Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2024

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος: Αγωνιστείτε να κρατάτε το νου σας στο Θεό ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


Δεν κατορθώνετε να συγκεντρώνετε το νου σας στην προσευχή. Τι να κάνετε; Ο Κύριος βλέπει ότι η αδυναμία σας αύτη δεν οφείλεται τόσο σε δική σας αδιαφορία όσο στις συνθήκες της ζωής σας. Και βλέποντας ότι λυπάστε, σας συγχωρεί.

Από τους ανθρώπους που ζουν στον κόσμο, δεν μπορούμε να απαιτούμε τη νήψη όσων άφησαν τον κόσμο, δηλαδή των μοναχών.


Υπάρχουν δυσκολίες. Τι να κάνουμε; Έτσι είναι η επίγεια ζωή. Ποιος έχει απελευθερωθεί από τα προβλήματα της;

Φροντίστε, πάντως, να έχετε σ’ όλες τις ώρες της ημέρας κάποιαν απασχόληση. Με το χρόνο σας γεμάτο, θα υποφέρετε λιγότερο από την αθυμία. Συνάμα αγωνιστείτε να κρατάτε το νου σας στο Θεό. Εύχομαι Εκείνος να σας χαρίσει την ειρήνη.

(Οσίου Θεοφάνους Του Εγκλείστου, Χειραγωγία Στην Πνευματική Ζωή, Ι. Μ. Παρακλήτου, Έκδ. Ε΄, Σ. 89)

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2020

Φοβερή ἁμαρτία ἡ φιλαρχία μέσα στήν Ἐκκλησία Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

 



Πουθενά η φιλαρχία δεν είναι τόσο φοβερή αμαρτία όπως στην Εκκλησία. Εάν περάσει στην καρδιά του ανθρώπου, διώχνει απ’ αυτήν την αγάπη, και μαζί με την αγάπη την αλήθεια. Και στην θέση τους ενθρονίζει κάθε κακό.
Η Εκκλησία κυβερνάται με την αγάπη και με την αλήθεια. Ο μεγαλύτερος διακονεί με αγάπη τον μικρότερο.Ο πρεσβύτερος είναι υπηρέτης όλων, πάντα κατά το παράδειγμα του παν-τέλειου Κυρίου Ιησού που δεν ήρθε στο γήινο κόσμο μας «διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματθ. Κ’, 26-28).
Αυτό διακρίνει την Εκκλησία απ’ όλες τις οργανώσεις του κόσμου. Αυτό είναι που την κάνει όχι αυτού του κόσμου και που δείχνει ότι είναι όλη απ’ τον άλλον κόσμο, απ’ τον κόσμο της θεϊκής αγάπης και της αλήθειας του Χριστού.
Πηγή: π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εκδόσεις εν Πλώ
http://makkavaios.blogspot.gr/2015/01/blog-post_966.html

Καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς


 Καθολικότης της Εκκλησίας

του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς

       Η ιδία η φύσις της Εκκλησίας είναι καθολική, διότι ο θεανθρώπινος οργανισμός της Εκκλησίας, ούσης το Σώμα του Χριστού, περιέχει τα πάντα: ολόκληρον την δημιουργίαν του Θεού, ακριβέστερον την Οικονομίαν του Θεού περί του κόσμου και του ανθρώπου. Ο Θεάνθρωπος Χριστός δι’ Εαυτού και εν Εαυτώ ήνωσε κατά τελειώτατον και πληρέστατον τρόπον τον Θεόν και τον άνθρω­πον, και διά του ανθρώπου όλους τους κόσμους και ό­λην την κτίσιν, διότι η κτίσις είναι ουσιαστικώς συνδεδεμένη με τον άνθρωπον (πρβλ. Ρωμ. 8, 19-24) και η ένωσις αυτή εν Χριστώ είναι η υπόστασις της καθολικότη­τος της Εκκλησίας.Ο Θεανθρώπινος οργανισμός της Εκκλησίας του Χριστού περιλαμβάνει και τον Θεόν και τον άνθρωπον και «τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και αόρατα, είτε (εισί) θρόνοι, είτε αρχαί, είτε κυριότητες, είτε εξουσίαι» (Κολ. 1, 16), διότι «τα πάντα δι’ αυτού -του Θεανθρώπου- και εις Αυτόν – τον Θεάνθρωπον- έκτισται…. και συνέστηκε, και Αυτός εστιν η κεφαλή του σώματος, της Εκκλησίας» (Κολ. 1, 17-18).

*   Ο Σωτήρ Χριστός ηγίασε την Εκκλησίαν δι’ όλης της Θεανθρωπίνης ζωής Του… αμείωτος και άτρεπτος είναι η αγιότης του Χριστού, της Κεφαλής της Εκκλησίας, και του Αγίου Πνεύματος, της ψυχής της, ως και επίσης η αγιότης της θείας διδασκαλίας της, της χάριτός της εις τα μυστήριά της και εις τας αρετάς της… Μόνον οι αμετανόητα αμαρτωλοί, οι εμμένοντες επιμόνως εν τω κακώ και εν θεομάχω εκουσία πονηρία, αποκόπτο­νται από την Εκκλησίαν….

*   Έξω από την Εκκλησίαν ούτε πραγματικόν πρόσωπον υπάρχει ούτε πραγματική κοινωνία. Η Εκκλησία είναι η μόνη πραγματική και αληθινή κοινωνία.

*   Διά τους Πατέρας, όπως και διά τους Αποστόλους η μοναδική Αλήθεια ήτο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός… και οι πρώτοι και οι δεύτεροι ουδέν γνωρίζουν ειμή τον Ιησούν Χριστόν, Εσταυρωμένον, Αναστάντα και Αναληφθέντα. Ο Σωτήρ Χριστός είναι το περιεχόμενον της παραδόσεως της αποστολικότητος εν τω Σώματι της Εκκλησίας.

*   Κατά τον λόγον του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, η Εκκλησία «καθολική καλείται διά το κατά πάσης είναι της οικουμένης από περάτων γης έως περάτων, και διά το διδάσκειν καθολικώς και ανελλιπώς άπαντα τα εις γνώσιν ανθρώπων ελθείν οφείλοντα δόγματα, περί τε ορατών και αοράτων πραγμάτων, επουρανίων τε επιγείων, και διά το παν γένος ανθρώπων εις ευσέβειαν υποτάσσειν, αρχόντων τε και αρχομένων, λογίων τε και ιδιωτών, και διά το καθολικώς ιατρεύειν μεν και θεραπεύειν άπαν το των αμαρτιών είδος των διά ψυχής και σώματος επιτελουμένων, κεκτήσθαι δε εν αυτή πάσαν ιδέαν ονομαζομένην αρετής εν έργοις τε και λόγοις και πνευματικοίς παντίοις χαρίσμασιν» (Κυρίλλου, Ιεροσ., κατήχησις ΙΗ’).

      Η θεανθρωπίνη καθολικότης της Εκκλησίας είναι εις την πραγματικότητα μία διαρκής κατά χάριν και αρετήν χριστοποίησις του ανθρώπου: τα πάντα και οι πάντες συνάγονται και συγκεφαλαιούνται εις τον Θεάνθρωπον Χριστόν, και τα πάντα βιούνται εν Αυτώ ως ιδικά μας και οικεία, όπως ζη ένας αδιαίρετος θεανθρώπινος οργανισμός. Διότι όλη η ζωή εν τη Εκκλησία είναι μία θεανθρωπίνη καθολικοποίησις, μία κατά χάριν και αρετήν θέωσις και χριστοποίησις και θεανθρωποποίησις και τριαδοποίησις, και εκκλησιοποίησις. Η θεανθρωπίνη αυτή καθολικότης της Εκκλησίας και καθολικοποίησις εν τη Εκκλησία διακρατείται και πραγματοποιείται διά της α­εί ζώσης Υποστάσεως του Θεανθρώπου Χριστού, η οποία κατά τον πλέον τέλειον τρόπον ενώνει τον Θεόν και τον άνθρωπον και όλην την κτίσιν, την οποίαν το τιμιώτατον αίμα του Θεανθρώπου Σωτήρος καθαρίζει από την αμαρτίαν, το κακόν και τον θάνατον (πρβλ. Κολ. 1. 19-22). Το θεανθρώπινον Πρόσωπον του Χριστού είναι ο άξων της καθολικότητος της Εκκλησίας. Διά τούτο ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος λέγει: «Όπου αν η Χριστός εκεί η Καθολική Εκκλησία». Η Εκκλησία πράγματι είναι ολόκληρος πεπληρωμένη από τον Θεάνθρωπον Χρι­στόν, καθ’ ότι αύτη είναι «το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφ. 1, 23). Διά τούτο η Εκκλησία του Χριστού είναι καθολική εις εκάστην επισκοπήν της, δηλαδή εις εκάστην ορθόδοξον ευχαριστιακήν κοινότη­τά της, αλλά και εις έκαστον επίσκοπόν της και έκαστον πιστόν πρόσωπον εν αυτή, εις έκαστον κύτταρόν της. Εκ της καθολικότητος αυτής της ιδίας της φύσεως της Εκκλησίας πηγάζει και η παν-χρονική και η οικουμενική καθολικότης της. Την καθολικότητα και οικουμενικότητα και συνοδικότητα της Εκκλησίας κηρύττουν όλοι οι άγιοι Απόστολοι, Πατέρες της Εκκλησίας και αι Οικουμενικαί και Τοπικαί Σύνοδοι αυτής.

 http://www.impantokratoros.gr/D7492839.el.aspx 

Ὑπάρχει φιλανθρωπία χωρίς χριστοφιλία; Απαντά ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

 

      

 Απαντά ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς
 Η χριστοφιλία διακλαδούται σε αδελφοφιλία, αληθοφιλία, δικαιοφιλία, αγαθοφιλία, αγιοφιλία, ειρηνοφιλία, αγνοφιλία, αγάπη για όλα όσα είναι θεϊκά, αγάπη για όλα όσα είναι αθάνατα, αγάπη για όλα όσα είναι αιώνια. Όλες αυτές οι αγάπες είναι θεϊκές, άγιες και αιώνιες, επειδή η ρίζα τους είναι θεϊκή, άγια και αιώνια. Ρίζα τους είναι η χριστοφιλία.
Όλες αυτές είναι φυσικές και απαραίτητες εκφάνσεις της χριστοφιλίας. Είναι οι δικές της αντικειμενικοποιήσεις, προβολές, πραγματοποιήσεις. Οι δικές της ενσαρκώσεις και πραγματώσεις. Εάν δεν υπάρχουν αυτές, δεν υπάρχει ούτε η χριστοφιλία. Εάν δεν υπάρχει η χριστοφιλία, δεν υπάρχει ούτε αληθινή θεοφιλία ούτε αληθινή φιλανθρωπία. Επειδή ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος η
αγάπη προς Αυτόν είναι πάντα και αγάπη προς Θεό και αγάπη προς άνθρωπο, δηλαδή θεοφιλία και φιλανθρωπία.
Στο χριστιανισμό η φιλανθρωπία είναι απόδειξη της θεοφιλίας, ενώ η θεοφιλία είναι απόδειξη της φιλανθρωπίας. Η αγάπη προς τον Θεό φυσικά εκδηλώνεται με την αγάπη προς τον άνθρωπο ως θεόμορφο όν. και αυτό σημαίνει ως θεϊκό αδελφό και αιώνιο συν-άδελφο. Γι’ αυτό ο άγιος Θεολόγος ιδιαίτερα τονίζει τούτο το ευαγγέλιο:
«Εάν τις είπη ότι αγαπά τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν∙ ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν ον εώρακε, τον Θεόν ον ουχ εώρακε πως δύναται αγαπάν; Και ταύτην την εντολήν έχομεν απ’ αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον αδελφόν αυτού».
Μόνο αισθανόμενος εν Θεώ, ειδωμένος εκ Θεού, ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο θεϊκός αδελφός, αθάνατος συνάδελφος. Έτσι αισθάνεται, θεάται και βλέπει τους ανθρώπους, μόνον ο άνθρωπος που βρίσκεται εν Χριστώ Θεώ, εν τη θεϊκή Του αγάπη.
Πηγή: π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εκδόσεις εν Πλώ
 http://makkavaios.blogspot.gr/2015/02/blog-post_78.html

῾Ο Θεός Λόγος εἶναι ἡ Ζωή ἡ αἰώνια, ἡ ᾿Αλήθεια, ἡ ᾿Αγάπη καί τό Φῶς ῞Αγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς Σχόλιο στήν Ἀποστολική Περικοπή- Α’ Επιστολή Ιωάννου Θεολόγου, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α´στίχ. 1-7

 

 “῝Ο ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς·”

Τό κύριο εὐαγγέλιο καί ἡ σκέψη καί ἡ ἀλήθεια· ὁ Θεός Λόγος ἐνσαρκώθηκε, ὥστε κι ἐμεῖς νά συσσαρκωθοῦμε μαζί Του· Αὐτός ἔγινε ἄνθρωπος, ὥστε νά μᾶς θεώσει· Αὐτός -Ζωή αἰώνια- ἐμφανίστηκε στή γῆ, ὥστε νά ἔχουμε κοινωνία μαζί Του, ζώντας μαζί Του. «Περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς» εἶναι τό θέμα αὐτοῦ τοῦ Εὐαγγελίου. Λές καί θέλει ὁ ἅγιος Θεολόγος νά μᾶς δώσει νέα ἐξήγηση τῆς κύριας χαρμόσυνης ἀγγελίας τοῦ Εὐαγγελίου του· «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» (᾿Ιωάν. α´, 14).

῾Ο Θεός Λόγος, πού εἶναι Αἰώνια Ζωή, πέρασε σέ μᾶς· «ὃ ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς» δηλαδή τό Αἰώνιο κατέβηκε στή γῆ, ἔγινε σάρκα, ἔγινε ἡ δική μας γήινη πραγματικότητα, ἔγινε προσιτό στά αἰσθητήριά μας, στή γνώση μας καί στίς αἰσθήσεις μας· κι αὐτό εἶναι «ὃ ἀκηκόαμεν»· ἀκούσαμε τό εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ Λόγου· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν»· εἴδαμε Θεό σέ σῶμα, Θεό στόν κόσμο, τόν Θεό ἀνάμεσά μας· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἐθεασάμεθα»· ἔχουμε δεῖ, ἔχουμε παρατηρήσει τόν Θεό στόν ἄνθρωπο· εἶναι ἐκεῖνο πού «αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν»· ἄγγιξαν τό σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου, τόσο πρίν ἀπό τόν σταυρικό του θάνατο, ὅσο καί μετά τήν ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς. «᾿Ακούσαμε, εἴδαμε, παρατηρήσαμε, ψηλαφήσαμε» -τό Λόγο τῆς ζωῆς, τό Θεό τῆς ζωῆς. ῾Ο Θεός Λόγος ἔγινε ἡ δική μας πιό προσιτή πραγματικότητα· κι ἐμεῖς αὐτό τό ἐπαληθεύουμε μέ τόν πιό ὀφθαλμοφανῆ, τόν πλέον πειραματικό τρόπο.῾Η μέθοδος εἶναι καθαρά πειραματική, δοκιμαστική. «῾Ο Λόγος τῆς ζωῆς» εἶναι στήν πραγματικότητα ἡ Λογική τῆς ζωῆς, ἡ Σοφία τῆς ζωῆς, ἡ Λέξη τῆς ζωῆς. ῞Εως Αὐτόν -ἡ ζωή ἦταν ἄλογος, ἀνόητη· ἕως Αὐτόν- ἡ ζωή ἦταν ἀ-λογική, καί γι’ αὐτό μή λογική, σ’ αὐτήν δέν ὑπῆρχε κάποια στοιχειώδης λογική, ὅλα -χάος, τά πάντα- «πανηγύρι μάταιο»· ἕως Αὐτόν -Λόγο τῆς ζωῆς- ἡ ζωή ἦταν ἄλαλη καί ἄφωνη, δέν ἤξερε νά μιλᾶ, νά πεῖ, νά ἐκφράσει, νά ἐκφέρει τόν ἑαυτόν της, τό μυστήριό της, τό βάσανό της, τόν πόνο της, τή χαρά της. Μέ Αὐτόν, ἡ ζωή τά προσλαμβάνει ὅλα αὐτά· ἡ ζωή ἄρχισε νά μιλᾶ, ἐφόσον ἐλλογοποιήθηκε· ἡ ζωή πῆρε νόημα, ἐφόσον ἐλλογοποιήθηκε· ἡ ζωή ἔγινε σοφή, ἐφόσον ἐλλογοποιήθηκε. ᾿Ενῶ ἡ ζωή εἶχε γίνει ἄλογος, μή λογική -χωρίς νόημα, χωρίς στόχο, ἀνόητη- μέ τήν ἁμαρτία καί λόγῳ τῆς ἁμαρτίας.

᾿Εκεῖνο πού γιά τήν ἀνθρώπινη σκέψη, εἴτε τήν ἑλληνική, τή ρωμαϊκή, τήν ἰνδική ἤ ὅποια ἄλλη, ἦταν καί ἔμεινε ἰδανικό ἤ ἰδέα, ἀφηρημένο καί ἐπέκεινα, μέ τήν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε ζωή, δική μας γήινη ζωή. Γιά τόν Λόγο καί γιά τή Λογική τῆς ζωῆς δέν χρειάζεται νά πᾶμε σ’ ἄλλο κόσμο, ἐφόσον ἡ Λογική καί ὁ Λόγος τῆς ζωῆς εἶναι ἐδῶ, ἀνάμεσά μας. ᾿Εμεῖς ἔχουμε τόν Λόγο τῆς ζωῆς, γι’ αὐτό ξέρουμε τή Λογική τῆς ζωῆς, τό στόχο τῆς ζωῆς, τό νόημα τῆς ζωῆς. ᾿Εάν ὡς τώρα δέν ξέραμε τήν ἀρχή τῆς ζωῆς, ἰδού· ὁ Θεός Λόγος! ᾿Αφοῦ εἶναι ᾿Εκεῖνο «πού ἦταν ἀπό τήν ἀρχή» – «ὃ ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς». ῾Η ζωή δέν εἶναι κάτι χωρίς νόημα, ἀλλά ἐξαρχῆς κάτι θεϊκά λογικό. ᾿Ενῶ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ δύναμη πού ὅλα τά ἀπολογοποιεῖ, στερεῖ τή θεϊκή λογική, τό θεϊκό νόημα καί τήν πρόνοια. Στήν πραγματικότητα, ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ μόνος ἀπονοητής τῆς ζωῆς.

(1, 2)

“καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν·”

῞Εως τήν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου λές καί δέν ὑπῆρχε ζωή στή γῆ. ᾿Εάν ὑπῆρχε, αὐτό ἦταν ἀπομίμηση τῆς ζωῆς, κακέκτυπο τῆς ζωῆς, ἡ πλαστογράφηση τῆς ζωῆς· ἁπλά· ψευδοζωή. Γιατί τί ζωή εἶναι αὐτή στήν ὁποία ὑπάρχει θάνατος καί πού τελειώνει μέ τόν θάνατο; Αὐτό μοιάζει περισσότερο μέ βαθμιαία θανάτωση. Κι αὐτό σημαίνει βαθμιαῖο μαρτύριο. Μόνο ἐκείνη ἡ ζωή εἶναι ἄξια τοῦ ὀνόματός της, αὐτή πού δέν πεθαίνει, πού δέν τελειώνει μέ τόν θάνατο, ἀλλά νικᾶ τό θάνατο καί μέ τήν ἀνάσταση φτιάχνει γέφυρα πρός τήν ἀθανασία. Δηλαδή ζωή εἶναι μόνο ἡ Αἰώνια Ζωή. Καί αὐτή ἡ ζωή ἐμφανίστηκε πρώτη φορά στό δικό μας ἀνθρώπινο κόσμο μέ τόν Θεό Λόγο· τόν Θεάνθρωπο Χριστό.

Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Θεολόγος εὐαγγελίζεται· «καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν». ῾Η ζωή καί ἡ Αἰώνια ζωή εἶναι συνώνυμα. Δέν ὑπάρχει ζωή χωρίς τήν Αἰώνια ζωή. Μέ τόν Θεάνθρωπο «ἡ ζωὴ ἐφανερώθη» στό δικό μας κόσμο τοῦ θανάτου καί τῆς ψευδοζωῆς. Μόλις σ’ ᾿Εκεῖνον «ἑωράκαμεν» τήν ἀληθινή ζωή, «ἑωράκαμεν» τί εἶναι ἡ ζωή· εἴδαμε καί βλέπουμε ὅτι μόνο ἡ αἰώνια ζωή -εἶναι πραγματική ζωή. Αὐτό εἶναι τό πλέον ὀφθαλμοφανές στόν Θεάνθρωπο.

῞Ολος ὁ Θεάνθρωπος κι ὅλα ἐν αὐτῷ ἀνασαίνουν καί ἀκτινοβολοῦν μέ τήν αἰώνια ζωή· δέν ὑπάρχει σκέψη Του πού νά μήν ἐκπηγάζει ἀπό τήν αἰώνια ζωή καί νά μήν ἐκβάλλει σ’ αὐτήν· ἔτσι καί κάθε λέξη Του καί ἔργο καί αἴσθημα. Σέ ὅ,τι δικό Του αἰσθάνεσαι τήν παρουσία τοῦ Αἰώνιου· καί τά κύματα τῆς αἰώνιας ζωῆς μᾶς ραντίζουν ἀπ’ ὅ,τι δικό Του.

Θέλεις νά δεῖς πῶς ζεῖ ὁ Αἰώνιος στό χρόνο; Κοίτα τόν ᾿Ιησοῦ. ῞Ολα ὅσα εἶναι ἐν Αὐτῷ σφύζουν αἰώνια ζωή, ὅλη ἡ ζωή! Τέτοια πού εἶναι καί στόν ἄλλο κόσμο· ὄχι, ὅμως ὅμοια μ’ αὐτήν τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ἐφόσον Αὐτός «ἔδωκε καὶ τῷ υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ» (᾿Ιωάν. ε´, 26). Εἶναι μαρτυρία αὐτοπτῶν. Κι ἐκεῖνοι ἀναγγέλλουν μέ ἀτελείωτη βεβαιότητα· «μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν». ῞Εως τή φανέρωσή Του ὁ θάνατος ἦταν μέσα μας καί γύρω μας· οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦσαν οὔτε νά ξέρουν οὔτε νά ἀποκτήσουν τήν αἰώνια ζωή μέχρι πού Αὐτός ὁ ἴδιος κατέβηκε στόν κόσμο μας καί φανερώθηκε σέ μᾶς.

(1, 3)

“ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.”

᾿Από ποῦ προκύπτει στόν ἅγιο Θεολόγο τέτοια θαρραλέα μαρτυρία;  ᾿Από προσωπική ἐμπειρία· ἐπειδή ὁ ἴδιος γεύθηκε τήν αἰώνια ζωή, προσῆλθε σέ κοινωνία μ’ αὐτήν, εἶχε συμμετοχή σ’ αὐτήν μέσῳ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ. Ζώντας μαζί μέ τόν Κύριο ᾿Ιησοῦ, ἔχοντας κοινωνία μ’ Αὐτόν, τότε πράγματι βρίσκεσαι στήν αἰώνια ζωή. Αὐτή ἡ ζωή εἶναι στήν πραγματικότητα, κοινωνία μέ τήν Τριαδική Θεότητα. Τό νά ἐντριαδοποιηθεῖς καί νά τριαδοποιηθεῖς μέσῳ τοῦ Θεανθρώπου, δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τό νά ζεῖς τήν αἰώνια ζωή. Καί τότε ὁ ἄνθρωπος μέσα στόν ἑαυτό του αἰσθάνεται καί βλέπει τήν αἰώνια ζωή. Καί συνέχεια βρίσκεται σέ κοινωνία μέ τά αἰώνια ἀνθρώπινα ὄντα.

᾿Εφόσον οἱ χριστιανοί, ὡς πρός αὐτό διαφοροποιοῦνται ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους, στό ὅτι ἔχουν αἰώνια ζωή καί τή ζοῦνε ἐδῶ στή γῆ. Γι’ αὐτό καί ἀναγγέλλουν τή ζωή τήν αἰώνια. ᾿Απ’ αὐτήν τήν ἄποψη, ὅλα σ’ αὐτούς βασίζονται στήν προσωπική ἐμπειρία, στήν προσωπική κοινωνία μέ τό Αἰώνιο. Γι’ αὐτό ὁ αὐτόπτης ἅγιος ἀληθῶς εὐαγγελίζεται· «ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾿ ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ». ῾Η ζωή τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ ζωή μέ τή Θεϊκή Τριάδα, κοινωνία μ’ Αὐτήν, μέ τίς ζωοποιές δημιουργικές αἰώνιες δυνάμεις καί τά ἱερά. ῾Η κοινωνία μέ τό Αἰώνιο δίνει στούς ἀνθρώπους τήν αἰώνια ζωή. Δέν εἶναι κάποια ἐξωτερική παρατήρηση, ἀλλά ἐσωτερικό βίωμα τῆς ῾Αγίας Τριάδας.

Εἶναι πράγματι κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, συσσάρκωση μέ τόν Θεό. ῞Ολα εἶναι προσωπικά, ἐμπειρικά, ζωντανά, ὅλα καινούρια. ῞Ολος ὁ Θεός Λόγος εἰσέρχεται στόν ἄνθρωπο, ἐνανθρωπίζεται· μπῆκε σέ σῶμα, ἐνσαρκώθηκε. ῾Ο Λόγος εἶναι σέ σῶμα, στόν ἄνθρωπο, ἐδῶ μαζί μας καί ἀνάμεσά μας καί μέσα μας· καί μ’ Αὐτόν κι ὅλη ἡ Ζωή ἡ αἰώνια κι ὅλη ἡ ᾿Αλήθεια ἡ αἰώνια κι ὅλη ἡ ᾿Αγάπη ἡ αἰώνια κι ὅλο τό Φῶς τό αἰώνιο κι ὅλες οἱ τελειότητές Του οἱ αἰώνιες· γιά νά ἔχουμε μέσῳ Αὐτοῦ κοινωνία μ’ ὅλες τις θεϊκές, αἰώνιες τελειότητες. ῾Ο ῞Αγιος Θεολόγος εἶναι ξεκάθαρος· ἡ ζωή τῶν χριστιανῶν εἶναι ὁλόκληρη μέσα στήν ῾Αγία Τριάδα – ἐκ τοῦ Πατρός διά τοῦ Υἱοῦ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι· εἶναι ἡ κοινωνία μέ τήν ῾Αγία Τριάδα· «καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ». ῾Ο Θεός εἶναι ἀνάμεσά μας, γιά νά εἶναι μέσα μας· Αὐτός εἶναι καί μαζί μας, γιά νά εἶναι μέσα μας.

(1, 4)

“καὶ ταῦτα γράφομεν ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη”

᾿Απ’ αὐτή τή ζωή μέσα στήν ῾Αγία Τριάδα, ἀπ’ αὐτή τήν κοινωνία μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό καί τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τό ἀνθρώπινο ὄν πληροῦται μέ τήν ἀληθινή χαρά, πού δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τή θεϊκή ἀγαλλίαση. Χωρίς αὐτές τό ἀνθρώπινο ὄν γεμίζει θλίψη, λύπη, ἀθλιότητα. ῎Αλλωστε μέ τί, ἄν ὄχι μ’ αὐτά, μποροῦσε νά πληρωθεῖ ὁ θάνατος, καί πρίν ἀπ’ αὐτόν ἡ ἁμαρτία; Μέσα ἀπό κάθε ἁμαρτία στήν ψυχή ὁρμᾶ, ἐάν ὄχι ἡ λαίλαπα τῆς πικρίας, τότε ἡ λαίλαπα τῆς θελκτικῆς ἁμαρτίας, πού βαθμιαῖα μεταμορφώνεται σέ ὀδύνη.

Σέ κάθε περίπτωση, κάθε συντελεσμένη ἁμαρτία ἀφήνει στήν ψυχή τουλάχιστον μιά σταγόνα πικρίας, ἡ ὁποία ἀσυναίσθητα ἁπλώνεται στήν ψυχή καί, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα, αὐξάνεται σέ πελώρια θλίψη. Πολλές φορές ὁ ἄνθρωπος δέν γνωρίζει ἀπό ποῦ ἔρχεται ἡ θλίψη στήν ψυχή, στήν καρδιά. ᾿Ενῶ ἡ κοινωνία μέ τόν Χριστό, καί μέ τίς ἅγιες ἀρετές Του, πληρεῖ τό ἀνθρώπινο ὄν μέ διαρκῆ χαρά. ᾿Από τήν ζωή μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ζώντας μέ τό δίκαιο τοῦ Χριστοῦ, τήν καλωσύνη τοῦ Χριστοῦ, τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν πραότητα τοῦ Χριστοῦ – ἡ ἀνθρώπινη ψυχή πληροῦται ἀνείπωτης χαρᾶς. Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος κοιτάξει μέσα του – ἰδού! ὅλος πλήρης θεϊκῆς χαρᾶς, δέν ἔχει θλίψη ἀπό τήν ἁμαρτία, οὔτε φόβο ἀπό τόν θάνατο. Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Θεολόγος εὐαγγελίζεται· «Καὶ ταῦτα γράφομεν ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη».

(1, 5)

“Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία ἣν ἀκηκόαμεν ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἀναγγέλλομεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία.”  

Σ’ αὐτούς τούς στίχους βρίσκεται ἡ ἐξαιρετική ἐπαγγελία τοῦ Θεανθρώπου· «ὁ Θεός εἶναι φῶς». Αὐτός εἶναι ἡ αἰτία καί ἡ πηγή κάθε φωτεινοῦ, κάθε ἀληθινοῦ, κάθε καλοῦ, κάθε δίκαιου, κάθε ἀθάνατου· ἐνῶ μέ τίποτα δέν εἶναι αἰτία, οὔτε συν-αἰτία, μήτε πηγή, μήτε συν-πηγή τοῦ κακοῦ, τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου, τοῦ ψεύδους. Αὐτή τήν ἐπαγγελία ὁ Χριστός ἀνακοίνωσε καί μέ τή ζωή Του. ῎Εδειξε ὅτι ὁ Θεός εἶναι πράγματι φῶς καί ὅτι σ’ Αὐτόν δέν ὑπάρχει κανένα σκοτάδι. Ποῦ ὑπάρχει σκοτάδι στόν Θεάνθρωπο; Ποῦ ὑπάρχει ἁμαρτία σ’ Αὐτόν; ᾿Εάν δείξει κάποιος μία ἁμαρτία σ’ Αὐτόν, θά ἔχει δείξει τό σκοτάδι. ᾿Αλλά αὐτό δέν εἶναι σέ θέση νά τό δείξει κανείς.

Τό σκοτάδι προέρχεται ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἡ ἁμαρτία ἀπό τόν διάβολο, πού εἶναι πλήρης σκότους. Γιατί ὁ διάβολος ἐξ αὐτοῦ εἶναι διάβολος, ἐπειδή εἶναι σέ ὅλα οὐσιαστική ἀντίθεση τοῦ Θεοῦ. «῾Ο Θεὸς φῶς ἐστι», ὁ διάβολος εἶναι σκοτάδι· ὁ Θεός εἶναι ζωή, ὁ διάβολος θάνατος· ὁ Θεός εἶναι ἀλήθεια, ὁ διάβολος ψεῦδος. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος Χριστός, ὡς ἀληθινός Θεός, μποροῦσε νά πεῖ γιά τόν ἑαυτό του· «᾿Εγώ εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου», «᾿Εγώ εἶμαι τό φῶς τῆς ζωῆς». ᾿Ενῶ ὁ διάβολος θά μποροῦσε δίκαια νά πεῖ γιά τόν ἑαυτό του· «ἐγώ εἶμαι τό σκοτάδι τοῦ κόσμου· ἐγώ εἶμαι τό σκοτάδι τῆς ζωῆς». Αὐτός μέ τό σκοτάδι του κάνει τά ἀνθρώπινα μάτια νά μήν βλέπουν οὔτε τί εἶναι στήν πραγματικότητα ὁ κόσμος, οὔτε τί εἶναι ἡ ζωή. Γιατί γιά νά μποροῦν νά δοῦν τά μάτια, χρειάζεται φῶς. Κι αὐτό τό ἔχει καί τό δίνει μόνο ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. ᾿Εμεῖς μέ τό φῶς βλέπουμε. Τά μάτια μας εἶναι μάταια δίχως τό φῶς.

(1, 6)

“ἐὰν εἴπωμεν ὅτι κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ σκότει περιπατῶμεν, ψευδόμεθα καὶ οὐ ποιοῦμεν τὴν ἀλήθειαν.”

Κι αὐτό τό εὐαγγέλιο γιά τόν Θεό ὡς φῶς, μαρτυρήθηκε μέ τήν ἐμπειρία καί τήν προσωπική δοκιμή ὅλων τῶν πραγματικῶν χριστιανῶν. ᾿Αφοῦ προσωπικά ἐπιβεβαίωσαν ὅτι ζώντας μέ τόν Χριστό καί στόν Χριστό πράγματι ζοῦν μέ τό φῶς καί στό φῶς. Δέν ὑπάρχει σκοτάδι ἀπό τό ὁποῖο ὁ Χριστός δέν τούς βγάζει· δέν ὑπάρχει ἁμαρτία πού δέν νικοῦν μέ τόν Χριστό. ῞Οπως πρίν τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου προηγεῖται τό λυκαυγές φῶς, ἔτσι καί μπροστά ἀπό τόν Χριστό -τό Φῶς τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς- προηγεῖται τό λυκαυγές φῶς τῶν ἁγίων ἀρετῶν Του. ᾿Εάν ἀρχίσει ὁ ἄνθρωπος νά τίς ἐφαρμόζει, αὐτές στήν ψυχή του ἁπλώνουν τό λυκαυγές φῶς, πού ἀναγγέλλει τή γέννηση τοῦ αἰωνίου ῾Ηλίου τῆς δικαιοσύνης, τό ὁποῖο, ὅταν γεννηθεῖ στήν ψυχή, ποτέ πιά δέν δύει.

῾Ομοίως, τό σκοτάδι τῶν ἁμαρτιῶν προηγεῖται ἀπό τό σκοτάδι τοῦ δημιουργοῦ τῶν ἁμαρτιῶν. ᾿Εάν ὁρμήσουν στήν ψυχή, ἁπλώνουν μέσα της τό σκοτάδι, ὅλο καί πιό πυκνό, ὥστε ὁ ἄνθρωπος δέν καταλαβαίνει πότε τρύπωσε μέσα της ὁ ἴδιος ὁ δημιουργός τοῦ σκοταδιοῦ καί τῆς ἁμαρτίας – ὁ διάβολος. ῞Οποιος ζεῖ στήν ἁμαρτία ζεῖ στό σκοτάδι, καί δέν ξέρει ποῦ πηγαίνει. Κάθε ἁμαρτία ἕλκει στό βασίλειο τῆς ἁμαρτίας -τόν θάνατο· καί κάθε σκοτάδι ἕλκει στό βασίλειο τοῦ σκότους- τήν κόλαση. ᾿Αλλά, καί στό βασίλειο τοῦ θανάτου καί στό βασίλειο τοῦ σκότους, ἕνας εἶναι ὁ βασιλιάς, ἕνας ἀφέντης – ὁ διάβολος. ῾Ο ἅγιος Εὐαγγελιστής ἀναγγέλλει· «ἐὰν εἴπωμεν ὅτι κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ σκότει περιπατῶμεν, ψευδόμεθα καὶ οὐ ποιοῦμεν τὴν ἀλήθειαν».

(1, 7)

“ἐὰν δὲ ἐν τῷ φωτί περιπατῶμεν, ὡς αὐτός ἐστιν ἐν τῷ φωτί, κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ ἀλλήλων, καὶ τὸ αἷμα ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας”

῾Ο Θεός Λόγος, πού εἶναι τό Φῶς, ἔγινε ἄνθρωπος, ὥστε νά δώσει τό Θεϊκό Φῶς Του στούς ἀνθρώπους, νά τό καταστήσει προσιτό σ’ αὐτούς· γιά νά γίνει περιουσία τους. Γενικά, μέ τήν ἐνσάρκωσή του ὁ Θεός Λόγος θέλει ὅλα τά τοῦ Θεοῦ νά τά καταστήσει κοινά στούς ἀνθρώπους, γιά νά μποροῦν νά ἐνσωματωθοῦν στήν ἀνθρώπινη ζωή καί τόν κόσμο. Τό σύνθημα εἶναι· «ὡς αὐτός ἐστιν», ἔτσι καί ἐμεῖς πρέπει νά εἴμαστε. ῞Οπως Αὐτός ὁ ἴδιος εἶναι τό φῶς, ἔτσι καί ἐμεῖς πρέπει νά γίνουμε φῶς. ᾿Εξίσου, ὅπως Αὐτός ὁ ἴδιος εἶναι στήν ᾿Αλήθεια, ἔτσι καί ἐμεῖς πρέπει νά εἴμαστε σ’ αὐτήν. ῞Ολα τά δικά Του, μέ τήν ἐνσάρκωση ἔγιναν δικά μας.

Τήν ἴδια τήν αἰώνια Ζωή ἔφερε Αὐτός ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ καί μ’ αὐτήν ἔφερε καί ὅλα ἐκεῖνα μέ τά ὁποῖα ἡ αἰώνια ζωή συνυπάρχει· τήν αἰώνια ᾿Αλήθεια, τό αἰώνιο Φῶς, τήν αἰώνια Δικαιοσύνη, τήν αἰώνια ᾿Αγάπη, τήν αἰώνια Καλωσύνη, τήν αἰώνια Σοφία καί ὅλες τίς ὑπόλοιπες αἰώνιες θεϊκές τελειότητες. Τά ἔφερε ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ, ὥστε ὅλα αὐτά νά γίνουν δικά μας, ἀνθρώπινα. ῾Η αἰώνια Ζωή γίνεται δική μας, ἐάν ζοῦμε σ’ ὅλες αὐτές τίς αἰώνιες θεανθρώπινες τελειότητες. ᾿Εάν ζοῦμε ἔτσι, οἱ θεϊκές δυνάμεις αὐτῶν τῶν αἰώνιων τελειοτήτων διώχνουν ἀπό μᾶς κάθε ἁμαρτία, μᾶς καθαρίζουν ἀπό κάθε ἀκαθαρσία. ᾿Εννοεῖται, ὅλες αὐτές οἱ τελειότητες συγκροτοῦν τήν οὐσία τοῦ Θεανθρώπινου Προσώπου· εἶναι τό αἷμα Του, τό σῶμα Του· καί ὅπου εἶναι τό ἅγιο αἷμα Του, ἐκεῖ εἶναι καί ὁλόκληρη ἡ αἰώνια ζωή· καθώς στό αἷμα Του τό Θεανθρώπινο -βρίσκεται ἡ ζωή Του. Καί μέσῳ Αὐτοῦ καί ἀπ’ Αὐτόν καί λόγω Αὐτοῦ- καί ἡ δική μας.

῾Ο Θεάνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού δωρίζοντας τήν αἰώνια ζωή καί τίς αἰώνιες τελειότητές του στούς ἀνθρώπους, τούς ἑνώνει σέ μία νέα κοινωνία, ἀθάνατη, θεανθρώπινη, αἰώνια· σ’ ἕνα σῶμα, τήν ᾿Εκκλησία, τό ὁποῖο διαπερνᾶ καί διαρρέει τό θεανθρώπινο αἷμα τοῦ Χριστοῦ πού καθαρίζει ἀπό κάθε ἁμαρτία ὅλους τούς κοινωνούς, ὅλους τούς συσσωματωμένους τοῦ Θεανθρωπίνου σώματος. Τό ὑπεράγιο αἷμα μᾶς λούζει μέ τό Φῶς, μᾶς λούζει μέ τήν ᾿Αλήθεια, μᾶς λούζει μέ τό Δίκαιο, μέ τήν ᾿Αγάπη. Καί τό ἀνθρώπινο ὄν ἀστράφτει στήν ἀνείδωτη καθαρότητα. Γι’ αὐτό ὁ Εὐαγγελιστής ἀναγγέλλει· «ἐὰν δὲ ἐν τῷ φωτί περιπατῶμεν, ὡς αὐτός ἐστιν ἐν τῷ φωτί, κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ ἀλλήλων, καὶ τὸ αἷμα ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας».

        (Πηγή ηλ. κειμένου: imaik.gr)

http://www.alopsis.gr/alopsis/zwh.htm

«Ἡ χριστοειδής καρδία τοῦ κόσμου» Ἰουστίνος Πόποβιτς


  CHRIST_10-web

Ἰουστίνος Πόποβιτς

Καὶ δῶ σὲ μᾶς δουλεύουν σκληρὰ μὰ δουλεύουν δίχως προσευχή. Καὶ σὲ μᾶς ὑπάρχει σκέψη μὰ σκέψη δίχως προσευχή. Φαίνεται πῶς ὅλοι, συνειδητά καὶ ἀσυνείδητα, πασχίζουν νὰ ἀλλάξουν τὴν ἀπὸ Χριστοῦ δοσμένη οἰκονομία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, νὰ τὴν φτιάξουν κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση δική τους. Στὴν θέση τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ ν’ ἀποτυπώσουν τὴν δική τους εἰκόνα, νὰ καταλάβουν τὸ μέρος τῆς εἱκόνος. Ὅλα αὐτὰ ὅμως, λίγο ἤ πολύ, ἀγγίζουν τὰ ὅρια τῆς ἀνταρσίας: ἀπέρριψαν τὸν ἀπὸ Χριστοῦ ὁρισμένο οἰκονόμο, τὴν προσευχή, ἀπὸ τὸν οἶκο τῆς προσευχῆς καὶ νευρικὰ εἰσήγαγαν τοὺς νομικούς καὶ συνταγματικούς καὶ τοὺς ἐπιστημο-φιλοσοφικοὺς οἰκονόμους, αὐτοὺς τοὺς στερημένους ἀπὸ χάρη καὶ προσευχή.
Εἶναι φοβερά καὶ ἀπελπιστικὰ πολλοί, πάμπολλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐξυμνοῦν (θεοποιοῦν) τὸ «πνεῦμα τῶν καιρῶν», τὸ ἐνθρονίζουν στὴν καθέδρα τῆς διανοίας τους, τὸ προσκυνοῦν ὡς βασιλέα καὶ Θεό τους, τοῦ προσφέρουν θυσίες νομίζοντας ὅτι προσφέρουν ὑπηρεσία στὸν Χριστό. Γι’ αὐτοὺς δὲν εἶναι τὸ Αἰώνιο κριτήριο γιὰ τὸν χρόνο, ἀλλὰ ὁ χρόνος γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Δὲν νιώθουν πῶς ὁ χρόνος δίχως τὴν Αἰωνιότητα εἶναι τὸ πιὸ φρικιαστικὸ μεταφυσικὸ τέρας τὸ ὁποῖο σχεδιάζει κακοποιημένες φιγούρες τῆς ζωῆς παρμένες ἀπὸ τὸ φυσικὸ χῶρο, πλάθει τὴν ὕλη σὰν ἄλλο ζυμάρι καὶ τὴν καταβροχθίζει μὲ λαιμαργία. Καὶ ὁ Χριστός; Αὐτὸς ὁ περίεργος Χριστός; – Γιὰ τὴν χριστομάχο ὑψηλοφροσύνη δὲν εἶναι παρὰ μία τελειωμένη ἱστορία στὰ μεθυσμένα στόματα τῆς τραγωδίας ποὺ ἔχει μεθύσει τὸν πλανήτη.
Ὁ Χριστός, ἡ ἁπτή του παρουσία, τὸ θελκτικό του πρόσωπο, εἶναι γιὰ μένα ἡ ἀναγκαιότερη τῶν ἀναγκαιοτήτων. Ποθώντας συνεχῶς Ἐκεῖνον, πῶς νὰ μὴν ἀποκάμει ἡ ψυχή μου στὴν προσευχή; Μὰ μήπως μπορῶ νὰ Τόν προσεγγίσω καὶ ἀλλιῶς παρὰ μονάχα μὲ τὴν προσευχή; Ποιὸς εἶμαι ἐγὼ γιὰ νὰ φιλοσοφήσω, γιὰ νὰ φιλοσοφῶ περὶ Ἐκείνου δίχως προσευχή;

 http://orthodoxfathers.com/logos/christoeidis-kardia-tou-kosmou

Περί τοῦ ἀκαταλήπτου τῆς Ἁγίας Τριάδος Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

 

 Αποτέλεσμα εικόνας για ιουστινος ποποβιτς

 Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

«Ότι τρεις εισίν οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος και το Άγιον Πνεύμα, και ούτοι οι τρεις εν εισί.
Και τρεις εισιν οι μαρτυρούντες εν τη γη, το Πνεύμα και το ύδωρ και το αίμα και οι τρεις εις το εν εισιν.» (Ιωάν. Α΄ 5,7-8)
Ιδού όλη η αλήθεια περί της Τριαδικής Θεότητας, νοητώς ακατάληπτης, αλλά εμπειρικώς δεδομένης. Η Θεϊκή πραγματικότητα είναι απεριόριστα βαθύτερη και ευρύτερη και υψηλότερη απ’ όλες τις ανθρώπινες ικανότητες της σκέψης, της γνώσης και των αισθημάτων. Αυτό είναι φυσικό, εφόσον η ίδια η απτή πραγματικότητα αυτού του γήινου υλικού κόσμου είναι αδιανόητα ευρύτερη και βαθύτερη και εκτενέστερη από την ανθρώπινη γνώση.
Η ίδια η ζωή, ως πραγματικότητα την οποία βιώνουμε εμείς τα ζωντανά ανθρώπινα όντα, είναι πολύ ευρύτερη και βαθύτερη και υψηλότερη από την ανθρώπινη λογική και νόηση, αν και αυτή είναι η δική μας πιο άμεση και πιο ρεαλιστική πραγματικότητα. Από τον πελώριο ωκεανό της ζωής μόλις κάτι εισέρχεται στα ανθρώπινα μικροσκοπικά αγγεία της γνώσης. Και ο ίδιος ο ωκεανός ξεχύνεται και διαχέεται ποιος ξέρει σε ποιες απεραντότητες και απειρότητες.
 Αυτό ισχύει σε μέγιστο βαθμό για την ζωή και της θεϊκές πραγματικότητες της Υπεραγίας Τριαδικής Θεότητας. Περί Αυτής γνωρίζουμε ότι μας δόθηκε συγκεκριμένα, εμπειρικά. Και μας έχει δοθεί ως επί το πλείστον με την ενσάρκωση του Θεού Λόγου και με την παραμονή του Αγίου Πνεύματος στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας. Μας έχει δοθεί από την Τρισήλιο Θεότητα ό,τι χρειάζεται να γνωρίζουμε περί Αυτής και να έχουμε απ’ Αυτήν, ώστε να σώσουμε την ανθρώπινη οντότητά μας από την αμαρτία, το θάνατο και τον διάβολο και διά των αγίων μυστηρίων και αγίων αρετών να την οδηγήσουμε στην θεϊκή τελειότητα, δηλαδή τη χριστοποίηση, την πνευματοποίηση, τη θεοποίηση. Με μία λέξη: την τριαδοποίηση.
Το ότι ο Θεός είναι Τρισυπόστατο Όν, είναι πραγματικότητα την οποία οι άνθρωποι βιώνουν ασταμάτητα στην Εκκλησία, επειδή ασταμάτητα ζουν εκ του Πατρός διά Υιού εν Αγίω Πνεύματι.
Αυτή η αλήθεια είναι πολύπλευρα αποκεκαλυμμένη στον Θεάνθρωπο και πλήρως πραγματοποιημένη στην Εκκλησία. Περί τούτου μαρτυρεί όλη η χαρισματική, αλλά πάντα πραγματική ζωή της Εκκλησίας. Και το μαρτυρεί με υλικά, χειροπιαστά, οφθαλμοφανή γεγονότα, που είναι γήινα υπαρκτά και λογικά αναμφισβήτητα. Περί αυτών ευαγγελίζεται ο άγιος Ευαγγελιστής: «και τρεις εισιν οι μαρτυρούντες εν τη γη, το Πνεύμα και το ύδωρ και το αίμα, και οι τρεις εις το εν εισίν».
Τούτο το «τρεις» έγινε τέλειο «εν» πριν απ’ όλα στον Θεάνθρωπο: ο Θεός, το αίωνιο Πνεύμα, έγινε άνθρωπος, ενώθηκε σώματι και αίματι και έδειξε ότι είναι πραγματικός άνθρωπος, τέλειος άνθρωπος, αλλά μόνο σε πλήρη ένωση με τον Θεό. Αυτό ήταν ο Κύριος Χριστός όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος: μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε Εκκλησία, έδωσε σ’ όλους τους ανθρώπους όλες τις απαραίτητες δυνάμεις με την βοήθεια των οποίων μπορούν, εάν φυσικά θέλουν, να μεταμορφώνουν βαθμιαία τους εαυτούς τους σε τέλεια ανθρώπινα όντα ζώντας διά του Θεανθρώπου και εν Θεανθρώπω, ειδικά στο άγιο μυστήριο της Θείας Μεταλήψεως. Επειδή η Θεία Μετάληψη δεν είναι τίποτα άλλο παρά το άγιο Μυστήριο κατά το οποίο ο Θεός συγκεκριμένα και πραγματικά ενσαρκώνεται σε άνθρωπο.
Μ’ αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος λαμβάνει την πιο πραγματική και την πιο πειστική μαρτυρία, ότι ο άνθρωπος είναι όντως άνθρωπος διά της ενώσεως με τον Θεό, διά της ζωής εν Θεώ, διά της συνεχούς ενσαρκώσεως εν εαυτώ των αγίων, θεϊκών, χαρισματικών δυνάμεων του Θεού.

Πηγή: π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εκδόσεις εν Πλώ
 
http://makkavaios.blogspot.gr/2015/06/blog-post_51.html