Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

ΓΙΑΤΙ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ



    Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι φοβόμαστε τὸ θάνατο καὶ δυσανασχε-τοῦμε, ὅταν τὸν συναντοῦμε ἢ τὸν ἀντιμετωπίζουμε, εἴτε στοὺς δικούς μας εἴτε καὶ σὲ μᾶς τοὺς ἴδιους. Ἐπίσης ἀγαποῦμε τὴ ζωή, εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, καὶ μάλιστα τὴν ἄνετη, ἀπολαυστικὴ καὶ χωρὶς κανένα πρόβλημα ζωή. Τὰ βάζουμε δὲ μὲ τὸ Θεό, ὅταν μας ἐπισκεφθεῖ ὁ θάνατος ἢ οἱ θλίψεις καὶ τὰ βάσανα. Ἀντίθετα ἀδιαφοροῦμε καὶ ἐφησυχάζουμε, ὅταν, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἢ οἱ δικοί μας, ἔχουμε μὲν συνεχῆ καὶ ἀταλάντευτη σχέση μὲ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ζοῦμε καλὰ χωρὶς κανένα πρόβλημα. Γι’ αὐτό, ἃς παρακολουθήσουμε κάποιες σκέψεις τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου πάνω στὰ ὅσα ἀναφέραμε, ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσουν ν’ ἀντιδροῦμε σωστὰ καὶ κατὰ Θεό.
    Γιατί φοβόμαστε τὸ θάνατο;

   
Α. Διότι δὲν πιστεύουμε στὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Ὁ ἱερὸς πατὴρ παρατηρεῖ, στὴν ὁμιλία τοῦ πρὸς τὴν ἁγία Πελαγία, ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὸ ψηλότερο μέρος τοῦ σπιτιοῦ της καὶ σκοτώθηκε, γιὰ νὰ μὴ τὴν ἀτιμάσουν οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες ποὺ ᾖρθαν νὰ τὴν συλλάβουν, ὅτι, μετὰ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Κυρίου μας, ὁ θάνατος ἔγινε τόσο ἀνίσχυρος, ποὺ τὸν περιφρονοῦν ὄχι μόνο οἱ ἄνδρες, ὄχι μόνο οἱ γυναῖκες, ἀλλὰ καὶ αὐτὲς οἱ κόρες. Ὅπως ὅταν συλλάβουν ἕνα λιοντάρι, τοῦ βγάλουν τὰ δόντια, τοῦ σπάσουν τὰ νύχια, τοῦ κόψουν τὴ χαίτη καὶ τὸ ἁλυσοδέσουν, κανεὶς δὲν τὸ φοβᾶται· ὅπως βγάζουν τὸ δηλητήριο ἀπὸ τὶς κόμπρες καὶ μετὰ παίζουν μαζί τους· ἔτσι ἔγινε καὶ μὲ τὸ θάνατο. Τὸν περιφρονοῦν ἀκόμη καὶ τὰ νεαρὰ κορίτσια. Ἐνῷ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη -ποὺ δὲν ἦταν ὁλοφάνερο τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως- ἄνδρες μεγάλοι καὶ σπουδαῖοι -ὅπως ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Ἠλίας- φοβήθηκαν τὸν θάνατο (πρβλ. Γέν. 12,11-13 · 28,20 · Βάσ. Γ΄19,2-3).

ΠΑΘΟΣ, ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ



    Στην ταλαίπωρη, παραστρατημένη ανθρωπότητα θάρθει κάθε χρόνο ο χειμώνας, θάρθει και η άνοιξη. Ο χειμώνας ερχόμενος θα φέρει μαζί του το φως των Χριστουγέννων. Η άνοιξη το φως της Αναστάσεως. Από χρόνο σε χρόνο, στην ίδια χώρα οι χειμώνες και οι ανοίξεις δεν διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Μεγάλες διαφορές, όμως παρουσιάζει η κατάσταση, στην οποία οι γιορτές αυτές βρίσκουν τους ανθρώπους σε διάφορους τόπους και σε διάφορες εποχές.
    Σε περιόδους και σε τόπους ομαλότητας, ελευθερίας , ειρήνης, ευμάρειας, οι χριστιανοί, ζώντας ήσυχα με την οικογένειά τους, συμμετέχουν μυστικά στα γεγονότα της γέννησης, των παθών και της Ανάστασης του Χριστού, όπως τα ζωντανεύει η Εκκλησία, χωρίς περισπασμούς. Τους απασχολεί μόνο το θέμα, πρώτα να νηστέψουν όσο μπορούν, να ζήσουν τα εορταζόμενα και στο τέλος να διασκεδάσουν καλά. Μιλάμε τώρα, για ευσεβείς ανθρώπους, γιατί οι άλλοι οι πολλοί, ξέρουν καλά πότε έρχονται οι χριστιανικές γιορτές, αλλά βλέπουν σ’ αυτές μόνο τη διασκέδαση.
    Για σκεφθείτε, όμως, να έρχονται οι γιορτές, ας πούμε τώρα το Πάσχα και να είστε·
    Χριστιανός στην σκλαβωμένη από τους Τούρκους Ελλάδα. Κρυπτοχριστιανοί υπάρχουν μέσα στη σημερινή Τουρκία. Χριστιανός μέσα στη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της Γκε-Πε-Ου. Χριστιανός σήμερα στο Μπενίν ή στο Σουδάν της Αφρικής με οκτώ παιδιά πεινασμένα, χωρίς φαγητό και τα μισά άρρωστα. Χριστιανός, όπως εμείς στην Κατοχή, που κάναμε Ανάσταση το πρωί, γιατί την νύκτα απαγορευόταν η κυκλοφορία και το πασχαλινό γεύμα μας ήταν λιτό, και για μερικούς νηστίσιμο. Χριστιανός και σε μια πόλη της Ευρώπης σήμερα, ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου, με καρκίνο.
* * *
    Για να έλθουμε στην κατάσταση των ημερών μας, από το περασμένο καλοκαίρι μας σφυροκοπούν με τις μαύρες προβλέψεις για την οικονομική κρίση που έρχεται. Έστω ότι έρχεται μια δύσκολη κατάσταση. Μια δυο φορές έπρεπε οπωσδήποτε να μας το πουν. Τι χρειάζεται να το κοπανάνε στ’ αυτιά από το πρωί μέχρι το βράδυ, αντί να μας δίνουν κουράγιο και συμβουλές πως να το αντιμετωπίσουμε καλύτερα; Εδώ σ’ αυτή την συνεχή καταστροφολογία υπάρχει κάτι ύποπτο. Μήπως κάποιοι σκοτεινοί κύκλοι θέλουν να καταρρίψουν το ηθικό των ανθρώπων. Η κρίση οφείλεται κατά το μισό στη διασπορά της απαισιοδοξίας. Φανταστείτε έναν στρατηγό να λέει στους στρατιώτες του συνεχώς· «Ξέρετε, εκεί που πάμε θα ηττηθούμε, ασφαλώς θα ηττηθούμε, είναι βέβαιο ότι θα ηττηθούμε». Αυτό είναι το καθήκον του;

«ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΩ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ» (Απ. Παύλος, Φιλιπ. 3,10)




 
    Ο άνθρωπος έχει κάνει πολλές ανακαλύψεις πάνω σε σπουδαία και φλέγοντα θέματα. Έτσι καμαρώνει και κομπάζει γι’ αυτές και τις θεωρεί μεγάλες και σπουδαίες. Ο James Simpson (1811-1870) όμως, ο εφευρέτης του χλωροφορμίου, ο οποίος ήταν πολύ πιστός άνθρωπος, αδιαφορώντας για την ανακάλυψή του και για τη δόξα που του προσέφερε, έλεγε ότι η μεγαλύτερη ανακάλυψη του είναι ο Χριστός. Αυτήν διαλαλούσε και γι’ αυτήν χαιρότανε.
    Να προσέξουμε τη γνώμη του Simpson, γιατί στην εποχή μας αντιμετωπίζουμε μια νέα εικονομαχία. Ο λεγόμενος Δυτικός κόσμος που υποτίθεται είναι χριστιανικός, με αμαρτωλές προφάσεις, όχι μόνο δεν ενδιαφέρεται για την χριστιανική ιεραποστολή αλλά και την απαγορεύει. Με νόμους ζητά να φύγουν τα σύμβολα του Χριστιανισμού από παντού. Τίποτα να μη θυμίζει τον Χριστό και τον Χριστιανισμό.
 
Ποιος είναι όμως ο Χριστός;
    Υπάρχουν πολλές απαντήσεις πάνω σ’ αυτό το θέμα. Διάφοροι λένε για τον Χριστό διάφορα. Έτσι άλλοι λένε ότι ήταν ένας μεγάλος φιλόσοφος και διδάσκαλος ανάμεσα στους τόσους άλλους που γνωρίζει η ανθρώπινη ιστορία. Άλλοι τον θεωρούν σαν ένα μεγάλο μύστη. Άλλοι τον παρουσιάζουν σαν ένα κοινωνιολόγο. Ήρθε, λένε, στον κόσμο, για να ασχοληθεί με την κοινωνία και την πρόοδό της. Άλλοι τον σκιαγραφούν σαν ένα κοινωνικό και θρησκευτικό επαναστάτη, που ήρθε να ανατρέψει το κοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο της εποχής του. Άλλοι πρεσβεύανε ότι είναι ένας εθνικός Μεσσίας. Οι Εβραίοι έτσι τον ονειρευόταν και έτσι τον πίστευσαν. Γι’ αυτό και θέλησαν να τον ανακηρύξουν βασιλιά τους. Ο Χριστός όμως τους απογοήτευσε. Άλλοτε αποχωρούσε στην έρημο αποφεύγοντας την δημοσιότητα και την ανάληψη κοσμικής εξουσίας και κάποια στιγμή, που αυτοί ετοιμαζότανε να τον στέψουν, αυτός ήρθε «επί πώλου όνου», κονιορτοποιώντας τα όνειρά τους και γελοιοποιώντας τις αντιλήψεις τους.
    Όλες οι θεωρήσεις του Χριστού που αναφέραμε είναι ανθρωποκεντρικές. Τον παρουσιάζουν σαν ένα σπουδαίο και επιφανή άνθρωπο. Αποφεύγουν να παρουσιάσουν το μυστήριο των μυστηρίων, το «μόνον καινόν υπό τον ήλιον» όπως λένε οι πατέρες, το θεανθρώπινο του προσώπου του.
    Υπάρχουν όμως και άλλες θεωρήσεις εντελώς βλάσφημες και απαξιωτικές ακόμη και της ανθρώπινης φύσεώς του. Τον καιρό της επί γης παρουσίας του τον κατηγορήσανε σαν «φάγο και οινοπότη, φίλο των τελωνών και των αμαρτωλών» (Ματθ. 11,19)· σαν ενεργούμενο του σατανά, ότι δηλαδή κάνει τα θαύματά του με τη δύναμη του σατανά (Ματθ. 9,34)· σαν απατεώνα, «κύριε, εμνήσθημεν ότι ούτος ο πλάνος είπεν έτι ζων, μετά τρεις ημέρας εγείρομαι» (Ματθ.27,63)· σαν βλάσφημο και αντίθεο (Ματθ. 26,65). Τις κατηγορίες των συγχρόνων του τις συνέχισαν κατά καιρούς διάφοροι λέγοντας «άλλα αντ’ άλλων».
    Στην εποχή μας παρουσιάσανε τον Χριστό ως σούπερ Σταρ, ως σούπερ αφιόνι (!) και άλλοι (παγανιστές αναρχικοί στο διαδίκτυο), βλέποντας τις διάφορες θεωρήσεις των ανθρώπων για τον Χριστό, τον παρουσίασαν σαν Χαμαιλέοντα (!).
    Ο Συμεών ο Θεοδόχος έχει προφητέψει ότι ο Χριστός, τον οποίο υποδέχθηκε ως Σωτήρα του κόσμου, «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείoν αντιλεγόμενον» (Λουκ. 2,34). Η προφητεία του αγίου Συμεών βρίσκει πλήρη εφαρμογή στις διάφορες «βιογραφίες» του Χριστού. Δηλαδή σε παρουσιάσεις της ζωής του Χριστού, και του προσώπου του Χριστού, βασιζόμενες όχι στην ιστορική αλήθεια των ευαγγελίων αλλά σε προσωπικές ιδέες και βιώματα και φαντασιώσεις διαφόρων συγγραφέων.
    Στο ερώτημα του Χριστού «τίνα με λέγουσι οι άνθρωποι είναι;» ο καθένας μας δίνει και μια απάντηση. Ανάμεσα σ’ αυτές τις απαντήσεις υπάρχει μια αυθεντική απάντηση· η απάντηση της Εκκλησίας μας. Και η απάντηση αυτή βασίζεται στα γραπτά ιστορικά κείμενα που είναι οι πηγές της θεολογίας μας και της πίστεώς μας, στα ευαγγέλια. Όχι στις αυθαιρεσίες του ενός ή του άλλου· ούτε στις φαντασίες των μοντέρνων θεολόγων του προτεσταντισμού, που προσπαθούν ν’ απομυθοποιήσουν δήθεν τα ευαγγέλια.
    Και η απάντηση αυτή είναι ότι ο Χριστός, «ο ένας της Τριάδος», είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος, για να κάνει τον άνθρωπο θεό και για να καταργήσει οριστικά το κράτος του διαβόλου, της φθοράς και του θανάτου, στο οποίο βρισκόταν ο άνθρωπος μετά την παρακοή και την πτώση του. Ο Χριστός, ως άνθρωπος, είναι ο νέος Αδάμ, που αναδημιουργεί και ανακαινίζει τον ανθρώπινη φύση ριζικά, αυθεντικά, οντολογικά. Είναι αυτός που συνδέει στο πρόσωπό του θεία και ανθρώπινη φύση «αχωρίστως, αδιαιρέτως, ατρέπτως και ασυγχύτως» όπως δογμάτισε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος. Είναι αυτός που με την ανάληψή του φέρνει την ανθρώπινη φύση δίπλα στο θρόνο του Θεού.
    Λένε πολλοί ότι ο Χριστιανισμός έχει κοινά σημεία με τις μονοθεϊστικές θρησκείες –Ιουδαϊσμό και Μουσουλμανισμό- και πρέπει να κάνει διάλογο μ’ αυτές, να τα βρούνε κατά το κοινώς λεγόμενο. Κι όμως δεν υπάρχει καμμία σύγκριση. Ο Χριστιανισμός έχει το δόγμα της Αγίας Τριάδος και το δόγμα της ενανθρωπήσεως του Υιού. Το δόγμα του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.
    Εδώ θα κάνουμε μία διευκρίνιση. Οι προτεστάντες ισχυρίζονται ότι ο Χριστός έσωσε τον άνθρωπο με τη σταυρική του θυσία. Εμείς οι ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι ο Χριστός έσωσε το ανθρώπινο γένος με όλη τη ζωή του. Με τον ευαγγελισμό του, με τη γέννησή του, με την υπαπαντή του, με τη βάπτισή του, την επι γης δράση του, τη μεταμόρφωσή του, και τέλος με τη σταύρωση, την ανάσταση και την ανάληψή του. Γι’ αυτό και στην Εκκλησία μας γιορτάζουμε όλες τις στιγμές του Χριστού. Οι παπικοί δεν τις εορτάζουν όλες, ενώ οι προτεστάντες τον παρουσιάζουν κυρίως σαν σταυρωμένο.
* * *
«ΤΟΥ ΓΝΩΝΑΙ ΑΥΤΟΝ»
    Ο ουρανοβάμων Παύλος, το στόμα του Χριστού, στην προς Φιλιππησίους επιστολή του (3,10), αφήνοντας όλους τους τίτλους ευγενίας που είχε σαν Εβραίος και θεωρώντας τους ως απλή κοπριά (σκύβαλα) του δένδρου της προσωπικότητάς του (!) παρουσιάζει ένα μεγάλο πόθο του. Θέλει να γνωρίσει τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό και τη δύναμη της αναστάσεώς του, αλλά και πως θα έχει κοινωνία με τα παθήματά του και συμμετοχή στο θάνατό του, ώστε κι αυτός να πετύχει την κατά Θεό ανάσταση των νεκρών.
«Του γνώναι αυτόν και την δύναμιν της αναστάσεως αυτού
και την κοινωνίαν των παθημάτων αυτού, συμμορφούμενος τω θανάτω αυτού,
ει πως καταντήσω εις την εξανάστασιν των νεκρών».
    Ο Παύλος λοιπόν θέλει να γνωρίσει το Χριστό και Σωτήρα του· να γνωρίσει την προσωπικότητα του, τη ζωή του, το έργο του, τη προσφορά του. Και θέλει να τον γνωρίσει, γιατί είναι το ίνδαλμά του· και θέλει να τον αντιγράψει, να τον μιμηθεί, να τον ακολουθήσει, κατ’ άνθρωπον βέβαια. Θέλει ν’ αποκτήσει το φρόνημά, τη διάθεση, τη σκέψη, το θέλημα, την επιθυμία του Χριστού· να ταυτιστεί πλήρως με την προσωπικότητα του. Και το κατορθώνει σε τέτοιο βαθμό, που να γράφει στους Γαλάτες (2,20) «Χριστώ συνεσταύρωμαι· ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός».
 
«ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΙΝ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΑΥΤΟΥ»
    Η δύναμη της αναστάσεως είναι πολύπλευρη και πολυποίκιλη. Έχει «υπερβάλλον μέγεθος». Ο Παύλος εύχεται και προσεύχεται να την γνωρίσουν όλοι οι Χριστιανοί (πρβλ. Εφεσ. 1,19-20). Αποκαλύπτει τη θεία φύση του Χριστού αλλά και την δυναμική που χαρίζει στους Χριστιανούς. Ας δούμε μερικές πλευρές της.
 
Α΄. Η δύναμη της ζωής που νικά το θάνατο.
    Λέμε εν Χριστώ έχουμε αιώνια ζωή. Ο θάνατος δεν είναι πια ένας αήττητος εχθρός. Δεν είναι μια κατάσταση που σε κάνει να παραλύεις. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο θάνατος έχει μια γροθιά, που συντρίβει όλα τα όνειρα και τις επιδιώξεις του ανθρώπου. Γι’ αυτό ο προχριστιανικός κόσμος είχε τραγωδία. Διότι δεν υπήρχε ανάσταση. Η ζωή του ανθρώπου είχε μια εμπλοκή συνεχή με το κακό και την απελπισία και παρουσιαζόταν ο από μηχανής θεός για να δώσει μία λύση, μία κάθαρση και να μη φαίνεται το κακό ή ο θάνατος ότι νικά τον άνθρωπο. Ο θάνατος όμως για τον χριστιανό αποχτά μια άλλη όψη. Στον χριστιανισμό δεν έχουμε τραγωδία, αλλά έχουμε θείο πάθος, θείο δράμα. Το πάθος του Χριστού το διαδέχεται η ανάσταση. Πουθενά δεν υπάρχει χώρος για την τραγωδία.
    Κάποιος φιλόσοφος λέγει ότι η φρικαλεότητα του θανάτου μόνο μέσα στην Εκκλησία μπορεί να γαληνέψει και να ημερέψει. Κι έτσι ο άνθρωπος να κοιτάξει το θάνατο με άλλη ματιά. Όχι τρέμοντας, όχι δειλιώντας, όχι με πρόσωπο ωχρό· αλλά τραγουδώντας το τραγούδι της Εκκλησίας μας· «Που σου θάνατε το κέντρο; Που σου Άδη το νίκος; Ηγέρθη Χριστός…». Που είναι θάνατε το κεντρί, που κεντούσες και φαρμάκωνες τους ανθρώπους; Που είναι Άδη τα λάφυρά σου, τα τρόπαιά σου, οι νεκροί σου; Ήρθε ο Χριστός και σε μάδησε, σε λαφυραγώγησε, δεν σε άφησε τίποτα. Κατεπόθη ο Άδης.
    Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας λέγεται Εκκλησία της αναστάσεως. Αν μέναμε στη Μ. Παρασκευή, θα πρέπει να είχαμε απελπισθεί. Γιατί νικητής θα ήταν ο θάνατος. Ήρθε όμως το Μ. Σάββατο, ήρθε η μία των Σαββάτων, η Κυριακή, η κλητή και αγία ημέρα. Τα πάντα πεπλήρωται φωτός· ουρανός τε η γη και τα καταχθόνια. Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ, η Εκκλησία. Γι’ αυτό και ο λαός μας την ημέρα αυτή την ονομάζει και την θεωρεί «Λαμπρή», φωτεινή δηλαδή, γεμάτη λάμψη. Το σκοτάδι του θανάτου νικήθηκε για πάντα.
 
Β΄. Η δύναμη της αγάπης που νικά το μίσος.
    Η ανάσταση σου δίνει τη δύναμη ν’ αγαπάς τους πάντας ακόμη και τους εχθρούς σου. Ο άπιστος άνθρωπος ο οποίος δεν ζει μέσα στο φως της αναστάσεως του Χριστού, δεν μπορεί να έχει αυτή τη δύναμη. Να έχει μια καρδιά πλατειά που να συγχωρεί τους πάντες, να προσεύχεται για το καλό τους και την πρόοδό τους.
    Ο άπιστος ή άθεος ή φυσικός άνθρωπος δύο δρόμους γνωρίζει. Τον δρόμο της εκδικήσεως και, αν είναι καλλιεργημένος και όχι πολύ εμπαθής, το δρόμο της δικαιοσύνης.
    Εκδίκηση· Μ’ έκανες κακό δεν θα σ’ αφήσω σε χλωρό κλαδί. Μόνο η εξόντωση και η κακοποίησή σου θα με ικανοποιήσει. «Θα σας συγχωρήσω όταν σας δω κρεμασμένους, να σπαρταράτε κάτω από τα κλαδιά του δένδρου μου και στο πρόσωπό σας να έχετε την επιθανάτιο αγωνία» λέγει κάποιος ξένος ποιητής. Ας θυμηθούμε τον «Κόμη Μοντεχρίστο» του Alexandre Dumas (1802-1870) του πρεσβυτέρου ή «Τα ανεμοδαρμένα ύψη» της Emily Bronte (1818-1848), που ζωγραφίζουν τόσο παραστατικά τον δρόμο αυτό της εκδικήσεως.
    Δικαιοσύνη· «Με πνίγει το δίκαιό μου. Δεν θα ησυχάσω αν δεν το βρω. Θα πάω μέχρι τον Άρειο πάγο. Να βρεθεί ο ένοχος απαιτώ». Είναι φράσεις που συχνά ακούμε ή και εμείς οι ίδιοι τις λέμε. Η δικαιοσύνη μας φαίνεται κάτι το σωστό και ωραίο. Κι όμως για το ευαγγέλιο δεν είναι. Ο απόστολος Παύλος απαγορεύει την προσφυγή στα δικαστήρια (Α΄ Κορ. 6, 1-11). Επιτρέπει, γι’ αυτούς που έχουν «βιωτικά κριτήρια», να προσφεύγουν στον προεστό της Εκκλησίας ή σε κάποιο συνετό και άγιο αδελφό, για να δώσει λύση στην αντιμαχία. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όχι για ικανοποίηση του εγώ αλλά προς παραδειγματισμό κάποιων, μπορούμε να εφαρμόσουμε το του Παύλου «Καίσαρα επικαλούμαι» (Πραξ. 25,12).
    Για το χριστιανό υπάρχει και ο τρίτος δρόμος· ο δρόμος της συγγνώμης.
    Με την ανάσταση βρίσκουμε τη δύναμη να συγχωρούμε. «Αναστάσεως ημέρα» ψάλλει η Εκκλησία μας και προτρέπει· «ας λαμπρυνθούμε κι ας συγχωρήσουμε όλους, λόγω και χάρη της αναστάσεως του Χριστού». «Άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» είπε ο Χριστός πάνω στο σταυρό και ζητά και εμείς να το λέμε και να βρίσκουμε ελαφρυντικά στους εχθρούς μας και να τους δικαιολογούμε. Η γραμματική μας λέγει· «εγώ, εσύ, αυτός». Η χριστιανική γραμματική μας λέγει· «αυτός, εσύ, εγώ». Το εγώ υποτάσσεται στην αγάπη, τη συγγνώμη.
 
Γ΄. Η δύναμη της ελπίδας που νικά την απελπισία και το φόβο.
    Πολλές φορές η ζωή μας είναι γεμάτη από σκοτάδι· γεμάτη από ζόφο. Υπάρχουν άνθρωποι βασανισμένοι, τυραννισμένοι, κουρασμένοι, που ζουν μέσα στο αδιέξοδο, στο χάος, στην απελπισία. Ο χριστιανός όμως και μέσα στις μεγαλύτερες αντιξοότητες και δυσκολίες βλέπει φως, έχει ελπίδα. Βλέπει τα σύννεφα, δεν τρέφει αυταπάτες, αλλά υψώνεται πάνω απ’ αυτά και βλέπει τον ήλιο. Έτσι μπορεί και στέκεται στα πόδια του μέσα στη μεγαλύτερη καταιγίδα, στη πιο φοβερή θύελλα. Ξέρει «όποιου του μέλλει ανάσταση, τον Γολγοθά περνάει». Και πιστεύει ότι η πιο μεγάλη θλίψη, η πιο φοβερή απελπισία «νεφύδριον εστίν και θάττον παρελεύσεται». Πιστεύει ότι υπάρχει η πρόνοια του Θεού, που συντηρεί τη δημιουργία και προνοεί για το κάθε τι.
    Αναφέρεται στη βιογραφία του Λουθήρου (1483-1546), του ιδρυτού του προτεσταντισμού, ότι μια μέρα που ήταν στο έπακρο απελπισμένος και λυπημένος χωρίς να παρηγορείται με τίποτα, η γυναίκα του φόρεσε μαύρα. Τότε τη ρώτησε γιατί τα φόρεσε και ποιόν πενθεί. Και κείνη απάντησε· «τα φορώ διότι πέθανε ο Θεός». «Μη βλασφημείς», φώναξε ο Λούθηρος, «δε πεθαίνει ο Θεός». Και κείνη απάντησε έξυπνα· «Μα βλέποντας σε τόσο λυπημένο, είπα ότι πέθανε».
    «Χριστός ανέστη χαρά μου» ήταν ο μόνιμος χαιρετισμός του αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ (1759-1833). Σ’ αυτό το χαιρετισμό φαίνεται η σύνδεση και η εξάρτηση και η αλληλοπεριχώρηση, που υπάρχει μεταξύ χαράς και αναστάσεως. «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός ουρανός και η γη και τα καταχθόνια» ψάλλει η Εκκλησία μας. Πουθενά δεν υπάρχει χώρος για λύπη και απελπισία.

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



  • Άγιος Γρηγόριος Νύσσης
      «Επειδή λοιπόν, έπρεπε ο καλός ποιμένας να δώσει την ψυχή του για χάρη των προβάτων του, ώστε με τον ίδιο του το θάνατό του να καταλύσει τον θάνατο, τότε γίνεται και γίνεται και τα δύο ο αρχηγός της σωτηρίας μας για την ανθρώπινη φύση, και ιερέας και αμνός, με το να ενεργήσει το θάνατο μέσα σ’ εκείνο που μπορεί να δεχτεί την κοινωνία του πάθους.
    Επειδή ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο παρά χωρισμός της ψυχής και του σώματος, αυτός που ενώθηκε και με τα δύο, την ψυχή δηλαδή και το σώμα, δε χωρίζεται από κανένα. Αλλά επιμερίζοντας τον εαυτό του και στο σώμα και στην ψυχή, με την ψυχή ανοίγει στο ληστή τον παράδεισο και με το σώμα σταματά τη διαδικασία της φθοράς. Κι αυτό ακριβώς είναι η κατάλυση του θανάτου, το να αδρανοποιηθεί η φθορά εξαφανισμένη μέσα στη ζωοποιό φύση. Γιατί αυτό που πραγματοποιείται σ’ αυτά αποβαίνει κοινή ευεργεσία και δωρεά της φύσης μας.
    Και έτσι συνενώνει με την ανάσταση όλα τα διαχωρισμένα αυτός που βρίσκεται και στα δύο, που παρέδωσε με την εξουσία που έχει, το σώμα του στην καρδιά της γης, όπως έχει γραφει (Ματθ. 12, 40), και έδωσε την ψυχή του από μόνος του, όπως λέει στον Πατέρα του, «στα χέρια σου παραδίνω το πνεύμα μου» (Λουκ. 23, 46), και στο ληστή «από σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο» (Λουκ. 23, 43). Γιατί δεν πρέπει να πιστεύουμε πως είναι κάπου αλλού η θεία εκείνη βιοτή, που λέγεται παράδεισος, παρά μόνο μέσα στην ευρύχωρη παλάμη Tου Πατέρα».
  • Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας
      «Η Ανάσταση είναι η απαρχή της αναμορφουμένης κτίσεως».
  • Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας
    «Η Ανάστασις, φύσεώς εστιν επανόρθωσις».
  • Αρχιμ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ
    «Οι πιστεύοντες εις τον Χριστόν διά πίστεως ελευθέρας πάσης αμφιβολίας ως Θεόν δημιουργόν και Θεόν σωτήρα ημών, εν παραφορά μετανοίας, λαμβάνουν πείραν και του Άδου και της Αναστάσεως, πρίν ή γευθούν του σωματικού θανάτου».
  • Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός
    «Αλλά θα ρωτήσει κάποιος: πως ανασταίνονται οι νεκροί; Ω, τι απιστία! Ω, τι ανοησία! Αυτός που μετέτρεψε με μόνη την θέλησή του το χώμα σε σώμα, δε θα αναστήσει πολύ ευκολότερα, μόνο με τη θέλησή Του, αυτό που δημιουργήθηκε και έπαθε αποσύνθεση; Λοιπόν να θεωρήσεις ότι τα σπέρματα θάβονται μέσα στα αυλάκια του χωραφιού, ως μέσα στους τάφους. Ποιός είναι αυτός που έβαλε μέσα σ’ αυτά ρίζες, καλάμια και φύλλα και στάχυα; Δεν είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος; Δεν τα έβαλε η προσταγή αυτού που τα κατασκεύασε όλα; Πίστευε, λοιπόν, ότι έτσι θα γίνει και η ανάσταση των νεκρών με τη θεία θέληση και το θείο νεύμα διότι η δύναμη συνεργεί με τη βούληση».

  • Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης
      «Τί είναι αυτό, αδελφοί αγαπητοί και φιλέορτοι και φιλόχριστοι; Τί είναι αυτή η μεγάλη λαμπροφορία; Τί είναι αυτή η τόση φωταγωγία και χαρά; Τί είναι αυτό που έκανε την Εκκλησία να στράφτει τόσο πολύ; Τί είναι αυτό που λάμπρυνε την οικουμένη; Τί είναι αυτό που έκανε να δημιουργηθεί τόσο μεγάλη χαρά και ευχαρίστηση;
    Χθες ήμασταν σε λύπη και σήμερα σε χαρά. Χθες σε κατήφεια και σήμερα σε ευθυμία. Χθες σε θρήνους και σήμερα σε αλαλαγμούς.
    Ρωτάς ποια είναι η αιτία αυτών και τι είναι εκείνο που προκάλεσε αυτή την τόσο μεγάλη χαρά και λαμπρότητα; Ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς και όλος ο κόσμος γέμισε από αγαλλίαση. Κατάργησε με το ζωοποιό του θάνατο το θάνατο και όλοι όσοι βρίσκονταν στον Άδη ελευθερώθηκαν απ’ τα δεσμά του. Άνοιξε τον Παράδεισο και τον έκανε προσιτό σε όλους.
    Πόσο, αλήθεια, μεγάλο βάθος, που δεν μπορεί να κατανοηθεί! Πόσο μεγάλο ύψος, που δεν μπορεί να μετρηθεί! Πόσο φρικτό μυστήριο, που υπερβαίνει τη δύναμη του νου!
    Υμνούν οι άγγελοι, επειδή ευφραίνονται για τη σωτηρία μας. Χαίρονται οι προφήτες βλέποντας να εκπληρώνονται οι προφητείες τους. Όλη η κτίση εορτάζει μαζί μας γιατί ξημέρωσε γι’ αυτήν ημέρα σωτήρια, έλαμψε πάλι ο ήλιος της δικαιοσύνης».
(Ε.Π.Ε. Φιλοκαλία, τόμος 18ος)

  • Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος   
    «Είναι ημέρα της Αναστάσεως σήμερα και το ξεκίνημα είναι ευνοϊκό . ας καμαρώνουμε για το πανηγύρι και ας αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλον. Ας προσφωνήσουμε « αδερφοί», ακόμη κι εκείνους που μας μισούν και, πολύ περισσότερο, εκείνους που από αγάπη έχουν κάμει ή έχουν πάθει κάτι. Ας δώσουμε συγχώρεση για όλα προς χάρη της Αναστάσεως. Ας δώσουμε συγχώρεση ο ένας στον άλλο...
    Χτες σταυρωνόμουν μαζί με τον Χριστό, σήμερα δοξάζομαι μαζί Του. Χτες γινόμουν νεκρός μαζί Του, σήμερα γίνομαι ζωντανός μαζί Του. Χτες θαβόμουν μαζί Του, σήμερα ανασταίνομαι μαζί Του...
    Ας γίνουμε όπως ο Χριστός, γιατί και ο Χριστός έγινε όπως εμείς. Ας γίνουμε θεοί γι’ Αυτόν, επειδή κι Εκείνος έγινε άνθρωπος για χάρη μας.
    Δέχτηκε το χειρότερο, για να δώσει το καλύτερο. Έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη δική Του φτώχεια. Έλαβε μορφή δούλου, για να πάρουμε εμείς από Αυτόν την ελευθερία. Κατέβηκε στη γη, για να υψωθούμε στον ουρανό. Δοκιμάστηκε από πειρασμούς, για να νικήσουμε. Ατιμάστηκε για να μας δοξάσει . πέθανε για να μας σώσει , ανέβηκε στους ουρανούς για να τραβήξει κοντά Του εμάς που βρισκόμαστε ριγμένοι κάτω με την πτώση στην αμαρτία».
Απόσπασμα από τον 1ο λόγο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στο άγιο Πάσχα
  • Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
    «Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, πολύ λίγοι όμως είναι αυτοί που τη βλέπουν καθαρά και αυτοί που δεν την είδαν, δεν μπορούν να προσκυνήσουν τον Ιησού Χριστό ως Άγιο και Κύριο….
    Και το ιερότατο λόγιο που καθημερινά έχουμε στο στόμα, δε λέει «Ανάστασιν Χριστού πιστεύοντες» αλλά τι; «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον».
     Πως λοιπόν μας προτρέπει τώρα το Άγιο Πνεύμα να λέμε ότι είδαμε αυτήν που δεν είδαμε, αφού μάλιστα μια φορά αναστήθηκε ο Χριστός πριν χίλια χρόνια κι ούτε τον είδε κανείς να ανασταίνεται; Άραγε μήπως η Αγία Γραφή θέλει να λέμε ψέματα;
    Όχι βέβαια αλλά αυτό που μας προτρέπει να ομολογούμε είναι η αλήθεια, επειδή η Ανάσταση του Χριστού συντελείται μέσα στον κάθε πιστό κι όχι μια φορά, αλλά κάθε ώρα θα λέγαμε, αφού αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός ανασταίνεται μέσα μας και λαμπροφορεί και απαστράπτει τις αστραπές της αφθαρσίας και της θεότητος.
    Γιατί η φωτοφόρος παρουσία του Πνεύματος μας υποδεικνύει την Ανάσταση του Χριστού ή μάλλον μας αξιώνει να δούμε αυτόν τον ίδιο τον Αναστάντα. Γι’ αυτό και λέμε: «Θεός είναι ο Κύριος μας και φανερώθηκε σε μας» (ψαλμ.117, 27).
    Σ’ όσους λοιπόν αποκαλυφθεί ο αναστημένος Χριστός, πάντως πνευματικά εμφανίζεται στα πνευματικά τους μάτια. Γιατί, όταν έρχεται σε μας δια του Αγίου Πνεύματος, μας ανασταίνει εκ νεκρών, μας ζωοποιεί και μας δίνει τη χάρη να Τον βλέπουμε μέσα μας ολοζώντανο, Αυτόν τον αθάνατο και ανώλεθρο και να γνωρίζουμε πλήρως, ότι Αυτός μας συνανασταίνει και μας συνδοξάζει, όπως μαρτυρεί η Αγία Γραφή».
Κατηχητικός λόγος ιγ΄
  • Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
    «Δημιουργηθήκαμε, για να ευεργετηθούμε. Ευεργετηθήκαμε, επειδή δημιουργηθήκαμε. Μας δόθηκε ο Παράδεισος, για να ευτυχήσουμε. Λάβαμε εντολή, για να ευδοκιμήσουμε με τη διαφύλαξή της, όχι γιατί ο Θεός αγνοούσε αυτό που θα γινόταν, αλλά γιατί νομοθετούσε το αυτεξούσιο.
    Απατηθήκαμε, γιατί μας φθόνησαν. Ξεπέσαμε, γιατί παραβήκαμε την εντολή. Είμαστε αναγκασμένοι σε νηστεία, γιατί δε νηστεύσαμε, καθώς εξουσιασθήκαμε απ' το δένδρο της γνώσης.
    Γιατί ήταν παλιά η εντολή και σύγχρονη με μας, σαν κάποια διαπαιδαγώγηση της ψυχής και σωφρονισμό απ' τις απολαύσεις. Τη λάβαμε εύλογα, για να απολαύσουμε με την τήρησή της αυτό που χάσαμε με τη μη διαφύλαξή της.
    Χρειασθήκαμε Θεό που σαρκώθηκε και πέθανε, για να ζήσουμε. Νεκρωθήκαμε μαζί Του, για να καθαρισθούμε. Αναστηθήκαμε μαζί Του, επειδή μαζί Του και νεκρωθήκαμε. Συνδοξασθήκαμε, επειδή συναναστηθήκαμε.
    Είναι πολλά μεν λοιπόν τα θαύματα της τότε εποχής: Θεός που σταυρώνεται, ήλιος που σκοτίζεται και πάλι ανατέλλει (γιατί έπρεπε και τα κτίσματα να συμπάσχουν με τον Κτίστη). Καταπέτασμα που σχίζεται, αίμα και νερό που χύνεται απ' την πλευρά (το μεν αίμα, γιατί ήταν άνθρωπος, το δε νερό γιατί ήταν πάνω απ' τον άνθρωπο). Γη, που σείεται, πέτρες που σχίζονται για χάρη της πέτρας (που είναι ο Χριστός), νεκροί που ανασταίνονται, ως επιβεβαίωση της τελευταίας και κοινής αναστάσεως.

ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ



Λέγει η αγία Γραφή ότι όλοι οι άνθρωποι θ’ αναστηθούν σωματικά κατά την Β?Παρουσία του Χριστού. Η ανάσταση όμως των ανθρώπων που πιστεύουν στον αληθινό Θεό πρέπει να είναι διπλή· ψυχική πρώτα και μετά σωματική. Γιατί διπλός ήταν ο θάνατος· ψυχικός και σωματικός. Πρώτα πέθανε ο Αδάμ ψυχικά, όταν παρέβη την εντολή του Θεού, και μετά από πολλά χρόνια πέθανε και σωματικά. Συνεπώς και εμείς πρέπει πρώτα ν’ αναστηθούμε ψυχικά διά της μετάνοιας, ώστε ν’αναστηθούμε μετά και σωματικά εις «ανάσταση ζωής» και όχι εις «ανάσταση κρίσεως» (Ιω. 5,29).
Στον Χριστό ένας θάνατος συνέβη· ο σωματικός. Κι αυτός έγινε για το χατίρι μας. Στο Χριστό ένας ήταν ο θάνατος, γιατί δεν αμάρτησε. Αλλά κι αυτός ο ένας ο θάνατος έγινε για μας. Εμείς όμως που αμαρτήσαμε διπλά, πρέπει να έχουμε και διπλή ανάσταση.

Όταν λέμε ότι πέθανε ο Αδάμ ψυχικά ή ότι πεθαίνουμε ψυχικά εμείς, μή νομίσουμε ότι πεθαίνει η ψυχή, γιατί αυτή επειδή το θέλει ο Θεός είναι αθάνατη. Θάνατος της ψυχής είναι η αμαρτία και η αιώνια κόλαση. Γι’ αυτό λέγει ο Χριστός· «Μη φοβηθείτε από εκείνους που θανατώνουν το σώμα, αλλά δεν μπορούν να θανατώσουν την ψυχή. Να φοβηθείτε όμως περισσότερο εκείνον που μπορεί να ρίξει στην κόλαση και την ψυχή και το σώμα» (Ματθ. 10,28). Και αυτό που χάνεται βέβαια (στην κόλαση) υπάρχει, αλλά είναι μακριά από το βλέμμα (τη χάρη) του Θεού.
Λέγει η Γραφή για τον Κάιν ότι μετά το φόνο που διέπραξε και δεν θέλησε να μετανοήσει και να ζητήσει συγγνώμη από το Θεό «εξήλθε δε Κάιν από προσώπου του Θεού και ώκησεν εν γη Ναιδ κατέναντι Εδέμ (Γεν. 4,16). Έφυγε δηλαδή ο Κάιν από την χώρα που εξουσίαζε ο Θεός, που αναμιγνυόταν στη ζωή των ανθρώπων –ασχέτως που τους έδιωξε από τον παράδεισο– και που παρείχε τη χάρη και την ευλογία του, ακόμη και μετά την πτώση. Πήγε να ζήσει μακριά από το βλέμμα του Θεού! Να η κόλαση. Ο Κάιν δεν χάνεται βιολογικά υπαρξιακά αλλά πνευματικά. Χάνει τη σύνδεση και την επαφή με το Θεό. Το ίδιο έγινε με τον Ησαύ, με τον άσωτο υιό· το ίδιο γίνεται με τον κάθε αμαρτωλό και η κατάσταση αυτή συνεχίζεται και μετά θάνατον αιωνίως. 

Από αυτόν τον πνευματικό θάνατο μας απομακρύνει μόνο η μετάνοια. Ας θυμηθούμε τον Πέτρο και τον Ιούδα. Και οι δύο απόστολοι· και οι δύο προδώσανε τον Χριστό· ο ένας μετανόησε και σώθηκε, ο άλλος έμεινε αμετανόητος και αυτοκτόνησε. Ας θυμηθούμε τους δύο ληστές δίπλα στο σταυρό του Χριστού· ο ένας ομολογεί την ενοχή του και τη πίστη του στην αθωότητα του Χριστού όπως και το θεανθρώπινο της υποστάσεώς του και σώζεται, ο άλλος παραμένει στην απιστία και στην κακία των Ιουδαίων και χάνεται.

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ


«ΗΓΕΡΘΗ, ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΩΔΕ» (Μαρκ.16,6), ήταν το μήνυμα του αγγέλου στις κατάπληκτες μυροφόρες γυναίκες, που πηγαίνοντας ν’ αλείψουν με μύρα το σώμα του Χριστού, αντίκρισαν τον τάφο του Χριστού ανοιχτό και κενό. «Ηγέρθη, δεν είναι εδώ· ανέστη ο νεκρός Ιησούς», είναι το μήνυμα του αγγέλου και προς όλους τους χριστιανούς, όλων των εποχών.

Πριν δώσει το μήνυμα αυτό ο άγγελος, ο ίδιος ο Χριστός, όταν ξεψύχισε πάνω στο σταυρό, έδωσε το δικό του προφητικό μήνυμα. Σχίστηκε το καταπέτασμα του ναού (σημείο ότι η θρησκεία της Παλαιάς Διαθήκης τελείωσε και προμήνυμα της πλήρους καταστροφής και ερημώσεως του ναού), η γή σείστηκε, οι πέτρες σχίστηκαν κι αυτές και τα μνημεία άνοιξαν. Τότε πολλοί από τους κεκοιμημένους αγίους ΗΓΕΡΘΗΣΑΝ και αφού βγήκαν από τα μνημεία, μετά την έγερση του Χριστού, εισήλθαν στην αγία πόλη και άρχισαν να εμφανίζονται σε πολλούς (Ματθ. 27,51-53). Δηλαδή πριν εγερθή ο Χριστός, ηγέρθησαν πολλοί Ιεροσολυμίτες και αυτοί –μετά την έγερσή του– άρχισαν να εμφανίζονται. Δηλαδή με τις εμφανίσεις του Χριστού συνέβαιναν συγχρόνως και εμφανίσεις κεκοιμημένων Ισραηλιτών. Όλα αυτά δείχνουν ότι όταν ήρθε η Ζωή εν τω τάφω, τότε ο θάνατος κυριολεκτικά διαλύθηκε και ζαλίστηκε και άρχισε ν’ αποχωρεί όχι μόνο από το σώμα του Ιησού, αλλά και από πολλά ανθρώπινα σώματά. Κι αν ήταν σπουδαίο να εξέλθει ο Λάζαρος από το μνήμα του μετά 4 μέρες, ήταν πολύ σπουδαιότερο να εξέλθουν οι νεκροί μετά από πολλά χρόνια.