτωση του Ηλιογάβαλου και του Αυρηλιανού, έτσι και με τον Ιουλιανό η λατρεία του ήλιου έχει περισσότερο προσωπική αξία[27], παρά μπορεί να ειδωθεί ως ευρεία λατρεία, ικανή να επισκιάσει τις ήδη υπάρχουσες. Ειδικά για τον Ιουλιανό, η σύγχρονη έρευνα αποτείνεται ότι έκλινε προς την λατρεία της Κυβάλης περισσότερο, απ’ ότι προς την λατρεία του ήλιου[28]. Απορρίπτεται η άποψη, που θέλει την λατρεία του ήλιου ως μονοθεϊστική με ενοειδείς συγκεντρωτικές τάσεις.  
Συνεπώς, η καθιέρωση της εορτής των Χριστουγέννων προηγείται χρονικά την αντίστοιχη της λατρείας του ήλιου η οποία τοποθετήθηκε την 25η Δεκεμβρίου ενδεχομένως από τον Ιουλιανό και εις αντικατάσταση της εορτής του Ανίκητου αλλά όχι ήλιου, η οποία είναι καταγεγραμμένη το 354 (και αυτό στην περίπτωση που δεν πρόκειται για μεταγενέστερη προσθήκη στο Καλανδάριο). Άρα οι Χριστιανοί δεν αντέγραψαν καμιά προηγούμενη παγανιστική εορτή, πολύ περισσότερο μια εορτή ήσσονος σημασίας, όπως αυτή του ήλιου. Το πιο πιθανό είναι να συνέβη το αντίθετο, δεδομένης της ανταγωνιστικής διάθεσης του Ιουλιανού έναντι του επικρατούντος Χριστιανισμού και της προσπάθειάς του να τον εξαλείψει.  

Περί του υπολογισμού της ημερομηνίας των Χριστουγέννων 
Απορρίπτοντας την θεωρία περί της αντιγραφής της ημερομηνίας από την αντίστοιχη εορτή του solis invicti, οφείλουμε να αναφερθούμε στους λόγους, οι οποίοι οδήγησαν καταρχάς στον διαχωρισμό της εορτής των Χριστουγέννων από την εορτή των Θεοφανίων και στην συνέχεια στον ορισμό της εορτής την 25η Δεκεμβρίου.  
Για την απάντηση της πρώτης ερώτησης, αρκεί να ειπωθεί ότι ο καθορισμός των εορτών του ενιαυσίου κύκλου ακολουθεί την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Έτσι, ο διαχωρισμός της εορτής της Γέννησης του Χριστού τοποθετείται στο πλαίσιο των χριστολογικών ερίδων της εποχής, κατά την οποία συνέβη. Αν και η ξεχωριστή από τα Θεοφάνια εορτή δεν επικράτησε αμέσως σε όλη την χριστιανική επικράτεια, η έναρξή της στην Ρώμη αμέσως μετά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο και η τελική καθολική αποδοχή μετά την Γ’ Οικουμενική δείχνουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη μονοφυσίτικες εκκλησίες, οι οποίες εξακολουθούν να εορτάζουν  μόνο την 6η Ιανουαρίου ενισχύει την θέση.  
Ο ξεχωριστός εορτασμός των Χριστουγέννων έδωσε βήμα για την σύνταξη ομιλιών με ανάλογο αντιαιρετικό περιεχόμενο, όπως οι Sermones 22, 23, 25 & 27 του αγίου Λέοντος Α’, πάπα Ρώμης[29], κατά των Αρειανών. Στο ίδιο ύφος κινείται και η Ομιλία 39 του αγ. Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, η οποία αν και επιγράφεται Εις τα Φώτα και εκφωνήθηκε στην εορτή των Θεοφανείων, αναφέρει:
«Τῇ μέν οὖν γεννήσει τά εἰκότα προεορτάσαμεν, ἐγώ τε ὁ τῆς ἑορτῆς ἔξαρχος, καί ὑμεῖς, καί πᾶν ὅσον ἐγκόσμιον τε καί ὑπερκόσμιον[30]».
και εξ αυτού προκύπτει ότι την εποχή αυτή (380) ξεκίνησε η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης να εορτάζει ξεχωριστά τα Χριστούγεννα από τα Θεοφάνεια, αμέσως μετά τον θάνατο του αιρετικού αυτοκράτορα Ουάλη και την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας στην Πόλη.  
Ομοίως δε και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει περί της απολογητικής αξίας της εορτής των Χριστουγέννων στην ομιλία του Εις την γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού: 
«Ἡμεῖς δέ τούτων (εννοεί τους ισχυρισμούς των ειδωλολατρών) μέν οὐδέν οὔτε λέγομεν, οὔτε ἀκοῦσαι ποτε ἄν ἀνασχοίμεθα˙ ἐκεῖνο δέ φαμεν, ὅτι καθαράν σάρκα καί ἁγίαν καί ἄμωμον καί ἁμαρτίᾳ ἁπάσῃ γεγενημένην ἄβατον ἐκ παρθενικῆς μήτρας ἀνέλαβεν ὁ Χριστός, καί τό οἰκεῖον διωρθώσατο πλάσμα. Κἀκεῖνοι μέν (οι ειδωλολάτρες), καί οἱ τά αὐτά ἀσεβοῦντες αὐτοῖς Μανιχαῖοι, εἰς κύνας καί πιθήκους καί θηρία παντοδαπά τήν οὐσίαν εἰσάγοντες τοῦ Θεοῦ (τήν γάρ ψυχήν τούτοις ἅπασιν ἐκ τῆς ούσίας ἐκείνης εἶναί φασιν), οὐ φρίττουσιν οὐδέ καταδύονται, ἡμᾶς δέ ἀνάξια τοῦ Θεοῦ λέγειν φασίν, ὅτι τούτων μέν οὐδέν οὔτε εἰς νοῦν λαβεῖν ἀνεχόμεθα˙ ὅ δέ αὐτῷ πρέπον ἦν καί προσῆκον, λέγομεν, ὅτι τό οἰκεῖον ἔργον ἐλθών διωρθώσατο τῷ τῆς γεννήσεως ταύτης τρόπῳ[31]».  
Στην ίδια ομιλία ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι η εορτή των Χριστουγέννων είχε μόλις ξεχωρίσει από την εορτή των Θεοφανείων στην Αντιόχεια, ενώ στην Θράκη, εννοώντας την περιοχή της Κωνσταντινούπολης, ο διαχωρισμός είχε γίνει προ δεκαετίας ακολουθώντας το παράδειγμα της Δύσης. Κι εξηγεί τους απολογητικούς λόγους του διαχωρισμού λέγοντας: 
«… καί ἡμεῖς πρός ἐκείνους λέγωμεν, καί τά ἀναίσχυντα τῶν ἀσεβῶν ἀποφράττωμεν στόματα, καί ἐπί τοῖς ἡμετέροις ἀγαθοῖς εὐφραινώμεθα, καί τόν σαρκωθέντα Θεόν δοξάζωμεν ὑπέρ τῆς τοσαύτης συγκαταβάσεως, καί κατά δύναμιν τήν ἡμετέραν, ἀξίαν ἀποδῶμεν αὐτῷ καί τήν τιμήν καί τήν ἀμοιβήν[32]».  
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν έμεινε μόνο στο γιατί διαχώρισε η εορτή, αλλά ήδη πιο πριν στον λόγο του εξήγησε και την επιλογή της ημέρας. Ξεκινώντας από την πληροφορία των Ευαγγελιστών ότι ο Χριστός γεννήθηκε κατά την απογραφή του Καίσαρος Αυγούστου λέει:
«Ὅθεν δῆλον, ὅτι κατά τήν πρώτην ἀπογραφήν ἐτέχθη. Καί τοῖς ἀρχαίοις τοῖς δημοσίᾳ κειμένοις κώδιξιν ἐπί τῆς Ῥώμης ἔξεστιν ἐντυχόντα καί τόν καιρόν τῆς ἀπογραφῆς μαθόντα, ἀκριβῶς εἰδέναι τόν βουλόμενον. Τί οὖν πρός ἡμᾶς, φησί, τοῦτο τούς οὐκ ὄντας ἐκεῖ οὔτε παραγενομένους; Ἀλλ’ ἄκουε, καί μή ἀπίστει, ὅτι παρά τῶν ἀκριβῶς ταῦτα εἰδότων, καί τήν πόλιν ἐκεῖνην οἰκούντων παρειλήφαμεν τήν ἡμέραν[33]».  
Επειδή, λοιπόν, στην Ρώμη φυλάσσονταν στα δημόσια αρχεία τα της απογραφής, από αυτά οι Χριστιανοί της πόλης έμαθαν την ημερομηνία γέννησης του Χριστού και από την Ρώμη ξεκίνησε να εορτάζεται την 25η Δεκεμβρίου. Στην συνέχεια ακολούθησαν και οι υπόλοιπες εκκλησίες το παράδειγμα της Ρώμης, επειδή θεώρησαν ότι η πληροφορία και ο εξ αυτής καθορισμός της εορτής ήταν αξιόπιστος.  
Βέβαια, ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος όχι μόνο δέχεται την ημερομηνία, αλλά την επιβεβαιώνει με δικούς του υπολογισμούς. Ξεκινώντας από το γεγονός της εμφανίσεως του αγγέλου στον Ζαχαρία, όταν αυτός βρισκόταν στα Άγια των Αγίων, στα οποία εισέρχονταν ο ιερεύς άπαξ του ενιαυτού κατά την εορτή της σκηνοπηγίας, καθορίζει τον χρόνο της συλλήψεως του αγ. Ιωάννη του Προδρόμου. Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου έγινε έξι μήνες μετά την σύλληψη του αγ. Ιωάννη του Προδρόμου και εννέα μήνες μετά γεννήθηκε ο Χριστός. Με τους υπολογισμούς του, λοιπόν, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καταλήγει στον μήνα Απελαίο, δηλαδή τον Δεκέμβριο: 
«Μετά τοῦτον οὖν τόν ἕκτον μῆνα ἀρχήν ἡ Μαρία τῆς συλλήψεως ἔλαβεν˙ ὅθεν καί ἐννέα μῆνας ἀριθμοῦντες, εἰς τόν παρόνταν τοῦτον ἀπαντησόμεθα μῆνα. Ἔστιν οὖν ὁ πρῶτος μήν τῆς συλλήψεως τοῦ Δεσπότου Ἀπρίλιος, ὅς ἐστι Ξανθικός˙ μεθ’ ὅν Ἀρτεμίσιος, Δέσιος, Πάνεμος, Λώιος, Γορπιαῖος, Ὑπερβεταῖος, Δῖος, Ἀπελλαῖος, καί οὗτος ὁ μήν ὁ ἐνεστώς, καθ’ ὅν τήν ἡμέραν ἐπιτελοῦμεν[34]».  
Ο παραπάνω υπολογισμός είναι πιο αξιόπιστος και πιο καταλυτικός, από ανάλογους υπολογισμούς, οι οποίοι προσπαθούν να καθορίσουν την ημερομηνία της Γέννησης του Χριστού, ξεκινώντας από την ημερομηνία της Σταύρωσης[35]. Εδώ μπορεί ν’ αναφερθεί και η άποψη του Dom Hieronymus Engberding ότι αυτοί οι υπολογισμοί έρχονται εκ των υστέρων να επιβεβαιώσουν την ήδη εφαρμοσμένη πρακτική του εορτασμού των Χριστουγέννων την συγκεκριμένη ημερομηνία[36]. Όπως φαίνεται και από την ομιλία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου υπήρχαν διαφωνίες, ίσως λόγω της μεταφοράς της εορτής από την 6η Ιανουαρίου.  
Από τα παραπάνω γίνεται ξεκάθαρο ότι τόσο ο διαχωρισμός της εορτής των Χριστουγέννων από την εορτή των Θεοφανείων, όσο και η επιλογή της 25ης Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτασμού, έγιναν για πραγματιστικούς εκκλησιαστικούς λόγους και όχι για λόγους αντιγραφής ή ανταγωνισμού παγανιστικών προτύπων.


[1]  Ramsay Mc Mullen, Christianity and Paganism in the Fourth to Eighth Centuries, Yale University 1997, p. 155.
[2] Βλ. σχετ. B. Botte, Le origins de la Noël et de l’ Epiphanie, Louvain 1932, 66.
[3] De origine festi navitatis Christi, ed. I. G. te Water, in Opuscula Jablonski, Lugduni Batavorum 1809, vol. III 317ff. Σημειοτέον ο Jablonski ήταν αιγυπτιολόγος και στο συγκεκριμένο έργο βρίσκεται, ίσως η πρώτη, αναφορά στον υποτιθέμενο συγκρητισμό του Μ. Κωνσταντίνου.
[4] Leonhardt Fendt, Der eutige Stand der Forschung über das Geburtfest Jesu am 25.XII und über Epiphanias, in Theologische Literaturzeitung 78.1 (January 1953), col. 1
[5] La théologie solaire du paganisme romain, in: Mémoires présentés par divers savants à l'Académie des inscriptions et belles-lettres de l'Institut de France 12,2, 1913, S. 447-479
[6] Sol salutis. Gebet und Gesang im christlichen Altertum, Münster 1920, 2. Aufl. Münster 1925 (Liturgiegeschichtliche Forschungen 4/5).
[7] Πλήρης βιβλιογραφία των θέσεων επί του θέματος στο F. Heim, Solstice d’hiver, solstice d’été dans la predication chrétienne du Ve siècle. Le dialogue des évêques avec le paganisme, de Zénon de Vérone à saint Léon,  Latomus 58 (1999), 640-660
[8] Στρωματείς Ι.21.145.6 {GCS 15(1906), 90}.
[9] Εις τον Δανιήλ IV.23 {GCS 1 (1897), 242}.
[10] De Pascha Computus XIX (CSEL 3, p. 266).
[11] Gottfriend Brunner, Arnobius ein Zeuge gegen das Weinachtsfest?, in Archiv für Liturgiewissenschaft 13 (1936) 178-181.
[12] Hans Lietzmann, A History of the Early Church III. From Constantine to Julian, Cleveland-New York 1953, p. 317.
[13] Massey Hamilton Shepherd Jr, The Liturgical Reform of Damasus I, in Kyriakon Festschrift Johannes Quasten II, p. 854, δεν προβάλει το επιχείρημα από το έργο του αγ. Αυγουστίνου.
[14] PL 38.1033-1034.
[15] Martin Wallraff, Christus verus Sol. Sonnenverehrung und Christentum in der Spätantike, in Jahrbuch für Antike und Christentum, Erg.-Band 32 (Münster 2001),
[16] Για παράδειγμα ο Oscar Cullmann, The Origins of Cristmas, in The Early Church, London-Philadelphia 1956.
[17] Βλ. την σχετική επιχειρηματολογία κατά της μεταβολής της ημερομηνίας από τον Μ. Κωνσταντίνο στο Thomas J. Talley, Constantine and Christmas, στο συλλογικό Between memory and hope: readings on the liturgical year (επιμέλεια Maxwell Johnson), The Order of St. Benedict Inc, Collegeville, Minesota, p. 265 κ.ε.
[18] Steven Hijmans, Sol: The sun in the art and religions of Rome, p. 588.
[19] Βλ. σχετ. Degrassi 1963, σ. 493 για την 8η-9η Αυγούστου, σ. 503 για την 28η Αυγούστου και σσ. 535-6 για την 11 Δεκεμβρίου.
[20] http://www.tertullian.org/fathers/chronography_of_354_06_calendar.htm
[21] Chronica Sancti Hieronymi, ed. Rudolf Helm, Berlin 1956, p. 223, επίσης Chronica Urbis Romae, ed. R. Valentini-G. Zucchetti, Rome 1940,  279.4.
[22] Κατά τον εκδότη του Καλανδάριου Theodor Mommsen, CIL I p. 355.
[23] Βλ. σχετ. S. Berrens, Sonnenkult und Kaisertum von den Severn bis zu Constantin I, Stuttgart 2004, pp. 107-9.
[24] 156C, ed. W. C. Wright (Loeb Classics 1913), p. 424.
[25] ο.π. σ. 426.
[26] ο.π. σ. 428.
[27] P. Αθανασιάδη-Fowden, Julian and Hellenism, Oxford 1981.
[28] R. Smith, Julian’s Gods. Religion and Philosophy in the Thought and Action of Julian the Apostate, London-New York 1995.
[29] Antoine Chavasse, Sancti Leoni Magni Romani Pontificis Tractatus Septem et Nonaginta, Corpus Christianorum Scriptorum Latinorum 138 (Turnhout 1973), 91-92 & 120-121.
[30] PG 36.349
[31] PG 49.359.
[32] PG 49.360.
[33] PG 49.354.
[34] PG 39.358.
[35] Για την ιστορία αυτών των υπολογισμών και την ανάλογη βιβλιογραφία Susan K. Roll, The Origins of Christmas: The State of thw Question, στο συλλογικό Between memory and hope: readings on the liturgical year (επιμέλεια Maxwell Johnson), The Order of St. Benedict Inc, Collegeville, Minesota, p.273 κ.ε.
[36] Engberding, H. “Der 25. Dezember als Tag der Feier der Geburt des Herrn, Alw 2(1952), 25-43.

Παραληρηματικός οδυρμός για τα Χριστούγεννα Λάμπρου Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητού



Παραληρηματικός οδυρμός για τα Χριστούγεννα
Λάμπρου Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητού
Η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού είναι το πλέον ελπιδοφόρο και χαρμόσυνο γεγονός στην ανθρώπινη ιστορία, διότι αποτελεί τη φωτοφόρο χαραυγή της απολυτρώσεως του ανθρώπου και ολοκλήρου της κτίσεως από τη φοβερή δουλεία της αμαρτίας και της φθοράς, την οποία εισήγαγε στη θεία δημιουργία ο διάβολος, ο ολέθριος αντίδικος του Θεού και καταστροφέας των έργων Του. Ο άγιος άγγελος της Γεννήσεως διαμήνυσε στους ταπεινούς ποιμένες της Βηθλεέμ πως «ιδού ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ, ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ, ος εστι Χριστός Κύριος» (Λουκ.2,10), κομίζοντας τη χαροποιό είδηση για την οποία αδημονούσε κάθε ανθρώπινη ψυχή. Η όντως μεγάλη αυτή χαρά έγινε έκδηλη στους απλοϊκούς εκείνους ανθρώπους οι οποίοι δοκίμασαν πρώτοι την ανεκλάλητη αγαλλίαση της ενανθρωπήσεως του Θεού, την απαρχή της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.
Η ίδια χαρά και ιλαρότητα καταλαμβάνει κάθε άνθρωπο που αντιλαμβάνεται την εν Χριστώ απολύτρωση, εναποθέτει σε αυτόν κάθε βάσανο της βιωτής του και ελπίζει στην προσωπική του μεταμόρφωση «εις άνδρα τέλειον εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» Εφεσ.4,13), δηλαδή στην κατά χάριν θέωσή του. Αυτή τη χαρά βιώνει ασυνείδητα όλος ο κόσμος, ο οποίος εορτάζει το μέγιστο γεγονός της Γεννήσεως του Κυρίου, έστω με το δικό του ξεχωριστό τρόπο των εξωτερικών τύπων και της καταναλωτικής μανίας των αγίων ημερών. Είναι γνωστό πως και μη χριστιανικοί λαοί συμμετέχουν στον εορτασμό αυτό, διότι δε μπορούν να αντιπαρέλθουν τη μεγάλη εορτή. Ο Ιησούς Χριστός έχει μπολιάσει ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, όλων τόπων και όλων των εποχών, με την αγιαστική του χάρη.
Αλλά, αλλοίμονο, υπάρχει και τραγική εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι όχι μόνο δε συμμετέχουν στην παγκόσμια και πανανθρώπινη χαρά της Θείας Ενανθρωπήσεως, αλλά αντίθετα λυπούνται και οδύρονται τις άγιες ημέρες του Δωδεκαημέρου. Καταριούνται το γεγονός της Γεννήσεως του Θεανθρώπου και προσπαθούν ανεπιτυχώς να μειώσουν τη σημασία του. Η πνευματική του συσκότιση και το διαβολικό τους φρόνιμα τους εμποδίζουν να αντιληφθούν, ούτε στο ελάχιστο το μέγεθος της θείας δωρεάς. Ο ψυχικός τους δαλτωνισμός τους κρατά σε πυκνά σκοτάδια και δε μπορούν να δουν με καθαρότητα και αντικειμενικότητα τη μεγάλη και σωτήρια αλλαγή που έφερε ο Χριστός στον κόσμο.
Κάποιοι από αυτούς ανήκουν στο νεοφανές κίνημα του Νεοπαγανισμού, που είναι γέννημα και θρέμμα του διαβόητου αποκρυφιστικού πλέγματος της «Νέας Εποχής του Υδροχόου». Πρόκειται για νοσηρούς νόες, οι οποίοι κυριαρχούμενοι από προσωπικά πάθη και άλλες καταβολές και μη αντέχοντας τη χριστιανική ζωή και ηθική, στράφηκαν προς το παγανιστικό προχριστιανικό παρελθόν, διότι οι ειδωλολατρικές πίστεις θωπεύουν τα ανθρώπινα ορμέμφυτα και ενθαρρύνουν τον άνθρωπο να ζει κτηνώδη, δηλαδή ενστικτώδη ζωή. Το θείο πρόσωπο του Λυτρωτή Χριστού και η αγία Του Εκκλησία τους προκαλεί οιστρηλατημένο μίσος και σχιζοφρενική διάθεση εκδίκησης. Γι’ αυτό κάνουν ό,τι μπορούν για να συκοφαντήσουν και να μειώσουν το Σωτήρα Χριστό και το επί γης σωτήριο έργο Του.
Μια από τις γελοιωδέστερες απόπειρές τους για να «αποδείξουν» τάχα την μη ιστορικότητα του Χριστού, είναι η συσχέτισή Του με τους λεγομένους «ηλιακούς θεούς» διαφόρων ειδωλολατρικών «θεοτήτων». Παίρνοντας αφορμή από το χρόνο εορτασμού των Χριστουγέννων, ο οποίος ταυτίζεται με το χειμερινό ηλιοστάσιο, πασχίζουν να «αποδείξουν» ότι ο Ιησούς Χριστός δεν υπήρξε ποτέ και πως η πίστη σ’ Αυτόν είναι μια παραφθαρμένη εκδοχή των μύθων του Ηρακλή, του Όσιρι, του Μίθρα και άλλων «ηλιακών θεοτήτων».
Δε θα αναφερθούμε στις μυθολογικές διηγήσεις των «γεννήσεων» των ανύπαρκτων αυτών «θεών», άλλωστε είναι λίγο πολύ γνωστές σε όλους μας και βέβαια μας διασκεδάζουν αρκετά με την παραδοξότητα και τη φαιδρότητα που είναι διατυπωμένες και αποδίδονται σε νοσηρούς μυθογράφους του απώτερου σκοτεινού παρελθόντος. ‘Όμως θα επιμείνουμε στη μεγάλη αλήθεια πως ο Ιησούς Χριστός είναι αποδεδειγμένα τουλάχιστον ιστορικό πρόσωπο, με μυριάδες αξιόπιστες μαρτυρίες. Η αχαλίνωτη φαντασία των μυθογράφων από την ιστορική πραγματικότητα απέχει όσο ο ουρανός από τη γη. Οι «βιογραφίες» των άθλιων «ηλιακών θεών» συγκρινόμενες με το θείο πρόσωπο και τη βιωτή του Ιησού Χριστού, αποδεικνύουν το απύθμενο χάσμα μεταξύ τους. Στους ειδωλολατρικούς «θεούς» όλων των παγανιστικών θρησκειών κυριαρχούν πάθη και αδυναμίες ανομολόγητες (φόνοι, βιαιοπραγίες, βιασμοί, μοιχείες, αιμομιξίες, κλπ), που όχι μόνον δεν αρμόζουν σε «θεούς», αλλά τις συναντούμε στους χειρότερους των ανθρώπων! Στο σύνολό τους οι «θεοί» της ειδωλολατρίας είναι κλασσικά ανήθικα παραδείγματα προς αποφυγή για τους ανθρώπους! Όσο οι άνθρωποι μιμούνταν τις «θεϊκές» βιωτές, μεταβάλλονταν οι κοινωνίες σε ανυπόφορη κόλαση! Αντίθετα στον Κύριο Ιησού Χριστό δεν τόλμησε ποτέ κανένας να προσδώσει, ούτε οι άσπονδοι εχθροί του, το παραμικρό ηθικό ψεγάδι! Αυτός διήλθε την επί γης ζωή Του ευεργετώντας τον κόσμο, επισφραγίζοντας το έργο Του με το τίμιο Αίμα Του ως «λύτρον αντί πολλών» (Μάρκ.10,45). Δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη ότι διέπραξε έστω και ελάχιστο κακό ποτέ, είναι ο μόνος που τόλμησε να ρωτήσει ομοεθνείς του, οι οποίοι τον γνώριζαν πολύ καλά: «τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;» (Ιωάν.8,46).
Η υπέρτατη ευεργεσία Του προς το ανθρώπινο γένος είναι η εθελούσια αυτοκένωσή Του από τη θεία μεγαλοπρέπεια και η ταπεινωτική ένδυση της ανθρωπίνης φύσεως, προκειμένου να σώσει τον πεσόντα άνθρωπο. Οι άθλιοι παγανιστικοί «ηλιακοί θεοί» όχι μόνο δεν «υπήρξαν» ευεργέτες της ανθρωπότητας, αλλά μάλλον ζημία της «προσέφεραν». Αν βέβαια εμβαθύνουμε βιβλικά στην «παρουσία» αυτών στον κόσμο, ότι «πάντες οι θεοί των εθνών δαιμόνια» (Ψαλμ.95,5), τότε αποδείχνουμε με σαφήνεια την δαιμονική καταστροφική τους δράση στις ανθρώπινες κοινωνίες. Καταγγέλλουμε με παρρησία πως οι όψιμοι λάτρεις των σατανικών «θεών» κινούνται βάσει σχεδίου για την κατακρήμνιση του κόσμου στη σκοτεινή άβυσσο του σύγχρονου νεοεποχίτικου αποκρυφισμού, από όπου δεν υπάρχει διέξοδος!
Ο «Μεγάλης Βουλής Άγγελος» (Ησ.9,6), ο μοναδικός «Άγγελος της Διαθήκης» (Μαλαχ.3,1), ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού (Ιωάν.1,14), δεν έφερε απλά το μήνυμα της σωτηρίας στον κόσμο, αλλά ήρθε ο ίδιος και έγινε με τη θέλησή Του μέτοχος του ανθρωπίνου προβλήματος, προκειμένου να το αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, ως η υπερτέλεια «εν ανθρώποις ευδοκία», κατά τον αγγελικό ύμνο της Γεννήσεως (Λουκ.2,14). Γι’ αυτό εμείς οι πιστοί Του, σκιρτούμε από άρρητη αγαλλίαση και υμνούμε ασίγαστα «εν ενί στόματι και μια καρδία» τον Αίτιο της σωτηρίας μας, σε πείσμα όλων εκείνων των αθλίων που θλίβονται για το μέγα και κοσμοσωτήριο γεγονός της Θείας Ενανθρωπήσεως!