Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

« Γεροντικόν της εποχής μας»

« Γεροντικόν της εποχής μας»


Ο ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ
(Σύντομα βιογραφικά)

Ο Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης, κατά κόσμον Βασίλειος Αποστολίδης, γεννήθηκε το 1883 στο Γκέλβερι ( Καρβάλη ) της Καππαδοκίας από τον Ανέστην και την Ελισάβετ Αποστολίδη. Οι γονείς του ήταν φτωχοί , αλλά ευλαβείς και είχαν άλλα πέντε παιδιά. Ο Βασίλειος ήθελε από μικρός να μονάση και γι’ αυτό προσευχόταν πολύ και σύχναζε στις εκκλησίες και τα γύρω προσκυνήματα του χωριού του. Μεγάλη βοήθεια δέχτηκε από τους διακριτικούς Γέροντες Μισαήλ και Ιωάννην. Όταν τελείωσε το σχολείον, βοηθούσε τον πατέρα του στο μαγαζί, όπου πωλούσαν πήλινα σκεύη, αλλά ο πόθος του ήταν να υπηρετήση την Εκκλησίαν. Ύστερα από πολλές δυσκολίες και κάποιες αντιδράσεις λίγων εντιεκκλησιαστικών προσώπων , χειροτονήθηκε διάκονος και μετέβη για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, σε ηλικία 28 ετών. Εκεί έμεινε στην Ι. Μονήν του Τιμίου Προδρόμου εννέα μήνες και ανεχώρησε το 1912 για την Κωνσταντινούπολιν, όπου ο τότε Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’ τον ετοποθέτησε στο Πατριαρχείον ως διάκονον. Το 1922, κατά την Μικρασιατική Καταστροφή, φεύγει από την Πόλη και έρχεται στον Πειραιά μαζί με τους πρόσφυγες. Τον ίδιο χρόνο τον έστειλαν στην Μονή Κλειστών στην Φυλή Αττικής. Θα φύγη όμως από εκεί την επόμενην ημέρα , διότι δεν εβρήκε το κατάλληλον περιβάλλον , που ζητούσε, και με την βοήθεια κάποιων γνωστών του θα διορισθή διάκονος στον μητροπολιτικόν ναόν της Αιγίνης. Εκεί θα γνωρισθή και πολύ θα ωφεληθή από τον μετέπειτα Μητροπολίτην Παντελεήμονα ( Φωστίνη ) . Στο τέλος του 1922 άρχισε η διακονία του στην Μητρόπολη Αιγίνης. Ασθένησε όμως από τις πολλές ταλαιπωρίες και κακουχίες και κρεββατώθηκε. Όταν έγινε καλά , ανήγειρε έναν μικρόν ναόν , που τον αφιέρωσε στον Άγιον Διονύσιον της Αιγίνης , που πολύ τον αγαπούσε , και βοηθούσε πνευματικά και φιλανθρωπικά όσους μπορούσε . Είχε αγαπήσει τον τόπον αυτόν και τους ανθρώπους του και τους υπηρετούσε όλους με αληθινή ταπεινοφροσύνη και άδολη αγάπη. Πήγαινε και στο νοσοκομείο του νησιού και παρηγορούσε τους ασθενείς. Τον επόμενον χρόνον χειροτονείται πρεσβύτερος ( 1923 ) από τον Μητροπολίτην Καρυστίας Παντελεήμονα ( Φωστίνη ) , που είχε διαγνώσει την πίστη και την αρετή του και έλαβε και το οφφίκιον του Αρχιμανδρίτου. Μαζί με το οφφίκιον έλαβε και το «ενταλτήριον γράμμα» για το έργον του Εξομολόγου. Τότε ανέλαβε την θέσιν του εφημερίου και του εξομολόγου στον ναόν του Αγίου Διονυσίου Αιγίνης. Πόθος του διακαής τώρα είναι να επισκεφθή το Άγιον Όρος και να συνδεθή με τους εκεί Πατέρες. Με την βοήθεια του Θεού θα το επιτύχη και αυτό και θα επισκεφθή πολλά Μοναστήρια και θα γνωρίση και τον διακριτικόν Γέροντα Ιερώνυμον , τον Ηγούμενον της Ι. Μονής Σιμωνόπετρας. Στα τέλη του έτους 1923 θα λάβη το « μέγα αγγελικόν σχήμα » από τον Ηγούμενον Ιερώνυμον και μαζί το όνομά του και θα επιστρέψη στην Αίγινα. Με πολύν ζήλον θα συνεχίσει το πνευματικό και φιλανθρωπικό του έργο, θυσιαζόμενος και ανεβαίνοντας στην πνευματική κλίμακα της αγάπης και της πίστης με ταπεινό φρόνημα και αυταπάρνηση . Δε του έμενε καιρός για τον εαυτό του. Προσευχή αδιάκοπη και καθημερινή μελέτη της Αγίας Γραφής και του Αγίου Ισαάκ του Σύρου και άλλων αγιοπατερικών κειμένων. Ιδιαίτερη όμως υπήρξεν η αγάπη του για τον μεγάλο νηπτικό Άγιον Ισαάκ τον Σύρον , που τον συνιστούσε θερμά σε όλα τα πνευματικά του τέκνα. Κάθε χρόνο πήγαινε προσκυνητής στο Άγιον Όρος. Το 1945 από έκρηξη κάποιου βλήματος της γερμανικής κατοχής τραυματίστηκε πολύ σοβαρά. Του κόβουν το αριστερό του χέρι πάνω από τον αγκώνα και χάνει και την ακοή του , που θα την ξαναβρή με θαύμα των Αγίων Αναργύρων, προς τιμήν των οποίων θα χτίση μικρόν ναόν. Έχει ξεπεράσει την ηλικία των εξήντα ετών. Ηλικιωμένος πια και ανάπηρος εγκαταστάθηκε στο Ησυχαστήριον του Ευαγγελισμού. Έτσι αρχίζει μια νέα σελίδα στην ζωή του , ενώ αυξάνεται συνεχώς η καλή φήμη του και μαζί της ο αριθμός των ψυχών, που τρέχουν στην Αίγινα για να ζητήσουν την ευχή και την πνευματική βοήθειά του. Καθοδηγεί πνευματικά τους αμέτρητους επισκέπτες του. Εξομολογεί και ασκεί έργο καθοδηγητικό για να βοηθήση όσον μπορεί. Αδιάκοπες οι επισκέψεις των ανθρώπων , που χτυπούν την πόρτα του. Κάνει ό,τι μπορεί. Κουράζονταν πολύ, αλλά δεν έδιωχνε κανέναν. Η υγεία του άρχισε να κλονίζεται . Είχε συχνές ενοχλήσεις. Συνέχιζε όμως τον πολύμορφο πνευματικό του αγώνα. Το καλοκαίρι του 1966 η κατάσταση χειροτέρευε. Το βράχνιασμα της φωνής του και ο ακατάσχετος βήχας συνεχίζονταν καθώς και οι πόνοι σε όλο του το σώμα. Τον παρακαλούσαν οι γύρω του να τον μεταφέρουν στην Αθήνα για θεραπεία. Εκείνος αρνιόταν. Στο τέλος τον μετέφεραν στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα της Αθήνας. Εκεί διαπιστώθηκε ότι είχε καρκίνο των πνευμόνων. Υπέφερε φοβερούς πόνους χωρίς παράπονο και την Κυριακή 16 Οκτωβρίου 1966, αφού είπε « Δόξα σοι ο Θεός » – αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια – παρέδωσε την ψυχή του εις χείρας Θεού ζώντος. Έτσι τελείωσε την πορεία της οσίας ζωής του ο θαυμαστός Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης. Μεγάλη πνευματική μορφή της εποχής μας κι ακόμη μεγαλύτερη η προσφορά του. Όντως « θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού » , αναδεικνύει συνεχώς Αγίους Γέροντες, για να έχουμε φίλους και στηρίγματα στην προσωρινή διέλευσή μας από αυτόν τον κόσμον. « Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον » !
Από το βιβλίο « Γεροντικόν της εποχής μας»
Συγγραφέας: Π. Μ. Σωτήρχος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Πώς γίνεται η προσευχή με κομποσχοίνι

Πώς γίνεται η προσευχή με κομποσχοίνι





«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με»
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους
Ἀγαπητοί μας ἀδελφοί,
Σαλπίζουμε ἐγερτήριο σάλπισμα.
Οἱ ἐχθροί μας δαίμονες δὲν κοιμοῦνται καὶ ἐργάζονται ἀκατάπαυστα νὰ μᾶς ρίξουν στὶς ἁμαρτίες καὶ ἐξαιτίας αὐτῶν καὶ τῶν παθῶν μας στὰ βάθη τῆς κόλασης. Μὲ ἄλλο τρόπο δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσουμε παρὰ μόνο μὲ τὴν προσευχή. Ἡ ἀνάγνωση πνευματικῶν βιβλίων εἶναι καλὴ καὶ ὠφέλιμη ἡ ἀνάγνωση ἢ παρακολούθηση τῶν ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας μᾶς βοηθοῦν ὅσους ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ τὰ κάνουν.
Γιὰ τοὺς πολλοὺς ὅμως ἕνας τρόπος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τοὺς ἄλλους τρόπους προσευχῆς εἶναι μὲ τὸ κομποσχοίνι. Σὲ κάθε κόμπο ἐπικαλεῖσαι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ λέγοντας τὴ σύντομη εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» ἢ ἁπλῶς « Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Θὰ ἀρχίσεις μὲ τὸ: Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν. Δόξα σοι ὁ Θεός, Βασιλεῦ οὐράνιε, Τρισάγιον, Παναγία Τριάς, Πάτερ ἡμῶν. Τὸν Ν´ ψαλμόν. Μιὰ σύντομη αὐτοσχέδια προσευχὴ μία φορὰ τὴν ἡμέρα μὲ σύντομη δοξολογία, εὐχαριστία, ἐξομολόγηση, αἴτηση ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν σου, ἐνισχύσεώς σου καὶ τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν σου στὸν ἀγώνα τὸν καλό, καὶ προσευχὴ μὲ κομποσχοίνι ὅπως παρακάτω:
Α. Ὁ Ἑσπερινός με κομποσχοίνι ἢ μὲ τὸ ρολόι χωρὶς κομποσχοίνι (κομποσχοίνι τῶν 300 κόμπων = τριακοσάρι, κομποσχοίνι τῶν 100 κόμπων = ἑκαστοστάρι).
Τρία τριακοσάρια τοῦ Χριστοῦ ἢ 15 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.
Ἕνα τριακοσάρικο τῆς Παναγίας ἢ 5 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.
Ἕνα ἑκατοστάρι τοῦ Ἁγίου της ἡμέρας ἢ 5 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.
Ἕνα ἑκατοστάρι τοῦ Ἁγίου της Ἐνορίας ἢ 2 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.
Ἕνα ἑκατοστάρι τοῦ Ἁγίου της ἑβδομάδος ἢ 2 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.
Β. Τὸ Ἀπόδειπνον, τὸ ἴδιο ὡς ὁ Ἑσπερινός με ἐπιπλέον 2 τρακοσάρικα τῆς Παναγίας ἢ 10 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.
Γ. Μεσονυκτικόν, τέσσερα τρακοσάρικα τοῦ Χριστοῦ σὲ 15 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι καὶ ἕνα τρακοσάρι τῆς Παναγίας ἢ 5 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.
Δ. Ὄρθρος, ἐννέα τριακοσάρικα τοῦ Χριστοῦ ἢ μία ὥρα μὲ τὸ ρολόι, τρία τρακοσάρικα τῆς Παναγίας ἢ 15 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι. Ἀπὸ ἕνα ἑκατοστάρι τοῦ ἁγίου της ἡμέρας, τῆς ἐνορίας καὶ τῆς ἑβδομάδος ὡς στὸν ἑσπερινό, ἢ ἀπὸ δυὸ λεπτά, καὶ ἐπιπλέον ἕνα τρακοσάρι τῶν Ἁγίων Πάντων ἢ 5 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.
Ε. Θεία Μετάληψις, τέσσερα τριακοσάρικα τοῦ Χριστοῦ ἢ 15 λεπτά. Ἕνα τρακοσάρικο τῆς Παναγίας ἢ 5 λεπτά.
Στ. Παράκλησις στὸν Χριστό, τὴν Παναγία ἢ σὲ Ἅγιο. Δυὸ τρακοσάρικα ἢ δέκα λεπτά.
Ζ. Ὧραι 1η, 3η, 6η καὶ 9η, ἕξι τριακοσάρικα τοῦ Χριστοῦ ἢ ½ ὥρα, δυὸ τρακοσάρικα τῆς Παναγίας ἢ 10 λεπτά.
Ἂν ἔχεις πολλὴ ἐλεύθερη ὥρα ταξιδεύοντας στὸ λεωφορεῖο, ἢ ὁπουδήποτε βρίσκεσαι, ἀντὶ νὰ πιάσεις κουβέντα μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο, κοίταξε τὸ ρολόι σου, κλείσου στὸν ἑαυτό σου καὶ λέγε τὴν εὐχὴ ὅπως εἴπαμε πιὸ πάνω.
Μὲ τὴν συνήθεια, τὴν ἀσταμάτητη προσοχὴ καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ γίνεσαι δύσκολος στόχος τοῦ πονηροῦ. Μαζί με αὐτά, ἡ καλλιέργεια τῆς ἀγάπης, τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς πίστης, τῆς συμπόνοιας, τῆς κατάνυξης, τῆς αὐτοκατηγορίας, τῆς ἐλπίδας στὸν Θεό, τῆς τακτικῆς ἐξομολόγησης καὶ Θείας Κοινωνίας, ἀποκτᾶς ἕνα γερὸ ὁπλοστάσιο καὶ καθιστᾶς τὸν ἑαυτό σου θωρακισμένο μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ σχεδὸν ἀπρόσβλητον ἀπὸ τὰ θανατηφόρα βέλη τοῦ διαβόλου. Ὁ Κύριος εἶπε: «Ἄνευ ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Γι᾿ αὐτὸ γνωρίζοντας τὴν ἀσθένειά σου ταπεινώσου, καὶ ἔχε εἰς τὸν Θεὸ τὴν ἐλπίδα σου ἵνα μὴ καταισχυνθῇς καὶ δόξαζε κατὰ πάντα τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμήν.
Στὰ κομποσχοίνια:
  • Τοῦ Χριστοῦ λέμε: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
  • Τῆς Παναγίας λέμε: Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσόν με.
  • Τοῦ Ἁγίου της ἡμέρας: Ἅγιε… πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.
  • Τοῦ Ἁγίου της ἐνορίας: Ἅγιε… πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.
  • Τοῦ Ἁγίου της ἑβδομάδος: Ἅγιε… πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.
    • Δευτέρα: Ἅγιοι Ἀρχάγγελοι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἐμοῦ.
    • Τρίτη: Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.
    • Τετάρτη καὶ Παρασκευή: Σταυρὲ τοῦ Χριστοῦ, σῶσον μὲ τὴ δυνάμει σου.
    • Πέμπτη: Ἅγιοι Ἀπόστολοι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἐμοῦ καί, Ἅγιε Νικόλαε, πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.
    • Σάββατο: Ἅγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἐμοῦ.
    • Κυριακή: Παναγία Τριὰς (ὁ Θεός), ἐλέησόν με.
  • Γιὰ τὸν Ἄγγελο Φύλακα: Ἅγιε Ἄγγελέ μου, φύλαξέ με.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης δίδαξε τὴν ἐργασία τῆς Νοερᾶς προσευχῆς ὄχι μόνο στοὺς Μοναχούς του Ἁγίου Ὄρους, ἀλλὰ ξεκινώντας ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος πῆγε διδάσκοντας τὴ Νοερὰ προσευχὴ μέχρι τὴ Βλαχία, δηλαδὴ τὴ σημερινὴ Ρουμανία.
Ἐπίσης ὁ λαμπρός της Θεσσαλονίκης φωστήρας ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὄχι μόνο σε πολλὲς ὁμιλίες του παρακινοῦσε ὅλους τοὺς χριστιανοὺς νὰ προσεύχονται νοερὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά τους, ἀλλὰ καὶ λόγον ὁλόκληρον ἔστειλε στοὺς Ἰωάννην καὶ Θεόδωρον τοὺς φιλοσόφους, ποὺ βρίσκονταν στὸν κόσμο, στὸν ὁποῖο λόγο ἀποκάλυψε σ᾿ αὐτοὺς ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Νοερᾶς προσευχῆς.
Ὁ Ἅγιος Διάδοχος λέει ὅτι ὁ σατανᾶς δὲ θέλει ποτὲ νὰ μάθουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ νὰ πιστεύουν ὅτι αὐτὸς βρίσκεται στὴν καρδιὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς πολεμάει, ἀλλὰ θέλει νὰ νομίζουν ὅτι τοὺς πολεμάει ἐξωτερικά. Κατόπιν τούτου οἱ περισσότεροι Χριστιανοὶ καὶ ἰδιαίτερα οἱ λογιώτατοι πολλὲς φορὲς πιστεύουν ὅτι οἱ λογισμοὶ ἔρχονται σ᾿ αὐτοὺς ὄχι ἐσωτερικά, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν καρδιά, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ λογική τους, δηλαδὴ τὶς σκέψεις τους καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ μὴ μάθουν νὰ πολεμοῦν τὸ σατανᾶ μὲ τὴν καρδιακὴ μνήμη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ μὲ τὴ Νοερὰ καὶ καρδιακὴ προσευχή!.. «Τῷ δὲ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
«Ὅταν πονᾶς μὴ περπατᾶς σὲ δρόμους πατημένους
διάλεγε κάποια ἐρημικὰ μονοπάτια.
Κάτω ἀπὸ ξάστερο οὐρανὸ σὲ κάμπους ἀνθισμένους
προσευχήσου στοῦ Πλάστη ἐμπρὸς τὰ μάτια.
Κι ὅταν τὸ γλυκοχάραμα ξυπνοῦν τὰ ρόδα, οἱ κρίνοι,
θὰ ἰδῆς πόσο σὲ γιάτρεψε ἡ προσευχὴ ἐκείνη.»

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Χριστιανική ηθική – Το κακό και τα πάθη.

Χριστιανική ηθική – Το κακό και τα πάθη.

Ο Θεός και η διάκριση αγαθού και κακού.
Ο Θεός βρίσκεται επάνω από τη διάκριση αγαθού και κακού. Όπως παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, δεν υπάρχει το «εναντίον» στην αγαθότητα του Θεού, όπως δεν υπάρχει το «εναντίον» και στη φύση του. Η αγαθότητα του Θεού δεν υφίσταται ως αντίθεση προς τη κακία αλλά καθεαυτήν. Όταν ονομάζουμε τον Θεό αγαθό, έχουμε πάντοτε υπόψη τη διόρθωση της αποφατικής θεολογίας, που τοποθετεί τον Θεό υπεροχικά επάνω από κάθε ανθρώπινη έννοια.
Η φύση του κακού.
Το κακό δεν υπάρχει ως οντολογική αρχή, αλλά εμφανίζεται δευτερογενώς με την εγκατάλειψη του αγαθού. Η εγκατάλειψη όμως του αγαθού προϋποθέτει αυτεξούσια προαίρεση. Κι επειδή υπάρχουν όντα με αυτεξούσια προαίρεση, γίνεται δυνατή η εγκατάλειψη του αγαθού και η φανέρωση του κακού, «κακόν γάρ έξω προαιρέσεως εφ’ εαυτού κείμενον ούκ έστι». Το κακό λοιπόν, ενώ είναι ανύπαρκτο καθεαυτό, αποκτά ύπαρξη στα αυτεξούσια όντα που εγκαταλείπουν το αγαθό. Ούτε ο διάβολος ήταν κακός εξαρχής, αλλά έγινε με την αυτεξούσια μάκρυνση από το Θεό. Έτσι δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτα κακό. Αυτό δηλώνει και η φράση «ουδέν κακόν αμιγές καλού». Απόλυτο είναι μόνο το καλό. Γι’ αυτό και η φράση «ουδέν καλόν αμιγές κακού» δεν αληθεύει. Τέλος η κακία δεν είναι κάποια ιδιαίτερη ουσία ή ιδίωμα ουσία αλλά εναντίωση στην αρετή και εκτροπή στο παρά φύση.
Το κακό και ο άνθρωπος.
Ο άνθρωπος δεν είναι ο εισηγητής του κακού, δηλαδή ο αρχέκακος, αλλά θύμα του αρχέκακου, που είναι ο διάβολος. Αυτό διδάσκει η Αγία Γραφή και επιβεβαιώνει η καθημερινή ζωή. Κανένας δεν επιλέγει το κακό ως κακό. Το επιλέγει, επειδή παρασύρεται ή εξαπατάται από το αγαθό στοιχείο που αναπόφευκτα παρουσιάζει. Παρόλα αυτά ο καθένας οφείλει να θεωρεί τον εαυτό του «αρχηγό» της κακίας που υπάρχει μέσα του. Και καταπολεμώντας την κακία που διαπιστώνει μέσα του, καταπολεμά την κακία στη ρίζα της.
Κοινωνικό κακό.
Αλλά και το λεγόμενο κοινωνικό κακό στηρίζεται στο ανθρώπινο πρόσωπο. Δεν υπάρχει υγιής κοινωνία με αρρωστημένα πρόσωπα. Ούτε θεραπεύεται η κοινωνία, όταν παραμένουν άρρωστα τα πρόσωπα που την απαρτίζουν. Η φιλαυτία, που γεννάει όλα τα ανθρώπινα κακά, δημιουργεί το κοινωνικό κακό. Εξαιτίας της γίνονται οι άνθρωποι «ανάρμοστοι και ακόλλητοι και ασύζωοι». Όταν παραμερίζεται η φιλαυτία των προσώπων, τότε αυτομάτως περιορίζεται το κοινωνικό κακό.
Τα πάθη.
Τα πάθη δεν ανήκουν στη φύση του ανθρώπου, αλλά αποτελούν παρά φύση καταστάσεις. Όπως το κακό, έτσι και αυτά δεν έχουν δική τους υπόσταση, αλλά εμφανίζονται με την παραφθορά της ψυχικής υγείας. Είναι αρρώστιες της ψυχής. Όταν όμως χρονίζουν στον άνθρωπο, γίνονται δεύτερη φύση του και δεν απομακρύνονται. Ακόμα και όταν ο άνθρωπος μετανοεί και δέχεται τη χάρη του Θεού, δεν απαλλάσσεται διαμία από τα πάθη του, αλλά χρειάζεται να αφιερώσει χρόνο για την καταπολέμηση τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της όσιας Μαρίας της Αιγίπτιας, που ενώ μετανόησε και αποστράφηκε αποφασιστικά την αμαρτωλή ζωή, χρειάστηκε να αγωνιστεί για να εξαλείψει τις μνήμες των παθών της τόσα χρόνια, όσα υπηρετούσε πριν από αυτά.
Η αιτία των παθών.
Πρωταρχική αιτία των παθών δεν είναι τα συναισθήματα ή οι επιθυμίες αλλά η άγνοια του Θεού. Αυτή σκοτίζει τον νου του ανθρώπου και των προσηλώνει στις αισθήσεις. Όταν υποταχθεί ο νους στις αισθήσεις, ακολουθεί και η υποταγή των άλλων ψυχικών δυνάμεων. Με αυτόν τον τρόπο μολύνεται ολόκληρη η ψυχή, ανατρέπεται η ομαλή λειτουργία της και δημιουργούνται τα πάθη. Κι επειδή η ανθρώπινη ψυχή είναι ενιαία και πολυδύναμη, ο μολυσμός της προέρχεται από την κακή λειτουργία όχι μόνο του νου, αλλά και οποιουδήποτε μέρους της.
Η μητέρα των παθών.
Μητέρα των παθών είναι η φιλαυτία. Και φιλαυτία είναι «η προς το σώμα εμπαθής και άλογος φιλία», που οφείλεται στην άγνοια του Θεού. Υπάρχει βέβαια και η καλή φιλαυτία, δηλαδή η σωστή αγάπη του ανθρώπου προς τον εαυτό του, που είναι απαραίτητη για την προκοπή και την τελείωση του. Αυτή άλλωστε προβάλλεται και ως βάση για την αγάπη προς τον πλησίον. Η φιλαυτία όμως που συμπίπτει με την εμπαθή και άλογη φιλία του σώματος καθηλώνει τον άνθρωπο στην αγάπη του κόσμου και τη δουλεία των παθών. Γι’ αυτό η πνευματική ζωή αρχίζει με την πάλη εναντίον των παθών.
Πάθη και αμαρτίες.
Τα πάθη δεν ταυτίζονται με τις αμαρτίες. Πάθη είναι οι αμαρτωλές καταστάσεις της ψυχής, που ενεργοποιούνται με τις αμαρτίες. Είναι όμως δυνατό να υπάρχουν πάθη και να παραμένουν κρυφά, γιατί δεν δόθηκαν αφορμές να ενεργοποιηθούν με συγκεκριμένες αμαρτίες. Και τα πάθη αυτά δεν είναι λιγότερο βλαβερά από τα φανερά, ενώ ταυτόχρονα είναι περισσότερο επικίνδυνα, γιατί μένουν απαρατήρητα και δεν καταπολεμούνται.
Τα βασικά πάθη.
Τα τρία βασικά πάθη, που ξεκινούν από τη φιλαυτία και οδηγούν σε όλα τα υπόλοιπα, είναι η γαστριμαργία, η φιλαργυρία και η κενοδοξία. Αυτά αντιστοιχούν στους τρεις πονηρούς λογισμούς, που θέλησε να υποβάλει ο διάβολος τον Χριστό, όταν πήγε να τον πειράξει στην έρημο. Η πρόταση του να μετατρέψει τις πέτρες σε ψωμιά υπέβαλλε τη γαστριμαργία. Η πρόσκληση του να τον προσκυνήσει, για να του δώσει την εξουσία του κόσμου, υπαγόρευε την εγκαταλείψει του Θεού και την υποταγή του με αντιπαροχή τα αγαθά τη γής, όπως συμβαίνει στην φιλαργυρία. Τέλος η πρόκληση του να πέσει από το πτερύγιο του ναού για να διασωθεί θαυματουργικά, ενέπνεε την κενοδοξία.
Γαστριμαργία.
Η πρώτη θέση, στην οποία τοποθετείται συνήθως η γαστριμαργία, φανερώνει και την ιδιαίτερη βαρύτητα της. Αυτή άλλωστε έβγαλε τον άνθρωπο από τον παράδεισο και με αυτήν άρχισε η εμπαθής ζωή. Από τη γαστριμαργία γεννιέται η πορνεία και κάθε σαρκική ακαθαρσία. Ισχυρό όπλο για την καταπολέμηση της γαστριμαργίας είναι η νηστεία. Και αυτή δόθηκε ως εντολή στο παράδεισο. Αλλά και η νηστεία χρειάζεται διάκριση, γιατί η γαστριμαργία, όπως και η πορνεία, αποτελεί παράχρηση φυσικής κινήσεως του ανθρώπου. Η αδιάκριτη υπερβολή μπορεί να οδηγήσει σε εκτροπή.
Φιλαργυρία.
Κατά άλλη εκδοχή την πρώτη θέση κατέχει η φιλαργυρία ως βαρύτερη από τη γαστριμαργία. Ειδικότερα ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης θεωρεί ως πρώτη για τους μοναχούς την γαστριμαργία και για τους κοσμικούς τη φιλαργυρία. Αυτή, όπως σημειώνεται, δεν έχει κανένα ελαφρυντικό, γιατί η αρχή της δεν βρίσκεται στη φύση, όπως συμβαίνει με τη γαστριμαργία, αλλά στην προαίρεση του ανθρώπου. Άλλωστε και ο Απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει τη φιλαργυρία ως «ρίζα πάντων των κακών». Από αυτήν γεννιέται η πλεονεξία, η κλοπή, η αρπαγή και όλα τα παρόμοια. Η φιλαργυρία σκοτίζει το νου του ανθρώπου και ματαιώνει τη σωστή λειτουργία του λογικού του.
Κενοδοξία.
Τέλος η κενοδοξία αποτελεί λεπτότατο πάθος, που οδηγεί στην υπερηφάνεια και τον φθόνο. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της κενοδοξίας είναι ότι συνδέεται εύκολα με κάθε ενάρετο έργο και εμφανίζεται μαζί με τις αρετές. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Καταπολεμείται με υπέρμετρη δυσκολία και αποτελεί μεγάλο εμπόδιο για την αρετή. Μοναδικό μέσο για την καταπολέμηση της είναι η ταπείνωση.
Συνέπειες των παθών.
Τα πάθη διαστρεβλώνουν τον άνθρωπο και τον καθηλώνουν στο κακό. Τον αλλοτριώνουν από την αρετή και ματαιώνουν την ομοίωση του προς τον Θεό. Καταστρέφουν τη ζωή του και αφανίζουν την υπόσταση του. Το κακό όμως δεν είναι ισχυρότερο από το αγαθό ούτε απεριόριστο όπως εκείνο. Αποτελεί κατάσταση διαλύσεως, που άθελα της συντελεί στην ανάδειξη και προβολή του αγαθού.
Καταπολέμηση των παθών.
Το κακό φωλιάζει στον άνθρωπο με τα πάθη. Και η καταπολέμηση του δεν είναι δυνατή, παρά μόνο με την καταπολέμηση των παθών. Αυτή αποτελεί το κύριο έργο της ασκητικής ζωής και κατέχει κεντρική θέση στην καθημερινή ζωή των πιστών. Παρόλα αυτά για την καταπολέμηση των παθών δεν εφαρμόζουν όλοι την ίδια μεθοδολογία. Άλλοι επιμένουν στην άμεση αντιμετώπιση τους, ενώ άλλοι προτάσσουν την προσήλωση στην αγάπη του Χριστού και στο θέλημα του για τον παραμερισμό και την εξαφάνιση τους. Στην πρώτη περίπτωση ο πόλεμος κατά των παθών είναι τραχύς και έχει αρνητική μορφή. Στη δεύτερη περίπτωση γίνεται ηπιότερος και προσλαμβάνει θετικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό, αντί να αγωνιά ο πιστός για τα πάθη του, μπορεί να ενισχύει την αγάπη του προς τον Χριστό και να τηρεί φιλότιμα το θέλημα του. Έτσι ο πνευματικός αγώνας του γίνεται ευκολότερο και αποτελεσματικότερος. Αρκεί βέβαια να έχει πάντοτε τη συναίσθηση της θανάσιμης απειλής που συνεπάγονται τα πάθη για την πνευματική ζωή και να διατηρεί την απαιτούμενη πνευματική εγρήγορση. Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος παρομοιάζει τα πάθη με σκυλιά που συχνάζουν στα κρεοπωλεία. Με μια φωνή φεύγουν. Όταν όμως παραμεληθούν, ορμούν σαν τεράστια λιοντάρια.
Οι διάφοροι πειρασμοί.
Υπάρχουν όμως και οι πειρασμοί. Αυτοί μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες, στους σωματικούς και τους ψυχικούς. Οι σωματικοί πειρασμοί είναι απαραίτητοι για την πνευματική προκοπή του πιστού. Τέτοιοι είναι οι διάφορες θλίψεις και οι ακούσιες συμφορές της ζωής. Όποιος αποφεύγει τους πειρασμούς αυτούς, αποφεύγει την αρετή. Βέβαια και αυτοί οι πειρασμοί μπορεί να χρησιμοποιηθούν από το πονηρό για το κακό του ανθρώπου. Εκείνοι όμως που είναι σαφώς αρνητικοί και απευκταίοι είναι οι ψυχικοί. Τέτοιοι πειρασμοί είναι αυτοί που συνδέονται με την πίστη, με το πνεύμα της βλασφημίας ή και με την άμεση παρουσία του διαβόλου. Από τέτοιους πειρασμούς πρέπει να προσεύχεται ο Χριστιανός να τον προστατέψει Θεός. Αλλά και η άμεση πολεμική του διαβόλου μπορεί να επιτραπεί από το Θεό για τη δοκιμασία του πιστού. Αυτή όμως παρατηρείται συνήθως στη ζωή των αγίων. Χαρακτηριστική είναι η στιχομυθία μεταξύ κάποιου υποτακτικού και του αββά Ποιμένα. Στο ερώτημα του υποτακτικού, «γιατί με πολεμούν οι δαίμονες;», ο αββάς Ποιμήν απήντησε: «Δεν μας πολεμούν οι δαίμονες, όσο κάνουμε τα θελήματα μας. Γιατί τα θελήματα μας έγιναν δαίμονες. Αυτά μας πιέζουν, για να τα ικανοποιήσουμε. Αν θέλεις να δεις με ποιους πολέμησαν οι δαίμονες, σκέψου τον Μωυσή και τους ομοίους του».
Απελευθέρωση και τελείωση.
Ενώ η γένεση των παθών αρχίζει από τον νου του ανθρώπου και καταλήγει στη θέληση του, ο πόλεμος εναντίον τους ακολουθεί την αντίθετη πορεία. Αρχίζει από τη θέληση και φτάνει στο νου. Αρχίζει με την υποταγή του θελήματος του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού και με την τήρηση των θείων εντολών, που φωτίζουν τον ανθρώπινο νου. Για να καθαρθεί τέλος ο νους και να μπορέσει να διατηρήσει τον θείο φωτισμό, πρέπει να ελευθερωθεί από τα εμπαθή νοήματα, που καθηλώνουν τον άνθρωπο στην αμαρτία και την παράχρηση του κόσμου. Επιπλέον πρέπει να προσηλωθεί στην πνευματική ζωή, γιατί διαφορετικά διατρέχει τον κίνδυνο να επανέλθει στην εμπαθή κατάσταση, και μάλιστα με οίηση για την πνευματική γνώση που απέκτησε.
Εμπαθή νοήματα.
Αναλύοντας την έννοια του εμπαθούς νοήματος ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής σημειώνει: Άλλο είναι το πράγμα, άλλο το νόημα και άλλο το πάθος. Πράγμα είναι π.χ. ο άνδρας, η γυναίκα, ο χρυσός κ.τ.λ. Νόημα είναι η απλή μνήμη ενός πράγματος. Πάθος είναι η άλογη φιλία κάποιου πράγματος ή το άκριτο μίσος απέναντι του. Εμπαθές νόημα τέλος είναι ο λογισμός που είναι σύνθετος από πάθος και νόημα. Πως μπορεί λοιπόν ο άνθρωπος να απαλλαγεί από τα εμπαθή νοήματα; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι απλή: Χρειάζεται να χωρίσει τα πάθη από τα νοήματα, για να παραμείνουν απλοί και καθαροί οι λογισμοί. Όλος ο αγώνας του μοναχού εναντίον του πονηρού είναι να χωρίσει τα πάθη από τα νοήματα, να απαλλάξει δηλαδή τις μνήμες ή τις παραστάσεις των πραγμάτων από τις εμπαθείς διαθέσεις προς αυτά και να τα έχει μέσα του απλά και καθαρά. Δεν χρειάζεται να αναλάβει οποιονδήποτε αγώνα εναντίον των πραγμάτων ή των νοημάτων τους, αλλά εναντίον των παθών που συνδέονται με τα νοήματα των πραγμάτων. Αυτός όμως οφείλει να είναι και ο αγώνας κάθε Χριστιανού. Όταν τα πάθη χωριστούν από τα νοήματα των πραγμάτων, τότε τα πράγματα θεωρούν απαθώς. Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται πνευματική αγάπη και εγκράτεια.
Η ατελής καταπολέμηση.
Ο πόλεμος εναντίον των παθών δεν είναι άγνωστος και εκτός της Εκκλησίας. Ο πόλεμος όμως αυτός γίνεται επιλεκτικά και περιορίζεται συνήθως σε πάθη που θεωρούνται και κοινωνικός επιλήψιμα. Το κυριότερο μάλιστα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι δεν υπάρχει η επίγνωση της ρίζας της αμαρτίας που είναι η υπερηφάνεια. Και εφόσον αυτή παραμένει ζωντανή, τα πάθη διατηρούνται απρόσβλητα. Αντίθετα στην Εκκλησία στόχος της πνευματικής ζωής είναι η ταπείνωση.
Η απάθεια.
Αλλά και η απάθεια κατά την εκκλησιαστική διδασκαλία δεν έχει αρνητικό νόημα και δεν σημαίνει αυτοεγκατάλειψη σε κάποιο πεπρωμένο ούτε αναισθησία ή ψυχική αναλγησία. Όλες οι φυσικές δυνάμεις και λειτουργίες του ανθρώπου είναι καλές και χρήσιμες για την προκοπή και την τελείωση του. Ειδικότερα το θυμικό και το επιθυμητικό του ανθρώπου, που κατά την κλασική ψυχολογία συναπαρτίζουν το παθητικό μέρος της ψυχής του, δεν χρειάζονται νέκρωση ή αφανισμό αλλά ανόρθωση και επαναπροσανατολισμό. Γι’ αυτό και απάθεια κατά την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση δεν είναι η νέκρωση του παθητικού μέρους της ψυχής, αλλά η αποστροφή του από τα πονηρά και η επιστροφή τους προς τα καλά. Αντίστοιχα απαθής είναι ο άνθρωπος που αποβάλλει τις πονηρές συνήθειες και πλουτίζει με καλές.
Απάθεια και αγάπη.
Ειδικότερα μάλιστα στην πατερική παράδοση η απάθεια συνδέεται με την αγάπη και βιώνεται ως ένθεο πάθος, που εξαφανίζει τα αμαρτωλά πάθη και ανθοφορεί τις αρετές. Με την τέλεια αγάπη και την ολοκληρωτική απάθεια ευρύνεται ο άνθρωπος σε καθολικό πρόσωπο, που αγκαλιάζει μέσα του ολόκληρη την ανθρωπότητα και ζει την ενότητα της ανθρώπινης φύσεως.
Το κακό και οι άλλοι.
Η πείρα τέλος μαρτυρεί ότι ο άνθρωπος διακρίνει εύκολα το κακό που βρίσκεται στους άλλους ή γενικότερα στην κοινωνία, αλλά δύσκολα αναγνωρίζει το κακό που φωλιάζει μέσα του. Γι’ αυτό εύκολα επισημαίνει ή και καυτηριάζει τα πάθη και τις κακίες στα πρόσωπα των άλλων ή το κοινωνικό κακό, ενώ δύσκολα κάνει το ίδιο στον εαυτό του. Το κακό όμως δεν καταπολεμείται στα πρόσωπα των άλλων ή στην απρόσωπη κοινωνία. Η ιδεαλιστική άποψη του Καντίου ότι ο άνθρωπος είναι ανήθικος, όταν έρχεται σε επαφή με την κοινωνία, έχει ολέθριες ηθικές και κοινωνικές συνέπειες. Έτσι αντιδιαστέλλεται ο «ηθικός άνθρωπος» από την «ανήθικη κοινωνία» και δημιουργείται η εντύπωση ότι η ηθικότητα καλλιεργείται με την καταπολέμηση του κακού στα πρόσωπα των άλλων ή γενικότερα στην κοινωνία. Η ιδεαλιστική όμως αυτή θεώρηση της ηθικότητας είναι σε τελική ανάλυση ανήθικη και αντιχριστιανική, γιατί οδηγεί τον άνθρωπο στην εμπάθεια και την έπαρση, ενώ παράλληλα συντελεί στην ενίσχυση του κακού στην προσωπική και την κοινωνική ζωή.
Προσωπική ευθύνη.
Το κακό, που συνδέεται με το αυτεξούσιο, καταπολεμείται στο ίδιο το αυτεξούσιο. Και η καταπολέμηση αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, παρά μόνο με τη συγκατάθεση αυτού που διαθέτει το αυτεξούσιο. Ο άνθρωπος οφείλει να συναισθανθεί την προσωπική ευθύνη του για την παρουσία του κακού μέσα στον κόσμο και να το πολεμήσει. Δεν υπάρχει άλλωστε κακό, που να μην το έχει κάπως ο καθένας μέσα του. Η πληρέστερη καταπολέμηση γίνεται με την καθυπόταξη του στο αγαθό. Κάθε άλλη αντιμετώπιση του δεν κινείται σε σωστό δρόμο. Ιδιαίτερα η μετάθεση της ευθύνης για το κακό τους άλλους αποτελεί βαρύτατο λάθος, που επαναλαμβάνει ουσιαστικά το αμάρτημα του Αδάμ.
Συνυπευθυνότητα.
Ο άνθρωπος λοιπόν δεν πρέπει να περιορίζεται στον εαυτό του και να αδιαφορεί για ότι συμβαίνει γύρω του. Η ζωή του καθενός συνδέεται οργανικά με ολόκληρο τον κόσμο, γιατί κάθε άνθρωπος είναι ολόκληρος ο κόσμος. Και καθετί που χρειάζεται ο κόσμος πρέπει να πραγματοποιηθεί στον συγκεκριμένο άνθρωπο. Η ελευθερία, η ειρήνη, η δικαιοσύνη, η αποφυγή του κακού, η άρνηση της βίας, η εξάλειψη του μίσους πρέπει να καταστούν προσωπικές επιδιώξεις, για να υπάρξουν και ως επιτεύγματα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Κάθε άνθρωπος ως μέλος της ανθρωπότητας μετέχει στο κακό ή στο καλό που υπάρχει γύρω του. Και όταν τα πραγματοποιεί ο ίδιος, βαραίνει η ανακουφίζει αντίστοιχα ολόκληρη την ανθρωπότητα. Συνέπειες κοσμικών διαστάσεων δεν είχε μόνο το αμάρτημα του Αδάμ Κάθε αμάρτημα οποιουδήποτε ανθρώπου επηρεάζει ολόκληρο το κόσμο.
Η υπερηφάνεια.
Το κλίμα που ευνοεί τη δημιουργία και ανάπτυξη των παθών είναι η υπερηφάνεια. Αυτή απέσπασε τον άνθρωπο από την τάξη που όρισε ο Θεός και τον οδήγησε στην αποστασία και την εμπαθή ζωή. Η υπερηφάνεια χαρακτηρίζεται στην πατερική γραμματεία ως πολύμορφο και ακάθαρτο πνεύμα, που αγωνίζεται να παγιδεύσει τον καθένα ανάλογα με την κατάσταση του. Έτσι το πνεύμα αυτό παγιδεύει τον σοφό με τη σοφία, τον δυνατό με την δύναμη, τον πλούσιο με τον πλούτο, κ.ο.κ. Απέναντι όμως σε όλα αυτά μπορεί ο άνθρωπος να αντιτάξει τη σκέψη για τη γήινη προέλευση του. Αν στρέψει «κάτω το βλέμμα», εξουδετερώνει κάθε προσβολή, γιατί με τον τρόπο αυτό εξαφανίζεται η υπερηφάνεια.
Η ταπείνωση.
Δεν υπάρχει τίποτε ισχυρότερο από την ταπείνωση. Με αυτήν επανέρχεται ο άνθρωπος στην τάξη που όρισε ο Θεός. Αυτή μαραίνει τα πάθη και απομακρύνει τους πειρασμούς. Όσο περισσότερο ταπεινώνεται ο άνθρωπος τόσο περισσότερο ανυψώνεται από τον Θεό. Γι’ αυτό και η αυτομεμψία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την πνευματική προκοπή. Όσο προχωρεί ο άνθρωπος στη γνώση του εαυτού του, τόσο προχωρεί στην ταπείνωση. Και όσο προχωρεί στην ταπείνωση, τόσο πιο ανώδυνη και φυσική την αισθάνεται.
Η ταπείνωση των αγίων.
Στην πατερική παράδοση διακρίνονται δύο είδη ταπεινώσεως. Με την πρώτη ταπείνωση τοποθετεί ο άνθρωπος τον εαυτό του «υποκάτω πάντων», ενώ με τη δεύτερη αποδίδει όλα τα κατορθώματα στον Θεό. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο αββάς Δωρόθεος, οι άγιοι έχοντας ως ένδυμα την ταπείνωση του δευτέρου αυτού είδους αποφεύγουν την ανθρώπινη δόξα, για να μη λερώσουν το ένδυμα τους. Αντίθετα όσοι επιζητούν την ανθρώπινη δόξα μοιάζουν με γυμνούς που θέλουν να βρουν κάποιο κουρέλι ή κάτι παρόμοιο, για να καλύψουν τη γυμνότητα τους. Η ταπείνωση αυτή δεν είναι απλή ηθική αρετή, αλλά οντολογικό γνώρισμα της υπάρξεως τους.

Τα 23 τάγματα των τελωνίων και ο τελωνισμός της ψυχής

Τα 23 τάγματα των τελωνίων και ο τελωνισμός της ψυχής

Τα 23 Τελώνια είναι 23 έλεγχοι που υφίσταται η ψυχή του ανθρώπου μετά το θάνατό του για συγκεκριμένα αμαρτήματα. Σε κάθε έλεγχο εξετάζετε η ψυχή για ένα συγκεκριμένο αμάρτημα. Αν δεν έχει υποπέσει σ’ αυτό το αμάρτημα προχωρά στο επόμενο τελώνιο και αν κατορθώσει και περάσει και το εικοστό τρίτο τελώνιο φτάνει μπροστά στην Πύλη του Παραδείσου. Αν όμως έχει υποπέσει σ’ αυτό το αμάρτημα, τότε τα τελώνια αυτού του ελέγχου την αρπάζουν και την οδηγούν στο σκοτεινό Άδη, όπου περιμένει την Τελική Κρίση στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, για να οδηγηθεί τελικά στην Κόλαση.
1. το τελωνιο της κακολογιας
2. το τελωνιο της υβρης
3. το τελωνιο του φθονου
4. το τελωνιο του ψεματος
5. το τελωνιο του θυμου και της οργης
6. το τελωνιο της υπερηφανιας
7. το τελωνιο της βλασφημιας
8. το τελωνιο της φλυαριας και της ανοησιας
9. το τελωνιο του τοκου και του δολου
10. το τελωνιο της τεμπελιας και του υπνου
11. το τελωνιο της φιλαργυριας
12. το τελωνιο της μεθης
13. το τελωνιο της μνησικακιας
14. το τελωνιοτης μαγειας και της μαντειας
15. το τελωνειο της λαιμαργιας
16. το τελωνειο της ειδωλολατρειας
17. το τελωνειο της ομοφυλοφιλιας
18. το τελωνειο της φιλαρεσκειας
19. το τελωνιο της μοιχειας
20. το τελωνειο του φονου
21. το τελωνιο της κλεψιας
22. το τελωνιο της πορνειας
23. το τελωνιο της ασπλαχνιας
Ας δουμε αναλυτικα πως περιγραφεται ο δρομος για την Πυλη του Παραδεισου μεσα απο την οπτασιου του μοναχου Γρηγοριου…
Φοβερά οπτασία την οποία είδε ένας μοναχός ονομαζόμενος Γρηγόριος, ο οποίος για ένα διάστημα ήταν μαθητής του Αγίου Βασιλείου του νέου επί Βασιλέως Λέοντος σοφού κατά τον 9ον αιώνα.
Ο Άγιος Βασίλειος ο νέος ήταν πνευματικός Πατέρας του οσίου Γρηγορίου, ο οποίος είχε επίσης πολλά άλλα πνευματικά τέκνα μεταξύ των οποίων ήταν και μια ευλαβέστατη γυναίκα ονομαζόμενη Θεοδώρα η οποία υπηρετούσε τον Άγιο Βασίλειο σε όλη της τη ζωή.
Έφθασε δε ο καιρός του θανάτου της και απέθανεν εντός ολίγων ημερών. Εγώ δε (ο Γρηγόριος) ευρισκόμενος σε απορία ζητούσα να μάθω και ενοχλούσα τον Άγιο για να μου ειπή εάν εσώθη η Θεοδώρα και που ευρίσκεται. Ο Άγιος Βασίλειος μετά τις πολλές μου ενοχλήσεις, μου είπεν: “Τέκνον μου Γρηγόριε αύτη τη νύχτα πορεύομαι πρός την Θεοδώρα και έλθε και συ μαζί μού για να την ιδής.” Εγώ ασπάσθηκα την δεξιά του χείρα και πορεύθηκα να κοιμηθώ. Και γενόμενος σε έκσταση ευρέθηκα σε ένα ανηφορικό και στενό μέρος, και εκεί βλέπω ωραιότατα παλάτια εξαστράπτοντα και κτυπόντας την πόρτα παρουσιάσθηκαν δύο γυναίκες και μου λέγουν.
Αυτά τα παλάτια είναι του πατρός Βασιλείου ο οποίος πριν από λίγο πέρασεν από εδώ και πήγε να ιδή την Θεοδώρα η οποία βρίσκεται εδώ. Ακούωντας δε η Θεοδώρα το όνομα της, έτρεξε στην πόρτα, μ’ ενηγκαλίσθη και μου λέγει: “Ώ! τέκνον μου Γρηγόριε! Πως ήλθες εδώ; Μήπως απέθανες και ήρθες εδώ;” Εγώ της αποκρίθηκα: “Δεν απέθανα αλλά ευρίσκομαι ακόμη στο σώμα μου στον μάταιο εκείνο κόσμο. Οι ευχές όμως του πνευματικού μας Πατρός Βασιλείου με έφεραν εδώ να σε δω όπου πολύ επιθυμούσα και τον ενοχλούσα κάθε ημέρα για να μάθω πού ευρίσκεσαι, και εάν εσώθης. Και σε παρακαλώ να μου πής πέρι του χωρισμού της ψυχής από το σώμα, πόσους πόνους έχει και πως επέρασες από τα φοβερά τελώνια του αέρος, και τις εξετάσεις των πονηρών δαιμόνων. Διότι κι εγω μέλλω εντός ολίγου και κάθε άνθρωπος στο τέλος της ζωής του να διέλθωμεν.”
Και απεκρίθη η Θεοδώρα και του λέγει: “Ώ! τέκνον μου Γρηγόριε πως θα σου διηγηθώ τον φόβο και τον τρόμον εκείνης της ώρας του χωρισμού της ψυχής από του σώματος; Πως θα σου εξηγήσω τους πόνους και τις οδύνες του χωρισμού της ψυχής; Σου παριστάνω τέκνο μου να τεθή άνθρωπος γυμνός επάνω σε κάρβουνα και να διαλύεται εώς ότου εξέλθη η ψυχή του.
Τόσον δριμείς και ανυπόφοροι είναι οι πόνοι του χωρισμού της ψυχής του αμαρτωλού όπως εγώ, του δε δίκαιου τέκνον μου Γρηγόριε δεν γνωρίζω.” Όταν βρισκόμουν στο κρεβάτι μου και ψυχομαχούσα έβλεπα γύρω μου τα πονηρά πνεύματα των δαιμόνων, άλλους μεν σαν μαύρους σκύλους, και εγαύγιζαν, άλλους δε σαν ταύρους μουγκρίζοντας και λυσσόντας στρέφοντας τα άγρια και άσχημα πρόσωπα τους κατ’ απάνω μου και με φοβέριζαν. Εγώ δε έστρεφα τα μάτια μου σε άλλο μέρος για να μην βλέπω την άσχημη μορφή τους και τον θόρυβο που έκαναν, αλλά ήταν αδύνατο, τέκνο μου Γρηγόριε να αποφύγω.
Και ενώ ήμουν σε τόσην στεναχώρια βλέπω ξαφνικά δύο νέους αστραπόμορφους με χρυσά μαλλιά, και στάθηκαν στα δεξιά του κρεβατιού μου, και ο ένας απ’ αυτούς άρχισε να φοβερίζη τους φοβερούς εκείνους δαίμονες λέγοντας: “Φύγετε παμμίαροι και αγριοπρόσωποι διότι δεν έχετε να κερδήσετε τίποτε α’ αυτή την ψυχή.” Αυτοί δε έφεραν τις αμαρτίες μου όσας εποίησα από τα νιάτα μου, είτε σε λόγια, είτε σε πράξεις και εφώναζαν όλα τ’ αμαρτήματα μου ακόμη και όσα δεν έπραξα. Εγώ δε με φόβω και τρόμω επρόσμενα το θάνατο και εξαιφνής ήλθεν ο θάνατος σαν ένας νέος χονδρός και οργισμένος, σαν λιοντάρι, φορτωμένος διάφορα εργαλεία και είπαν σ’ αυτόν οι Άγγελοι· λύσαι τις αρθρώσεις του σώματος και μην της δώσης πολλούς πόνους διότι τ’ αμαρτήματα της είναι λίγα· τότε άρχισεν από τα πόδια και έλυε τις αρθρώσεις του σώματος μου, και τότε αισθανόμουν οτι νεκρωνόταν το σώμα μου, και τελικά ο τύρρανος εκείνος γέμισε ένα ποτήρι με πικρό περιεχόμενο, μου το πότισε και ευθής εξήλθεν η ψυχή μου από το σώμα μου, τότε την παράλαβαν οι δύο Άγγελοι και εγώ θαύμαζα για τα γινόμενα, διότι δεν ήξερα ότι συμβαίνουν αυτά στον καιρό του θανάτου στον ταλαίπωρο άνθρωπον. Και οι Άγγελοι εξέταζαν τα καλά έργα που έκαμα στη ζωή μου, αν νήστευσα, αν πήγαινα εκκλησία και αν στεκόμουν με φόβο Θεού, αν τάϊσα τους πεινώντες, αν επισκέφθηκα ασθενείς, αν δεχόμουν ξένους στο σπίτι μου, αν έδωκα το καλό παράδειγμα στους άλλους, αν υπέμεινα βρισιές, αν απέφευγα όρκους, αν δεν βλασφημούσα, αν δεν καλλοπιζόμουν, και πολλά άλλα, τα εζύγισαν αυτά με τις αμαρτίες μου οι δε δαίμονες έτριζαν τα δόντια τους σε μένα και ορμούσαν να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων, και να με ρίξουν στον άχαρον Άδην.
Ξαφνικά ήλθεν ο πνευματικός μου Πατέρας Βασίλειος και είπε προς τους Αγγέλους: Κύριοι μου επειδή αυτή η ψυχή με υπηρέτησεν στη ζωή μου, παρακάλεσα τον Κύριον να την συγχωρέση και να τη σώση από τα χέρια των δαιμόνων, και οι Άγγελοι πετώντας αμέσως ανεβαίναμεν στον ουρανό ανατολικά, και ανεβαίνοντας συναντήσαμεν:
1. Το τελώνιο της καταλαλιάς
Εδώ υπήρχε μιά σύναξις μαύρων, και μας σταμάτησαν, και λυσσόντας σαν σκύλλοι ζητούσαν να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων. Και μάρτυς μου ο Κύριος τέκνον μου Γρηγόριε, μου εφανέρωσαν όσους κατέκρινα στη ζωή μου και όχι μόνο τ’ αληθινά αλλά με συκοφαντούσαν και έλεγαν πολλά ψέματα εναντίων μου. Οι δε Άγγελοι καταφρονήσαντες αυτούς, και πετώντας τις πτέρυγες τους ανεβαίναμεν στον ουρανό.
2. Τελώνιο της ύβρεως
Και ανεβαίνοντας λίγο συνατήσαμε το τελώνιο της ύβρεως, και εδώ πολυαγωνιζόμενοι οι Άγγελοι, με τις ευχές του Πατρός μας Βασιλείου, αναχωρίσαμεν και συνομιλούντες οι Άγγελοι έλεγαν· αληθινά μεγάλην ωφέλειαν βρήκε αυτή η ψυχή από τον Άγιον Βασίλειον.
3. Τελώνιον του φθόνου
Και ανεβαίνοντας εφθάσαμεν στο τελώνιο του φθόνου, και μη έχοντας τίποτα οι δαίμονες εναντίων μου επεράσαμεν ανενόχλητοι· αν και έτριζαν τα δόντια τους, οι αγριοπρόσωποι εκείνοι μαύροι να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων· και έτσι περάσαμε το τελώνιο τούτο.
4. Τελώνιον του ψεύδους
Και ανεβαίνοντας, σε πολύ ύψος φθάσαμεν στο τελώνιο του ψεύδους όπου εκεί πολύ πλήθος δαιμόνων με άσχημα πρόσωπα έτρεχαν κατ’ απάνω μου, κραυγάζοντας και λυσσόντας έφεραν πολλές αποδείξεις, και είχαν γραμμένα πολλές ανόητες λέξεις που έλεγα στην παιδική μου ηλικία μέχρι και τα πρόσωπα που τα έλεγα και ζητούσαν απολογία από τους Αγγέλους. Και οι Άγγελοι πληρώσαντες από τα του Αγίου Βασιλείου αναχωρήσαμεν.
5. Το τελώνιο του θυμού και της οργής
Και ανεβαίνοντας εφθάσαμεν στο τελώνιο του θυμού και της οργής, όπου εκεί πλήθος μαύρων λυσσόντας σαν σκύλλοι δάγκωναν ο ένας τον άλλον και κατατρώγονταν αναμεταξύ τους και σαν αγριόχοιροι ορμόντας εναντίων μου, έκαμναν τα σχήματα και τα καμώματα που έκανα όταν θυμονόμουν και όταν εκρατούσα έχθρα και μνησικάκουν με κανένα· και εδώ πληρώνοντας από τα του Αγίου Βασιλείου αναχωρήσαμεν.
6. Τελώνιον υπερηφάνειας
Και ανεβαίνοντας λίγον οι Άγγελοι εφθάσαμεν στο τελώνιο της υπερηφάνειας και ψάχνοντας πολλά οι δαίμονες δεν βρήκαν τίποτα να με κατηγορήσουν διότι ήμουν φτωχή και περνώντας ανενόχλητοι φθάσαμεν στο τελώνιο της βλασφημίας.
7. Τελώνιον της βλασφημίας
Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της βλασφημίας, και αμέσως όταν μας είδαν οι δαίμονες έτρεξαν κατ’ απάνω μας τρίζοντας τα δόντια και βλασφημούντες, εγώ έτρεμα από τον φόβο μου και μου έλεγαν οτι βλασφήμησα τρείς φορές στη νεότητα μου· οι δε Άγγελοι εφεραν απόδειξη οτι εξομολογήθηκα και αναχωρήσαμεν αφήνοντας τους δαίμονες άπρακτους.
8. Τελώνιον της φλυαρίας και αστειολογίας
Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιον της αστειολογίας και φλυαρίας και ζητούσαν οι δαίμονες να δώσω απολογίαν για τα αισχρόλογα, τις αστειολογίες και άσεμνα τραγούδια που έλεγα στη νεότητα μου και απορούσα πως τα θυμούνταν, ενώ εγώ από την πολυκαιρία τα ξέχασα· και πληρώνοντας οι Άγγελοι ανεχωρήσαμεν.
9. Τελώνιον του τόκου και δόλου
Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο του τόκου και του δόλου που εξετάζει τους τοκογλύφους και δόλιους, και χωρίς να βρουν τίποτα οι δαίμονες να αποδείξουν αναχωρήσαμεν.
10. Τελώνιον της οκνηρίας και του ύπνου
Και ανεβαίνοντας φθάσαμε στο τελώνιο της οκνηρίας όπου οι δαίμονες με εξέτασαν αν κοιμώμουν πολύ και βαριόμουν να σηκωθώ να προσευχηθώ ή να πάω στην εκκλησία ή αν μπορούσα να κάμω κανένα καλό και αμελούσα· και χωρίς να βρούν τίποτα αναχωρήσαμεν ανενόχλητοι.
11. Τελώνιον της φιλαργυρίας
Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της φυλαργυρίας στο οποίο υπήρχε πολύ σκοτάδι και ομίχλη· και εξετάζοντας οι δαίμονες και αφού δεν βρήκαν τίποτα επειδή ήμουν φτωχή, φύγαμεν ανενόχλητοι.
12. Τελώνιον της μέθης
Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της μέθης, και ορμόντας οι δαίμονες σαν λύκοι αρπακτικοί κατ’ απάνω μας, εξέταζαν το κρασί που ήπια σ’ όλη μου τη ζωή· και με κατηγορούσαν οτι στο τάδε σπίτι ήπιες τόσα ποτήρια, στον τάδε γάμον εμέθυσες και όσα μου έλεγαν ήσαν αληθινά· και πληρώνοντας οι Άγγελοι αναχωρήσαμεν και ανεβαίνοντας οι Άγγελοι έλεγαν αναμεταξύ τους: “Μεγάλον κίνδυνον έχει η ψυχή εώς ότου περάσει τα ακάθαρτα τελώνια του αέρος”, και εγώ τους λέγω: “Ναι κύριοι μου, και νομίζω πως κανείς από τους ζωντανούς ανθρώπους δεν θα γνωρίζη το τι συμβαίνει μετά τον χωρισμό της ψυχής από τους δαίμονες του αέρος, και αλλοίμονο στους αμελείς το τι τους περιμένει.”, και οι Άγγελοι αποκρίθηκαν και είπαν: “Οι αγίες Γραφές αναλαμβάνουν όλα αυτά, αλλά οι ταλαίπωροι ανθρώποι σκοτεισμένοι από την πολυτέλεια, τροφές και ηδονές του κόσμου, τυφλόνονται και δεν πιστεύουν οτι θα πεθάνουν και δεν φροντίζουν να κάμνουν καλά έργα για την ψυχή τους· και αλλοίμονο στους αμελείς διότι τους αρπάζουν οι δαίμονες και τους ρίπτουν στον σκοτεινόν Άδην μέχρι της κρίσεως οπότε θα δικασθούν και θα απολάβη ο κάθε ένας οτι έπραξε.”
13. Τελώνιον της μνησικακίας
Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της μνησικακίας που εξετάζει αυτούς που έχουν έχθρα, και δεν συγχωρούν τους αδελφούς τους. Και ορμόντας οι δαίμονες κατ’ απάνω μου, εξέταζαν τα κατάστιχα τους, να βρούν κανένα πταίσιμο να με αρπάξουν· και χωρίς να βρούν φώναξαν σαν λυσσασμένα σκυλιά οτι ξεχάσαμεν να τα γράψουμεν, και αναχωρήσαμεν ανεβαίνοντας, και ρώτησα τους Αγγέλους πως γνωρίζουν οι δαίμονες τις αμαρτίες των ανρθώπων, και μου αποκρίθηκαν οι Άγγελοι: “Δεν γνωρίζεις, οτι μετά το βάπτισμα κάθε χριστιανός λαμβάνει έναν Άγγελο σαν φύλακα να τον φυλάει, και να τον οδηγή στο καλό, και να γράφη τα καλά του έργα· ομοίως δε τον ακολουθή και ένας διάβολος και γράφη τις κακές του πράξεις, και τις αναγγέλλει στο κάθε τελώνιο που ανήκει η αμαρτία και γι’ αυτό γνωρίζουν οι δαίμονες, και όταν η ψυχή χωρίση από τοσώμα και ανέρχεται στους ουρανούς την εξετάζουν δαίμονες σε κάθε τελώνιο και τούτο γίνεται στους ορθόδοξους χριστιανούς μόνο, στους δε απίστους και ασεβείς δεν υπάρχει καμιά εξέτασις.”
14. Τελώνιον της μαγείας και γοητείας
Ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της μαγείας και γοητείας. Εδώ οι δαίμονες ήσαν σαν άγρια ζώα· άλλοι είχαν μορφή σκύλλου, άλλοι σαν βόδια, άλλοι σαν φίδια, με άσχημη μορφή, αλλά με θείαν χάρην όταν με εξέτασαν δεν βρήκαν τίποτα, και ανεβαίνοντας ρώτησα τους Άγγελους με τι τρόπον μπορούν να σβήσουν από τα κατάστιχα των δαιμόνων τα αμαρτήματα των ανθρώπων, και οι Άγγελοι μου αποκρίθησαν: “Συγχωρούνται τα αμαρτήματα οταν ο άνθρωπος μετανοήση και εξομολογηθή στον πνευματικόν και κάμη τον κανόνα που του έβαλεν τότε εξαλείφονται τα αμαρτήματα από τα κατάστιχα των δαιμόνων· και λυσσώντας οι δαίμονες τους πολεμούν για να τους ρίψουν σε νέα αμαρτήματα. Γι’ αυτό η εξομολόγηση και η μετάνοια γίνονται αιτίες να συγχωρηθούν οι ανθρώποι και να περάσουν ελεύθερα τα εναέρια τελώνια. Αλλά πολλοί ανθρώποι λέγουν οτι τα εξομολογούνται στον Θεό· και άλλοι πάλι ζητούν να εύρουν πνευματικόν συγκαταβατικόν για να αποφύγουν τον κανόνα· Αλλά αυτή δεν είναι μετάνοια αλλά πονηρία και ο Θεός ου μυκτηρίζεται. Και όπως στην ασθένεια του σώματος εκλέγουμεν τον καλύτερον ιατρόν, έτσι πολύ περισσότερον στην ασθένεια της αθάνατης ψυχής να εκλέγουμε τον θεοφοβούμενον και αυστηρόν πνευματικό, και να τον έχει κανείς μέχρι τέλους της ζωής· αλλιώς πλανούνται οι ανθρώποι και δεν μπορούν να περάσουν τα τελώνια του αέρος.”
15. Τελώνιον της γαστριμαργίας και πολυφαγίας
Αυτά καθώς μου έλεγαν φθάσαμε στο τελώνιο της γαστριμαργίας και πολυφαγίας, όπου οι δαίμονες ήσαν πολύ χονδροί σαν τους χοίρους, δυνατοί και άγριοι, και έτρεξαν κατ’ απάνω μου, γαυγίζοντας, και μου φανέρωσαν τις πολυφαγίες που έκαμνα απο μικρήν ηλικία μέχρι που γέρασα, και οτι δεν νήστευα Τετάρτη και Παρασκευή μέχρι και τις 40στάς χωρίς εγκράτεια· και οι Άγγελοι φέρνοντας τα καλά μου έργα για πληρωμή αναχωρήσαμεν.
16. Τελώνιο της ειδωλολατρίας
Και φθάσαμεν στο τελώνιο της ειδωλολατρίας και διαφόρων αιρέσεων, και χωρίς να βρούν τίποτα οι δαίμονες αναχωρίσαμεν.
17. Τελώνιον της αρσενοκοιτίας
Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της αρσενοκοιτίας· και ο πρώτος αυτών καθόταν σαν φοβερός δράκωνταςαλλάσωντας μορφές πότε σαν αγριόχοιρος, πότε σαν ποντικός, πότε σαν θηριόψαρο και τριγύρω αυτού βρώμα και ανυπόφορη δυσσωδία και επλάγιαζε ασχημονώντας. Και επειδή δεν βρήκε τίποτα εναντίων μου, αναχωρήσαμεν, και μου έλεγαν οι Άγγελοι οτι πολλοί φθάνουν μέχρι εδώ ανεμπόδιστα, και για την αισχρήν αυτήν πράξιν, καταγκρεμίζονται στον σκοτεινόν και άχαρον Άδην.
18. Τελώνιον των χρωματοπροσώπων
Και μιλώντας φθάσαμεν στο τελώνιο το οποίον εξετάζει άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι καλλωπίζουν τα πρόσωπα τους με διάφορα χρώματα, και μυρωδικά και δεν ευχαριστούνται με το κάλλος που τους έδωσεν ο Θεός. Εγώ είχα χρωματισθή δυό φορές στη ζωή μου και οι δαίμονες εξέταζαν να με κρατήσουν οι Άγγελοι όμως επάλευαν με πολύν κόπον φέρνοντας τις καλές μου πράξεις, και κερδίζοντας αναχωρίσαμεν.
19. Τελώνιον της μοιχείας
Ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της μοιχείας το οποίον εξετάζει τους μοίχους και μοιχαλίδας· δηλαδή τους παντρεμένους οι οποίοι πηγαίνουν σε ξένες γυναίκες και μολύνουν το στεφάνι τους. Επίσης εδώ στο τελώνιον αυτό εξετάζονται και οι παρά φύσιν πράξαντες με τις γυναίκες τους. Αλλά επειδή εγώ δεν είχα ευθύνη από αυτά αναχωρίσαμεν χωρίς πρόβλημα.
20. Τελώνιον του φόνου και της εκτρώσεως
Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στους τελωνάρχες του φόνου οι οποίοι εξετάζουν τους φονιάδες, μέχρι και τις γυναίκες που αποβάλλουν από την κοιλία τους βρέφη και μέχρι και αυτούς που αποφεύγουν την τεκνογονία· και από εδώ με την χάρην του Θεού αναχωρήσαμεν χωρίς πρόβλημα.
21. Τελώνιον της κλοπής
Και ανεβαίνοντας λίγο φθάσαμεν στο τελώνιο της κλοπής που εξετάζει τους κλέφτες και εξετάζοντας με καλά οι δαίμονες δεν βρήκαν τίποτα και αναχωρίσαμεν ανεμπόδιστα.
22. Τελώνιον της πορνείας.
Και ανεβαίνοντας πολύ ψηλά φθάσαμεν στην θύρα του Ουρανού, όπου βρίσκεται το τελώνιο το οποίον εξετάζει τους πόρνους. Ο αρχηγός τους καθώταν σε υψηλό θρόνο και φορούσεν φόρεμα ραντισμένο με αφρούς και αίματα κάθε ακαθαρσίας πλυμμηρισμένον, το οποίον έγινε αυτό από τις ακαθαρσίες της πορνείας. Και ωρμόντας οι δαίμονες κατ’ απάνω μου με εκατηγορούσαν και έλεγαν πολλά ψέματα, και ετόλμησαν να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων και να με ρίψουν στον άχαρον Άδην. Οι δε Άγγελοι αντίλεγαν σ’ αυτούς, οτι είχα εξομολογηθή και παραίτησα από πολύν καιρόν αυτά. Και λέγοντας ψέματα οι δαίμονες έλεγαν οτι δεν τα εξομολογήθηκα ούτε κανόνα έλαβα από πνευματικόν, και οι Άγγελοι αναχώρησαν, τρίζοντας οι ακάθαρτοι δαίμονες τα δόντια τους. Και προχωρόντας μου λένε οι Άγγελοι οτι πολύ λίγοι περνούν από αυτό το τελώνιο. Οι περισσότεροι άνθρωποι που έρχονται μέχρι εδώ πέφτουν στον σκοτεινόν και άχαρον Άδην.
23. Τελώνιον της ασπλαχνίας.
Και ανεβαίνοντας λίγο φθάσαμεν στο τελώνιο της ασπλαχνίας, το οποίο εξετάζη τους σκληρόκαρδους και ανελεήμονες και εξετάζοντας με οι δαίμονες και χωρίς να με βρουν άσπλαχνη διότι ελεούσα τους φτωχούς, και καταντροπιασθέντες οι δαίμονες, αναχωρήσαμεν απ’ αυτούς.
Η πύλη του Ουρανού.
Και ανεβαίνοντας χαρούμενοι φθάσαμεν στην πύλη του Ουρανού, η οποία ακτινοβολούσε και έλαμπε σαν καθαρό χρυσάφι και είχεν υπερθαύμαστην ωραιότητα, που δεν μπορεί γλώσσα ανθρώπου να την διηγηθή. Ο θυρωρός, ήταν ενας αστραπόμορφος νέος με χρυσά μαλλιά και μας δέχθηκε χαρούμενος δοξάζωντας τον Θεόν διότι περάσαμε τα εναέρια τελώνια των δαιμόνων.
Και περνώντας την πύλη του ουρανού είδαμεν πλήθος αστραπόμορφων νέων οι οποίοι ακτινοβολούσαν σαν τον ήλιο και χαίρονταν όλοι και ευφραίνονταν, για την σωτηρία μου· εμείς πορευθήκαμεν με αγαλλίαση και χαράν ανεκλάλητον για προσκύνησιν του αστραπόμορφου θρόνου του Θεού, και Σωρήρα Ημών Ιησού Χριστού. Και είδαμεν σύννεφα όχι σαν τα συνηθισμένα τα οποία παραμέριζαν για να περάσουμεν. Και είδαμεν άλλο σύννεφο λευκό και χρυσόμορφο από το οποίο εξέρχονταν αστραπές και παραμέρισε κι αυτό όπως τα άλλα και περνόντας αισθανθήκαμεν γλυκύτατην ευωδία από τον θρόνο του αοράτου Θεού. Και είδαμεν στο άμεσον ύψος αστραποβόλο τον θρόνο του Παντάνακτος Θεού. Εκεί είναι η χαρά των δικαίων και η Αιώνια αγαλλίαση. Κ’ είδαμεν εκεί πλήθος άπειρον αστραπόμορφων νέων, που φορούσαν πολύτιμα φορέματα με χρυσές ζώνες.

Τη ΙΔ' του μηνός Νοεμβρίου μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του θαυματουργού του και Παλαμά, του διαπρέψαντος εν έτη 1340..

Τη ΙΔ' του μηνός Νοεμβρίου μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του θαυματουργού του και Παλαμά, του διαπρέψαντος εν έτη 1340..

Φωτός λαμπρόν κήρυκα νυν όντως μέγαν,
Πηγή φάους άδυτον άγει προς φέγγος.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296. Οι γονείς του κατάγονταν από την Ανατολή και ο πατέρας του, Κωνσταντίνος, ήταν φίλος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’, δάσκαλος του μετέπειτα αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ και μέλος της Συγκλήτου· λίγο πριν πεθάνει έγινε μοναχός. Αργότερα και η μητέρα του Καλλονή έγινε και αυτή μοναχή. Ο Γρηγόριος ήταν το μεγαλύτερο παιδί τους. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, φιλοσοφία, ρητορική, φυσική και λογική. Σε ηλικία 20 χρονών αναχώρησε για το Άγιο Όρος με τα αδέλφια του Μακάριο και Θεοδόσιο. Το φθινόπωρο του 1316 παρέμειναν για να ξεχειμωνιάσουν στο Παπίκιο όρος. Εκεί τους πλησίασαν Μασσαλιανοί μοναχοί (Βογόμιλοι) με σκοπό να τους προσηλυτίσουν αλλά κατόρθωσε να μεταστρέψει πολλούς από αυτούς προς την Ορθοδοξία. Κάποιοι από αυτούς τους αιρετικούς προσπάθησαν να τον δηλητηριάσουν.
Την άνοιξη του 1317 έφθασαν στο Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε στην Λαύρα του Βατοπεδίου κοντά στον έμπειρο μοναχό Νικόδημο από τον οποίο εκάρη μοναχός. Μετά 3 χρόνια αφού πέθανε ο γέροντας του έφυγε για την Λαύρα του Αθανασίου. Υπηρέτησε εκεί 3 χρόνια. Έφυγε από εκεί και πήγε στις ανατολικές πλαγιές του Άθωνα, στην Προβάτα. Οι πειρατές ήταν μεγάλο πρόβλημα για τους ασκητές και αφού έμεινε εκεί 2 χρόνια αναχώρησε με άλλους 12 για τη Θεσσαλονίκη.
Το 1326 εγκαταστάθηκαν κοντά στην Βέροια, αφού χειροτονήθηκε ιερέας. Αυτή την εποχή πέθανε η μητέρα του στην Κωνσταντινούπολη και πήγε για να συμπαρασταθεί στις αδελφές του. Τελικά τις πήρε μαζί του και τις εγκατέστησε σε ησυχαστήριο μέσα στην πόλη της Βέροιας. Το 1331 δυσκόλεψε η κατάσταση και στην Βέροια εξαιτίας της εισβολής του Στέφανου Ντουσάν και ο άγιος Γρηγόριος έφυγε για το Άγιο Όρος. Πήγε στην Μεγίστη Λαύρα και εγκαταστάθηκε σε κελί, στο “φροντιστήριο του θείου Σάββα”. Μετά από όραμα άρχισε να γράφει δογματικά έργα ενώ μέχρι τότε έγραφε ασκητικά. (Είδε ότι κρατούσε στα χέρια του σκεύος γεμάτο γάλα το οποίο ξαφνικά φούσκωσε και άρχισε να ξεχειλίζει ενώ ταυτόχρονα μεταβαλλόταν σε εύγευστο ευωδιαστό κρασί. Εμφανίστηκε τότε κάποιος επιφανής άνδρας και τον επιτίμησε λέγοντας του: “Γιατί δεν μεταδίδεις και σε άλλους το θεϊκό αυτό ποτό το οποίο αναβλήζει με θαυμαστό τρόπο αλλά το αφήνεις να χάνεται άδικα;” Κατάλαβε ότι έπρεπε να αρχίσει να γράφει δογματικά). Με ψήφο του πρώτου του Αγίου Όρους τοποθετείται ηγούμενος της μονής Εσφιγμένου μάλλον το 1333. Το 1334 επέστρεψε στο ερημητήριο του στη Λαύρα.
Το 1330 ήρθε από την Καλαβρία (Νότιο Ιταλία) ο ελληνόφωνος φιλόσοφος μοναχός Βαρλαάμ. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός του έδωσε καθηγητική έδρα στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Έκανε μεγάλη εντύπωση αλλά φερόταν με μεγάλη υπεροψία προς τους συναδέλφους του. Σε λίγο καιρό έκανε πολλούς εχθρούς μεταξύ των οποίων και τον Νικηφόρο Γρηγορά και επειδή στην Κωνσταντινούπολη το κλίμα έγινε βαρύ γιαυτόν ο Βαρλαάμ εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη.
Ο Βαρλαάμ, που ήταν πλατωνικός, ονόμαζε τους Ησυχαστές ομφαλοψύχους επειδή αρνιόταν την δυνατότητα συμμετοχής του σώματος στην πνευματική ζωή. Το 1337 κάλεσαν στην Θεσσαλονίκη τον άγιο Γρηγόριο και παρέμεινε εκεί γράφων και ομιλών για διάστημα μεγαλύτερο των 3 ετών. Από το 1338 μέχρι το 1341 ο άγιος Γρηγόριος απαντά στις κατηγορίες του Βαρλαάμ εναντίων των Ησυχαστών με τους λόγους του Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων.(Ο Βαρλαάμ αποκαλούσε τους Ησυχαστές Μασσαλιανούς [δηλαδή Ευχίτες ή Βογομίλους. {Αραβικά, μασ + Αλλάχ=φύλαττε Θεέ, ελέησον Θεέ, δηλαδή "Κύριε ελέησον", εξού και η ευχή που λέγεται στην Βόρειο Ελλάδα τουλάχιστον, απομεινάρι της Τουρκοκρατίας, προς τα όμορφα μικρά παιδιά: "Μασαλά", εβραϊκά μιχ εξου και το όνομα Μιχαήλ=μιχ+ηλ=ο Θεός προστατεύει}. {Σλαβικά, Μπογκ + πομίλουϊ = Θεέ ελέησον, δηλαδή "Κύριε ελέησον"}. Ελληνικά Ευχίτες. Επειδή απολυτοποιούσαν την χρήση της "Ευχής" και υποβάθμιζαν την θέση των Μυστηρίων). Οι αγιορείτες επικύρωσαν τις απόψεις του και υπέγραψαν τον Αγιορειτικό Τόμο. Το 1341 έγινε Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη η οποία εξέτασε τις κατηγορίες του Βαρλαάμ κατά των Ησυχαστών. Η Σύνοδος συνεδρίασε στις 10 Ιουνίου 1341. Πρόεδρος ήταν ο Ανδρόνικος Γ’. Συμμετείχαν ο Πατριάρχης, επίσκοποι, αρχιμανδρίτες, ηγούμενοι, ο μεγάλος δομέστικος Ιωάννης Καντακουζηνός, συγκλητικοί και λαός της πόλεως. Η Σύνοδος έληξε αυθημερόν και ο Πατριάρχης γνωστοποίησε με εγκύκλιο του τις αποφάσεις της, σύμφωνα με τις οποίες καταδικάζονταν οι ισχυρισμοί του Βαρλαάμ κατά των Ησυχαστών.
Ο Βαρλαάμ έφυγε για την Ιταλία από όπου είχε έρθει πριν 15 χρόνια. Δίδαξε στον Πετράρχη ελληνικά και τοποθετήθηκε από τον Πάπα στην επισκοπή Ιέρακος αυτός ο άλλοτε πολέμιος των παπικών αξιώσεων.
Την σκυτάλη του αντιησυχασμού πήρε ο Γρηγόριος Ακίνδυνος ο οποίος συμφωνούσε με τον άγιο Γρηγόριο στο θέμα της ησυχαστικής προσευχής αλλά διαφωνούσε στο θέμα της διάκρισης ουσίας και ενέργειας στο Θεό. Παρά την αντίθεση του Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα τον Αύγουστο του 1341 Σύνοδος δικαίωσε πάλι τους Ησυχαστές. Έτσι αυξήθηκε πολύ το κύρος του άγιου Γρηγορίου και του πρότειναν την επισκοπή Μονεμβασιάς που όμως αρνήθηκε.
Ο Ανδρόνικος Γ’ πέθανε και στο κράτος ξέσπασε διαμάχη μεταξύ του Αλέξιου Απόκαυκου και του Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα από την μια και του Ιωάννη Καντακουζηνού από την άλλη μεριά. Υπέρ του Καντακουζηνού ήσαν οι περισσότεροι ηγετικοί παράγοντες της αυτοκρατορίας, οι “πνευματικοί” ηγέτες της εποχής Νικηφόρος Γρηγοράς, Δημήτριος Κυδώνης, Νικόλαος Καβάσιλας, η εκκλησιαστική ηγεσία εκτός από την ομάδα του Καλέκα και οι Ησυχαστές που είχαν την πεποίθηση ότι ο Καντακουζηνός θα υπερασπιζόταν την Ορθοδοξία καλύτερα. Με τους αντίπαλους ήταν οι περιφεριακοί μεγαλοκτηματίες. Μετά την οργανωμένη λεηλασία των περιουσιών των οπαδών του Καντακουζηνού στην Κωνσταντινούπολη και στη Θεσσαλονίκη πήραν με το μέρος τους και το μεγαλύτερο μέρος του λαού.
Ο άγιος Γρηγόριος έχασε την εύνοια του Πατριάρχη Καλέκα και της αυτοκράτειρας Άννας. Τον Απρίλιο του 1343 συνελήφθη και κλείστηκε στην φυλακή των ανακτόρων για σχεδόν 4 χρόνια με άλλους πολιτικούς κρατούμενους. Αυτή ήταν η πολυγραφότερη περίοδος της ζωής του. Ο Καντακουζηνός μπήκε στην Κωνσταντινούπολη στις 2 Φεβρουαρίου 1447. Ο άγιος Γρηγόριος εργάστηκε για την συμφιλίωση των δύο παρατάξεων.
Το 1347 ο άγιος Γρηγόριος εκλέγεται μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και ο φίλος και μαθητής του Ισίδωρος, Πατριάρχης. Δεν έγινε δεκτός στην Θεσσαλονίκη επειδή υποστήριζε τον Καντακουζηνό και αναγκάστηκε να αποσυρθεί στο Άγιο Όρος. Εκεί ο Στέφανος Ντουσάν του ζήτησε να τον χρίσει αυτοκράτορα ώστε να καταλάβει την Θεσσαλονίκη και να την κάνει πρωτεύουσα του. Ο άγιος δεν δέχτηκε.
Στην Θεσσαλονίκη μπόρεσε να πάει το 1350 μετά παρέμβαση του Καντακουζηνού. Συμφιλίωσε τις πολιτικές μερίδες της πόλης, εξύψωσε το φρόνημα του κλήρου και αναζωογόνησε την λειτουργική ζωή. Έμεινε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης μέχρι τον θάνατο του το 1359.
Ο Γρηγόριος Ακίνδυνος πέθανε και την ηγεσία της αντιησυχαστικής μερίδας ανέλαβε ο Νικηφόρος Γρηγοράς. Στις 28 Μαΐου 1351 συνεκλήθη νέα Σύνοδος. Ολοκλήρωσε τις εργασίες της τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου και δικαίωσε τον άγιο Γρηγόριο. Συνετάχθη τόμος ο οποίος συμπεριελήφθη στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας και έγινε δεκτό από ολόκληρη την Εκκλησία.
Ο Ιωάννης Παλαιολόγος, γιος της Άννας, συνεννοήθηκε με τον Στέφανο Ντουσάν και δεν επέτρεψε στον άγιο Γρηγόριο να επιστρέψει στην Θεσσαλονίκη. Ευτυχώς όμως η μητέρα του τον έπεισε να ακυρώσει την συμφωνία και προσκάλεσαν τον οι δυο τους, μητέρα και γιος, τον άγιο Γρηγόριο στην Θεσσαλονίκη. Ο Παλαιολόγος τον παρακάλεσε να πάει στην Κωνσταντινούπολη για πετύχει νέα συμφιλίωση με τον Καντακουζηνό. Καθυστέρησε όμως να φτάσει, ένα χρόνο, επειδή στην Καλλίπολη πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους τον Μάρτιο του 1354. Συζήτησε τότε και με μουσουλμάνους θεολόγους τους Χιόνας. Ο μουλάς Τασιμάνης προέβλεψε ότι κάποτε θα έρθει καιρός που οι μουσουλμάνοι και οι χριστιανοί θα συμφωνήσουν και ο άγιος ευχήθηκε ο καιρός εκείνος να έρθει το συντομότερο δυνατόν. Μετά ένα χρόνο ο Ορχάν τον άφησε ελεύθερο αφού πήρε πολλά λύτρα ή από τον Στέφανο Ντουσάν ο οποίος ακόμα ήλπιζε, ή από τον Καντακουζηνό.
Μόλις ελευθερώθηκε πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Καντακουζηνός πλέον είχε παραιτηθεί και είχε καρεί μοναχός. Πατριάρχης ήταν πλέον ο φίλος και βιογράφος του Φιλόθεος Κόκκινος. Οργανώθηκε δημόσια συζήτηση με τον αντιησυχαστή Γρηγορά ενώπιον του αυτοκράτορα και υπερίσχυσε ο άγιος Γρηγόριος.
Το φθινόπωρο του 1355 επέστρεψε στην Θεσσαλονίκη όπου παρέμεινε για τέσσερα χρόνια χωρίς προβλήματα πλέον μέχρι την κοίμησή του. Δυο μαθητές του, οι Μάρκος και Δωρόθεος Βλατής ίδρυσαν κοντά στην ακρόπολη της πόλης την μονή Βλατάδων. Μετά βαρειά ασθένεια εκοιμήθη στις 14 Νοεμβρίου του 1359. Η μνήμη του τιμάται στις 14 Νοεμβρίου και την δεύτερη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας.
Την Κυριακή της Ορθοδοξίας, η Εκκλησία, μας υπενθυμίζει ότι η σχέση μας με τον Τριαδικό Θεό περνάει μέσα από τα αγιασμένα υλικά πράγματα, τα σύμβολα, μέχρι να φτάσουμε στη θέωση (σύμβολο = υλικό πράγμα, τελετή ή λέξη + θεία Χάρη). Την Κυριακή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά μας θυμίζει ότι αυτή η θεία Χάρη που φορείς της είναι τα σύμβολα (Μυστήρια, Σώμα και Αίμα Χριστού, Σταυρός, λείψανα αγίων, αγιασμός, εικόνες, αγία Γραφή, κείμενα και λόγια αγίων κ.λπ.) δεν είναι κάτι κατώτερο του Θεού, γινόμενο και απογινόμενο κτίσμα, αλλά είναι άκτιστη, είναι η άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού που η μακρόχρονη εν μετανοία (με πόνο και θλίψη), με άσκηση, αφομοίωσή της οδηγεί τον θνητό στη θέωση, την ένωση με το Θεό, τον κάνει κατά χάρη θεό. Αφού λοιπόν μας προετοιμάσει κατάλληλα μας καλεί την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, εν γνώση και όχι μαγικά, να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό αιτούμενοι το μέγα έλεος δηλαδή την ύψιστη δωρεά της θέωσης για τον εαυτό μας προσωπκά και για τον κόσμο όλο ώστε να έρθη ως ιστορική πραγματικότητα και επί γης το πολίτευμα του Σταυρού, η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.



Χαίρε Πατέρων καύχημα,
Θεολόγων το στόμα,
της ησυχίας σκήνωμα,
οίκος ο της σοφίας,
των διδασκάλων το κράτος,
πέλαγος το του λόγου·
πράξεως χαίρε όργανον,
θεωρίας ακρότης,
θεραπευτά των παθών και νόσων των ανθρωπίνων·
Πνεύματος χαίρε τέμενος, και θανών και ζων, Πάτερ.


"Αλλά και εί τις έτερος των απάντων τα αυτά ποτε φωραθείη ή φρονών ή λέγων ή συγγραφόμενος κατά του ειρημένου τιμιωτάτου ιερομονάχου κυρού Γρηγορίου του Παλαμά και των συν αυτώ μοναχών, μάλλον δε κατά των ιερών θεολόγων και της Εκκλησίας αυτής, τα αυτά και κατ' αυτού ψηφιζόμεθα και τη αυτή καταδίκη καθυποβάλλομεν (αφορισμόν και αποκήρυξιν), είτε των ιερωμένων είη τις, είτε των λαϊκών.
Αυτόν τούτον τον πολλάκις ρηθέντα τιμιώτατον ιερομόναχον κύρ Γρηγόριον τον Παλαμά και τους αυτώ συνάδοντας μοναχούς ... ασφαλεστάτους της Εκκλησίας και της ευσεβείας προμάχους και προαγωνιστάς και βοηθούς ταύτης αποφαινόμεθα ...
Και η ένθεσμος δια πάντων και κανονική αύτη ψήφος και απόφασις ακίνητος εις αιώνας, Χριστού χάριτι, τον σύμπαντα διατηρηθήσεται".

Όταν κάποιος γνωρίσει ότι πέφτει από τον Θεό.

Όταν κάποιος γνωρίσει ότι πέφτει από τον Θεό.


filerhmos rodoy.jpg

  Όταν κάποιος γνωρίσει ότι πέφτει από τον Θεό έτσι, όπως πέφτει το ξηρό φύλλο από το δένδρο, τότε γνωρίζει την δύναμη της ψυχής του, γνωρίζει δηλαδή αν απέκτησε αυτές τις αρετές με την δική του δύναμη και αν θα μπορούσε να υπομείνει όλους τους αγώνες σε περίπτωση που Όποιος Κύριος θα είχε αποσύρει την βοήθεια απ' αυτόν και θα τον άφηνε μόνον του να παλέψει με τον Διάβολο και δεν ερχόταν μαζί του, όπως συνηθίζει να πράττει με τους αγωνιζόμενους και να βοηθεί τότε φαίνεται ή δύναμις αυτού, ή καλύτερα ή αδυναμία και δυσκολία του.

Διότι ή πρόνοια του Θεού είναι πάντοτε μαζί με τους αγίους, τους οποίους φυλάττει και ενισχύει, και με αυτήν νικά κάθε τάξις ανθρώπων, είτε στον αγώνα του μαρτυρίου, είτε στα πάθη περιέρχεται, είτε στις άλλες δυσκολίες που γίνονται και υπομένονται χάριν του Θεού.

β'. Και αυτά γίνονται καθαρά και φανερά χωρίς καμιά αμφιβολία. Διότι πώς μπορεί ή φύσις να νικήσει την δύναμη των γαργαλισμάτων που κινούνται ακατάπαυστα στα μέλη των ανθρώπων και τους στενοχωρούν και μπορούν να τους κατατροπώσουν;

Πώς άλλοι που ποθούν και αγαπουν την νίκη, δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν όταν αγωνίζονται σκληρά, αλλά ηττώνται καθημερινώς από τα ερεθίσματα και ευρίσκονται σε πόνο και πένθος και μόχθο χάριν των ψυχών τους, ενώ εσύ μπορείς εύκολα να βαστάσης τις δυσκολίες του σώματος, που είναι τόσο μεγάλες, και να μη στενοχωρείσαι πολύ;

Πώς μπορεί το κατά τα άλλα εμπαθές σώμα του να παλαίη προς το κοπτερό σίδερο και να υπομένει την συντριβή των μελών του και κάθε είδος τιμωρίας, χωρίς να ηττάται από τα πάθη, αυτός που δεν μπορεί να υποφέρει ούτε μια πληγή από αγκάθι που του κεντά το νύχι, και να μη αισθάνεται αυτά τα ποικίλα βασανιστήρια κατά την συνήθεια της φύσεως, αν δεν συμπαρίσταται κάποια άλλη δύναμις, έκτος της φυσικής δυνάμεως, προερχόμενη από κάπου άλλου, περιορίζοντας σ' αυτόν την ισχύ των βασάνων; 

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ -ΞΒ-ΠΣΤ-

Γεωργίου Φλωρόφσκυ: Ο Άγιος Αντώνιος και η αναχωρητική ζωή

Γεωργίου Φλωρόφσκυ: Ο Άγιος Αντώνιος και η αναχωρητική ζωή


Ο «Βίος τον Αντωνίου» (Vita Antonii) δεν είναι μόνο μια πλούσια πηγή για τη ζωή του Αγ. Αντωνίου, δεν είναι μόνο μια πλούσια πηγή για τις αρχές του μοναχισμού, αλλά είναι και η αρχαιότερη μοναστική βιογραφία που έχουμε. Κατά την παράδοση η συγγραφή της έχει αποδοθεί στον Αγ. Αθανάσιο. Αυτό είναι ένα αμφισβητούμενο θέμα. Εντούτοις, δεν υπάρχει ακόμα σοβαρός λόγος για να αποκλείσουμε το να έχει γράψει ο Άγ. Αθανάσιος ένα αρχικό σχετικό κείμενο, η ένα μέρος ενός αρχικού κειμένου, στο οποίο άλλοι αργότερα έχουν ίσως κάνει προσθήκες. 

Οπωσδήποτε, δεν έχει τόση σπουδαιότητα το ποιος έγραψε αυτό το βιβλίο, όσο το περιεχόμενο του. Ο Αγ, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός έγραψε ότι ο «Βίος του Αντωνίου» μας δίνει την εικόνα, τη μορφή, το χαρακτήρα της πρώτης μοναστικής ζωής. Ο «Βίος» αποκαλύπτει ένα δυναμισμό στην πνευματική ζωή του μοναχισμού, μια μέθοδο που γεννά όλο και πιο βαθιά πνευματική ανάπτυξη η οποία τελικά καταλήγει στη μορφή μιας πνευματικής «πατρότητας».

Ο συγγραφέας γράφει ότι του ζήτησαν να «περιγράψει τον τρόπο ζωής του μακαρίου Αντωνίου». Αυτοί που του ζήτησαν αυτή την περιγραφή ήθελαν να μάθουν «αν αυτά που ειπώθηκαν γι’ αυτόν είναι αληθινά». Υπήρχε μια επιθυμία «να μιμηθούν» τον τρόπο ζωής του αγ. Αντωνίου και ο συγγραφέας συμφωνεί ότι «η ζωή του Αντωνίου είναι ένα επαρκές υπόδειγμα πειθαρχίας (discipline)» -πραγματικά η ελληνική λέξη που χρησιμοποιείται στο «Βίο» για την «πειθαρχία» είναι η λέξη «άσκησις». 

Ο συγγραφέας τους συμβουλεύει να πιστέψουν αυτά που άκουσαν και τους ενθαρρύνει επιπλέον να ανακαλύψουν περισσότερα για τη ζωή του «αλλά σκεφθείτε μάλλον ότι σας έχουν πει μόνο λίγα πράγματα, γιατί οπωσδήποτε αυτοί δύσκολα μπορούσαν να σας έχουν δώσει λεπτομέρειες για τόσο σπουδαία γεγονότα. 

Και επειδή Εγώ, με δική σας παράκληση, έχω κληθεί να θυμηθώ μερικά γεγονότα σχετικά με αυτόν, και θα στείλω όσα μπορώ να πω σ' ένα γράμμα, μην αμελήσετε να ρωτήσετε εκείνους που αποπλέουν από εδώ: γιατί πιθανόν, όταν όλοι θα έχουν αφηγηθεί ό,τι γνωρίζουν γι’ αυτόν, η περιγραφή να μην είναι ανάλογη προς τα κατορθώματα του». Ο συγγραφέας γράφει ότι «είχε διακαή πόθο να μάθει οποιαδήποτε νεότερη πληροφορία» όταν έλαβε το αίτημα τους, και ήθελε να στείλει ορισμένους μοναχούς που είχαν γνωρίσει καλά τον Αντώνιο να ρωτήσουν για τη ζωή του. 

Αλλά η «εποχή για θαλασσινά ταξίδια έφθανε στο τέλος της» και ο συγγραφέας «βιαζόταν να γράψει … ό,τι ο ίδιος γνωρίζει, αφού τον είχε δει πολλές φορές». Ο συγγραφέας βεβαιώνει ότι ήταν «ακόλουθος για πολύν καιρό» του Αντωνίου. 

Ο συγγραφέας είναι συνετός και συμβουλεύει ότι αυτοί θα έπρεπε να έχουν ως αντικειμενικό τους σκοπό την αλήθεια, «ώστε κανένας τους να μην δυσπιστήσει επειδή θα ακούει περισσότερα, ούτε πάλι να καταφρονήσει του ανδρός επειδή θα ακούει λιγότερα του δέοντος».

Η περιγραφή της πρώτης ζωής του Αντωνίου και ό,τι τον οδήγησε στη «δοκιμασία» του μεταφέρει μια ρεαλιστική εικόνα του ασκητισμού εκείνης της εποχής. «Ο Αντώνιος … ήταν εκ καταγωγής Αιγύπτιος. 

Οι γονείς του ήταν από καλή οικογένεια και είχαν σημαντική περιουσία (στην Κόμα της Μέσης Αιγύπτου, κατά τον Ιστορικό Σωζόμενον). Αφού οι γονείς του ήταν Χριστιανοί, ο Αντώνιος ανατράφηκε στην ίδια πίστη». Ο συγγραφέας γράφει ότι ο Αντώνιος δεν αγαπούσε το σχολείο «δεν ανεχόταν να μάθει γράμματα». Ο λόγος που δίνεται είναι ασαφής «μη ενδιαφερόμενος να συναναστρέφεται με άλλα παιδιά». 

Το κείμενο υπονοεί ότι ο Αντώνιος ήταν, τρόπον τινά, από τον χαρακτήρα του, επιρρεπής στη μοναξιά και την απομόνωση. Ο Αντώνιος παρακολουθούσε τις εκκλησιαστικές ακολουθίες κανονικά «με τους γονείς του πήγαινε στον οίκο του Κυρίου, και ούτε σαν παιδί ήταν οκνηρός ούτε όταν μεγάλωσε τις καταφρονούσε». Ήταν «προσεκτικός» στις εκκλησιαστικές ακολουθίες και «φύλαγε ό,τι διαβαζόταν μέσα στην καρδιά του». Τονίζεται ότι ήταν υπάκουος γιος. 

Ο συγγραφέας έχει άμεσα απεικονίσει τον χαρακτήρα του: είχε τάση προς απομόνωση, ενδιαφερόταν σοβαρά για τη θρησκεία του και ήταν υπάκουος. Η στάση του Αντωνίου έναντι της οικονομικής ανέσεως της οικογενείας του είναι σπουδαία «αν και ως παιδί μεγάλωσε μέσα σε αρκετή οικονομική άνεση, δεν ταλαιπώρησε τους γονείς του ζητώντας τους ποικίλα και πολυτελή φαγητά, ούτε αυτά ήταν γι’ αυτόν πηγή ευχαριστήσεως».

Ύστερα ήρθε ο θάνατος και των δυο γονιών. «Έμεινε μόνος με μια μικρή αδελφή: η ηλικία του ήταν περίπου δεκαοκτώ η είκοσι ετών, και έπεσε πάνω του η φροντίδα του σπιτιού και της αδελφής του. «Έξι μήνες ύστερα από το θάνατο των γονέων του ο Αντώνιος ήταν, ως συνήθως, στον οίκο του Κυρίου «συγκεντρωμένος στον εαυτό του και σκεπτόμενος».

Σκεφτόταν «πως οι Απόστολοι άφησαν τα πάντα και ακολούθησαν το Σωτήρα (Ματθαίος 4:20), και πως οι πρώτοι Χριστιανοί πούλησαν τα υπάρχοντα τους και τα έφεραν και τα έθεσαν στα πόδια των Αποστόλων για να διανεμηθούν στους φτωχούς (Πράξεις 4:35)». 

«Αναλογιζόμενος αυτά τα πράγματα μπήκε στην Εκκλησία και συνέβη να διαβάζεται το ευαγγέλιο και άκουσε τον Κύριο να λέγει στον πλούσιο, αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε και πούλησε τα υπάρχοντα σου και μοίρασε τα στους φτωχούς, και ακολούθησε με, και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό' (Ματθαίος 19:21). 

Ο Αντώνιος, σαν να τον είχε βάλει ο Θεός να θυμηθεί τους αγίους, και σαν να είχε διαβαστεί η περικοπή γι’ αυτόν, βγήκε αμέσως από την Εκκλησία και έδωσε όλα τα κτήματα των προγόνων του στους χωρικούς -αυτά ήταν τριακόσια στρέμματα («άρουραι») «παραγωγικής και πολύ καλής γης». 

Ο συγγραφέας γράφει ότι το έκανε αυτό «ώστε αυτά να μην είναι πια βάρος σ' αυτόν και την αδελφή του». Μερικοί ερμηνεύουν αυτό με μια έννοια που υπάρχει στο γράμμα η στο πνεύμα του κειμένου ότι το έκανε αυτό για να αποφύγει τους φόρους. Ο Αντώνιος ύστερα μάζεψε τα υπόλοιπα «κινητά υπάρχοντα», τα πούλησε, και τα έδωσε στους φτωχούς, «κρατώντας λίγα για την αδελφή του».

Και πάλι στην Εκκλησία, ο Αντώνιος ακούει την ευαγγελική προτροπή «Μη μεριμνάτε λοιπόν για την αυριανή ημέρα» (Ματθαίος 6:34). «Φαίνεται ότι αυτό ήταν εκείνο που τον παρακίνησε να δώσει, ό,τι είχε απομείνει στους φτωχούς και να ξεκινήσει για τη «δοκιμασία» του. Από το κείμενο γίνεται φανερό ότι υπήρχε ήδη ένας καθιερωμένος θεσμός για την άσκηση, ιδιαίτερα για τις παρθένες. 

«Αφού ανέθεσε την αδελφή του σε γνωστές και πιστές παρθένες, και βάζοντας την σ' ένα σπίτι για παρθένες «εις παρθενώνα» για να την μεγαλώσουν, ο ίδιος αφιερώθηκε εκείνο τον καιρό σε άσκηση έξω από το σπίτι του, αδιαφορώντας για τον εαυτό του και ασκώντας τον με υπομονή». Ο συγγραφέας ύστερα προσθέτει τη σημαντική δήλωση «επειδή δεν υπήρχαν τότε ακόμα τόσο πολλά μοναστήρια στην Αίγυπτο, και κανένας απολύτως μοναχός δεν ήταν γνωστός στην μακρινή έρημο». 

Το κείμενο καθίστα σαφές ότι υπήρχε ήδη μια ασκητική παράδοση για παρθένες και μια μη συστηματικά οργανωμένη μοναστική ζωή. «Όλοι όσοι ήθελαν να προσέξουν τον εαυτό τους ησκούντο μόνοι τους κοντά στο χωριό τους».

Ο Αντώνιος μιμήθηκε τη ζωή «ενός γέροντος» σ' ένα γειτονικό χωριό. Όποτε ο Αντώνιος άκουγε «για έναν καλό άνθρωπο οπουδήποτε, σαν σοφή μέλισσα, πήγαινε και τον αναζητούσε». Αν και η λέξη «όρκος» δεν χρησιμοποιείται (στο κείμενο) φανερά, είναι φανερό ότι ο Αντώνιος είχε ήδη πάρει αποφάσεις που εμπίπτουν μέσα στο πνεύμα του όρκου. 

Μια τέτοια απόφαση η ένας τέτοιος «όρκος» είναι ότι «επιβεβαίωσε την απόφαση του να μην γυρίσει στο πατρικό του σπίτι ούτε να θυμάται τους συγγενείς του, αλλά να διαθέσει όλη την επιθυμία και την ενέργεια του στην τελειοποίηση της ασκήσεώς του». Εκείνο που θα ευχαριστούσε το Λούθηρο και τον Καλβίνο, τουλάχιστον μερικώς, είναι ότι ο Αντώνιος «εργαζόταν με τα χέρια του, γιατί είχε ακούσει, αυτός που είναι οκνηρός, να μην τρώει» (Β΄ Θεσ. 3:10). 

Τα χρήματα που ο Αντώνιος έπαιρνε από την εργασία του τα χρησιμοποιούσε για να αγοράζει ψωμί, και τα υπόλοιπα «τα έδινε στους φτωχούς» (Ματθαίος 5:7). Την ώρα που ο Αντώνιος εργαζόταν, συνέχιζε την πνευματική ζωή της προσευχής: «Προσευχόταν συνεχώς, γιατί ήξερε ότι ο άνθρωπος έπρεπε αδιαλείπτως να προσεύχεται κατ' ιδίαν» (Α' Θεσ. 5:17).

Ύστερα στο κείμενο περιγράφεται το ιδεώδες της εν αγάπη πνευματικής αδελφότητας. Ο Αντώνιος «ηγαπάτο από όλους». Πρόσεχε τις ιδιαίτερες περιοχές «του ζήλου και της ασκήσεως» όπου άλλοι ήταν πιο προχωρημένοι από αυτόν. 

«Έβλεπε τη φιλανθρωπία του ενός· την ακατάπαυστη προσευχή του άλλου- μάθαινε την απαλλαγή κάποιου από την οργή και την αγαθότητα ενός αλλού. Πρόσεχε κάποιον καθώς αγρυπνούσε, και άλλον καθώς μελετούσε· τον έναν τον θαύμαζε για την υπομονή του, τον άλλον για τη νηστεία του και για το ότι κοιμόταν στο έδαφος· την πραότητα του ενός και τη μακροθυμία του άλλου τις παρατηρούσε με προσοχή, ενώ πρόσεχε την προς τον Χριστό ευσέβεια και την αμοιβαία αγάπη που εμψύχωνε όλους».

Το κείμενο του «Βίου του Αντωνίου» τονίζει επίσης ότι ο Αντώνιος θυμόταν τις Αγιογραφικές περικοπές που διαβάζονταν στην Εκκλησία «κανένα από όσα ήταν γραμμένα δεν άφηνε να πέσει στο έδαφος, αλλά τα θυμόταν όλα, κι ύστερα η μνήμη του, του χρησίμευε ως βιβλίο». Το κείμενο μιλά αλλού για το σεβασμό του προς το διάβασμα. Εκείνο που συχνά παραλείπεται από μερικούς σχολιαστές του Αντωνίου είναι η ζωή της προφορικής παραδόσεως. 

Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι πολύ συχνά σκλάβος του γραπτού κειμένου, ξεχνά πολύ συχνά ότι οι κοινωνίες ήκμαζαν κάποτε στηριζόμενες μόνο στον προφορικό λόγο. Οι άνθρωποι της αρχαιότητας μπορούσαν να απομνημονεύσουν τεράστια τμήματα του παραδοσιακού τους πνευματικού πολιτισμού. Είναι απλώς το φαινόμενο του γραπτού λόγου που επέτρεψε στο σύγχρονο άνθρωπο να υποδουλωθεί, τρόπον τινά, σ' αυτόν, να διαβάζει μάλλον ένα κείμενο παρά να το ακούει και να το απομνημονεύει. 

Ένας συγγραφέας γράφει ότι «ένας αριθμός Αγιογραφικών χωρίων ήταν γνωστός (στον Αντώνιο), αλλά για μια συνεχόμενη και βαθειά γνώση της Αγίας Γραφής από αυτόν, η από αυτούς γενικά τους αναχωρητές, δεν έχουμε ίχνη». 

Μια τέτοια εκτίμηση δεν είναι ακριβής και βασίζεται πάνω στη σύγχρονη προσέγγιση της αναλύσεως της Αγίας Γραφής ως γραπτού λόγου. Ο Αντώνιος — και γενικά οι πρώτοι μοναχοί γνώριζε την περισσότερη, αν όχι όλη την Καινή Διαθήκη «από στήθους». 

Επιπλέον, η γνώση τους, για την Αγία Γραφή επεκτεινόταν και στην Παλιά Διαθήκη, μεγάλα τμήματα της οποίας απομνημόνευαν. 

Το ότι αυτός δεν ήταν ικανός να «συνδέει λογικά» τα διάφορα τμήματα της Αγίας Γραφής, είναι μια κρίση που δεν ανταποκρίνεται στα γεγονότα και προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος είναι ανίκανος να δομεί ή να συνδέει λογικά υλικό που απομνημονεύεται «εν τη καρδία».

Το επόμενο βήμα του Αντωνίου για την οδό της «δοκιμασίας» του ήταν να «αγωνιστεί να ενώσει τις ιδιότητες του καθενός». Το ιδεώδες της ασκητικής αναζητήσεως είναι να προοδεύει χωρίς ζηλοτυπία για τους άλλους και χωρίς να προκαλεί τη ζηλοτυπία των άλλων. 

Αυτό το ιδεώδες αποτυπώνεται καθαρά μέσα στο «Βίο τον Αντωνίου». «Και αυτό το έκανε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη θίξει τα αισθήματα κανενός, και τους έκανε να χαίρονται γι’ αυτόν. Έτσι όλοι σ' εκείνο το χωριό και οι καλοί άνθρωποι με τους όποιους σχετιζόταν, όταν έβλεπαν ότι ήταν άνθρωπος αυτού του είδους, συνήθιζαν να τον ονομάζουν Αγαπημένο του Θεού ('θεοφιλή'). Και μερικοί τον υποδέχονταν σαν γιο, και άλλοι σαν αδελφό».

Ο «Βίος του Αντωνίου» αποκαλύπτει ότι η αντίθεση προς την ασκητική και μοναστική ζωή αρχίζει από τις εισηγήσεις του διαβόλου, ο οποίος αγωνίζεται πάντα να εμποδίσει αυτήν την οδό, αυτήν τη «δοκιμασία». 

Τα δαιμονικά μέσα με τα οποία επιχειρείται να εμποδιστεί αυτή η οδός μπορεί να είναι άλλοτε λεπτά και άλλοτε χονδροειδή, και πάντοτε υποβάλλουν στον υποψήφιο ασκητή την αμφιβολία για την ορθότητα της οδού, πάντοτε υποβάλλουν τη σκέψη ότι αυτή μπορεί να μην είναι λογική. 

Η προσπάθεια του διαβόλου είναι «να του ψιθυρίσει την ανάμνηση του πλούτου του, την φροντίδα για την αδελφή του, τις απαιτήσεις των συγγενών, την αγάπη του χρήματος, την αγάπη της δόξας, τις διάφορες ευχαριστήσεις του τραπεζίου και τις άλλες ανέσεις της ζωής». 

Και ύστερα έρχονται οι υπομνήσεις «της δυσκολίας της αρετής και των κόπων που αυτή απαιτεί, της αδυναμίας του σώματος, και του μάκρους της ζωής». Αυτό, διακηρύσσει ο «Βίος του Αντωνίου», δεν απέδωσε, ακριβώς εξαιτίας του «καθορισμένου σκοπού» του Αντωνίου.

Ύστερα ακολουθεί η περιγραφή του πνευματικού αγώνα του Αντωνίου κατά της προσπάθειας του διαβόλου να αποτρέψει τον Αντώνιο από την οδό της «δοκιμασίας» του φέρνοντας τον αντιμέτωπο με την αδυναμία της σάρκας, και με τον σεξουαλικό πειρασμό. «Γιατί αυτά είναι η πρώτη παγίδα για τους νέους αυτός επιτίθεται κατά του νέου, (του Αντωνίου), ενοχλώντας τον τη νύχτα και βασανίζοντας τον την ημέρα, έτσι ώστε ακόμα και οι θεατές είδαν τον αγώνα που γινόταν μεταξύ τους. 

Ο διάβολος του υπέβαλε αχρείες σκέψεις και ο Αντώνιος τις αντιμετώπιζε με προσευχές. Ο διάβολος του άναβε τη λαγνεία και ο Αντώνιος, κοκκινίζοντας από ντροπή, οχύρωνε το σώμα του με πίστη, προσευχές και νηστείες. 

Και μια νύχτα ο διάβολος … μεταβλήθηκε ακόμα και σε γυναίκα και μιμείτο όλα τα φερσίματα της μόνο και μόνο για να παγιδεύσει τον Αντώνιο. Αλλά ο Αντώνιος, έχοντας γεμάτο το νου του με τον Χριστό και με την ευγένεια που εμπνέεται από το Χριστό, και σεβόμενος την πνευματικότητα της ψυχής του, έσβησε τον αναμμένο άνθρακα της απάτης του διαβόλου. Και πάλι ο εχθρός του υπέβαλε 'το λείον της ηδονής'. Αλλά ο Αντώνιος, γεμάτος θλίψη και οργή, έστρεψε τις σκέψεις του στο απειλούμενο πυρ και τον κατατρώγοντα σκώληκα … και πέρασε μέσα από τον πειρασμό αβλαβής». 

Το σχόλιο μέσα στο «Βίο του Αντωνίου» γι’ αυτόν τον αγώνα είναι οπωσδήποτε του Αθανασίου. «Γιατί ο Κύριος εργαζόταν μαζί με τον Αντώνιο, ο Κύριος που για μας έγινε σαρξ και έδωσε στο σώμα τη νίκη κατά του διαβόλου, ώστε όλοι όσοι αληθινά πολεμούν να μπορούν να λένε: όχι εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που είναι μαζί μου (Α' Κορινθίους 15:10)». Εδώ ο «Βίος του Αντωνίου» όχι μόνο εκφράζει τη συνεργιστική οδό δηλώνοντας ότι «ο Κύριος συνεργούσε με τον Αντώνιο», αλλά το υποστηρίζει καθαρά αυτό από τον Απ. Παύλο, από ένα χωρίο που μίλα για την προτεραιότητα της χάριτος του Θεού. 

Αυτό το χωρίο δεν πρέπει να λησμονείται όταν κανείς συναντά τον πνευματικό αγώνα στην Ανατολική και Βυζαντινή ασκητική και μοναστική πνευματικότητα. Η ουσία του οράματος, η ουσία του αγώνα, πάντα γνωρίζει για την πρωτοβουλία του Θεού και για την προτεραιότητα της χάριτος, ανεξάρτητα από το πόσο τα κείμενα μπορεί συχνά να τονίζουν την πλευρά της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Ο «Βίος του Αντωνίου» ύστερα περιγράφει πως παρουσιάστηκε ο διάβολος στον Αντώνιο ως παιδί -παίρνοντας ένα ορατό σχήμα «σύμφωνα με το νου του» και μιλώντας σ' αυτόν «με ανθρώπινη φωνή». «Είμαι ο φίλος της πορνείας και έχω πάρει μαζί μου για τους νέους διεγερτικά που οδηγούν σ’ αυτήν. Ονομάζομαι πνεύμα πορνείας». 

Οι λέξεις του κειμένου που σχολιάζουν τις προηγούμενες προτάσεις είναι σπουδαίες. Ο Αντώνιος έχει θριαμβεύσει κατά του διαβόλου στην πρώτη συμπλοκή που είχε μαζί του. Εν τούτοις το κείμενο εξηγεί: «Αυτή ήταν η πρώτη πάλη του Αντωνίου κατά του διαβόλου, ή μάλλον αυτή η νίκη ήταν του Σωτήρος εν τω Αντωνίω». Σ’ αυτήν τη δήλωση βρίσκεται η ουσία της βασικής και θεμελιώδους θεολογικής κατανοήσεως της πνευματικής «δοκιμασίας» στην Ανατολική και Βυζαντινή ασκητική και μοναστική σκέψη. 

Το δεύτερο μέρος του σχολίου προστίθεται σχεδόν παρενθετικά. Πράγματι, σε πολλά κείμενα της ασκητικής και μοναστικής γραμματείας αυτό αργότερα θα παραλείπεται. Αλλά εάν παραλείπεται, παραλείπεται γιατί αυτό αποτελεί προφανή προϋπόθεση ολόκληρης της Χριστιανικής ζωής, ολόκληρης της πνευματικής «δοκιμασίας». 

Αυτός είναι ο αυθεντικός συνεργισμός της Ανατολικής και Βυζαντινής παραδόσεως και ο Αντώνιος «εργάζεται» και ο Θεός «εργάζεται», όμως είναι σαφές ότι όλα προέρχονται από τον Θεό, ότι ακόμα και στην πνευματική «δοκιμασία» του ανθρώπου το έργο, η ενέργεια, η δύναμη, και η νίκη προέρχονται από τον Κύριο μας, είναι στ' αλήθεια το έργο του Κυρίου μας. Ο συγγραφέας ύστερα παραθέτει το χωρίο Ρωμαίους 8:3-4.

Αλλά η «δοκιμασία» συνεχίζεται. Η πνευματική ζωή δεν σταματά ποτέ, όπως ολοφάνερα διευκρινίζεται από την Καινή Διαθήκη. «Αλλά ούτε ο Αντώνιος, αν και ο πονηρός δαίμονας είχε νικηθεί, σταμάτησε στο εξής την προσπάθεια του … , ούτε ο εχθρός, αν και ηττήθηκε, σταμάτησε να στήνει παγίδες στον Αντώνιου. 

Και πάλι ο συγγραφέας επικαλείται τη γνώση της Καινής Διαθήκης από τον Αντώνιο. «Αλλά ο Αντώνιος, έχοντας μάθει από τις Γραφές (Εφεσίους 6:11) ότι οι μέθοδοι (αι μεθοδείαι) του διαβόλου είναι πολλές, συνέχιζε με ζήλο την άσκησή του, κατανοώντας ότι, αν και ο διάβολος δεν μπόρεσε να απατήσει την καρδιά του με την ηδονή του σώματος, θα προσπαθούσε να τον δελεάσει με άλλα μέσα». 

Ο Αντώνιος αποφάσισε να αυξήσει την καταστολή «του σώματος» για να το κρατήσει «σε υποταγή» (Α' Κορινθίους 9:27). «γι’ αυτό σχεδίαζε να συνηθίσει τον εαυτό του σ’ έναν αυστηρότερο τρόπο ζωής». Ο σκοπός αυτής της αυστηρότερης μορφής ασκήσεως είναι να εξασθενίσει το σώμα για να έλθει το αποτέλεσμα των λόγων του Αγ. Παύλου: «όταν ασθενώ, τότε είμαι ισχυρός» (Β΄ Κορινθίους 12:10). Ο Αντώνιος έλεγε ότι «ο τόνος της ψυχής τότε υγιαίνει όταν οι ηδονές του σώματος είναι ασθενείς».

Ο συγγραφέας λέγει ότι ο Αντώνιος είχε φθάσει «σ' αυτόν τον αληθινά θαυμάσιο σκοπό του» «ότι η πρόοδος στην αρετή, και η απάρνηση του κόσμου για χάρη της, δεν θα έπρεπε να μετρείται με το χρόνο, αλλά με τον πόθο και τη σταθερότητα του σκοπού». 

Ο Αντώνιος, σαν να ήταν στην «αρχή της ασκήσεως του», απέρριπτε σκέψεις του παρελθόντος και «αναλάμβανε μεγαλύτερους πόνους για την προκοπή του, επαναλαμβάνοντας συχνά τους λόγους του Παύλου: «ξεχνώντας τα περασμένα, και προχωρώντας προς τα εμπρός» (Φιλιπ. 3:14). Αν και η δεύτερη άποψη της σκέψεως του Απ. Παύλου στο στίχο 14 δεν περιέχεται στο «Βίο τον Αντωνίου», όμως προϋποτίθεται από το κείμενο: «Τρέχω προς το τέρμα, προς το βραβείο της επουράνιας κλήσεως του Θεού δια Ιησού Χριστού». 

Ο Απ. Παύλος ύστερα προσθέτει: «Όσοι λοιπόν είμαστε τέλειοι, ας σκεφτόμαστε κατ' αυτόν τον τρόπο» («όσοι ουν τέλειοι, τούτο φρονώμεν»). Είναι σαφές ότι τέτοια κείμενα του Απ. Παύλου εκφράζουν έναν πνευματικό δυναμισμό, μια ανάπτυξη στην πνευματικότητα. Είναι ακόμα φανερό ότι το τέρμα είναι η «άνω κλήσις» — και αυτή η «άνω κλήσις» ή η «κλήσις άνωθεν» συνδέεται με την «τελείωση». Ο Αντώνιος, όπως φαίνεται, εφαρμόζει τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης. 

Ο συγγραφέας ύστερα παραθέτει το στίχο 18:15 από την Α' Βασιλειών «Ζη ο Κύριος, μπροστά στον οποίο σήμερα στέκομαι». Ο συγγραφέας υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα του «σήμερα» για τη δυναμική πορεία της πνευματικής «δοκιμασίας». «Γιατί ο Αντώνιος παρατήρησε ότι, λέγοντας 'σήμερα' ο προφήτης [Ηλίας], δεν μετρούσε τον χρόνο που πέρασε, αλλά την κάθε μέρα την έπαιρνε ως αρχή, σαν να άρχιζε πάντα από την αρχή». 

Και πάλι η προτεραιότητα της θελήσεως του Θεού τοποθετείται στη σωστή της προοπτική: «αυτός πρόθυμα προσπαθούσε να κάνει τον εαυτό του να φαίνεται κατάλληλος προ του Θεού, όντας καθαρός στην καρδιά και πάντα έτοιμος να υποταγεί στη βουλή του Θεού και στον Θεό μόνο». Και ο Αντώνιος βρήκε στον Ηλία ένα πρότυπο του ερημίτη: «Και αυτός συνήθιζε να λέγει ότι στη ζωή του μεγάλου Ηλία ο ερημίτης έπρεπε να βλέπει τη δική του ζωή σαν σε καθρέπτη».

Το επόμενο βήμα στο δρόμο της «δοκιμασίας» του Αντωνίου είναι η είσοδος του στα «μνήματα». Ο «εχθρός φοβήθηκε ότι σε λίγο χρόνο ο Αντώνιος θα γέμιζε την έρημο με την άσκησή» του. Το κείμενο ισχυρίζεται ότι ένα πλήθος δαιμόνων επιτέθηκε κατά του σώματος του Αντωνίου μέσα στα μνήματα και «τόσο πολύ τον καταπλήγωσε ώστε αυτός έπεσε στο έδαφος άφωνος από τον υπερβολικό πόνο». Εκείνο που ακολουθεί στο κείμενο είναι και πάλι η «πρόνοια του Θεού» η οποία προστατεύει εκείνους «που ελπίζουν στον Θεό». 

Να, και πάλι οι δυο θελήσεις, οι δυο δραστηριότητες, του Θεού και του ανθρώπου, που συμμετέχουν στην πορεία. Αυτή τη φορά η γλώσσα είναι η ίδια με εκείνη που θα εύρισκε κανείς στις Γραφές. Αν και καθεαυτήν η γλώσσα θα μπορούσε να υπονοεί ότι η ελπίδα του ανθρώπου προκαλεί τη δραστηριότητα του Θεού, τα συμφραζόμενα όπως τα συμφραζόμενα γενικώς της Γραφής- παραπέμπουν κάποιον στην προϋπόθεση της πρωτοβουλίας του Θεού. Η γλώσσα αντανακλά απλώς τον ανθρώπινο ρεαλισμό.

Ο Αντώνιος μεταφέρεται πίσω στην Εκκλησία σε κατάσταση σχεδόν πτώματος. Αλλά ανέλαβε αρκετά, ώστε να μπορέσει, με βοήθεια, να γυρίσει στα μνήματα για να αντιμετωπίσει πάλι τον εχθρό. Ο Αντώνιος αναφωνεί ότι δεν θα ξαναφύγει από «τα χτυπήματα τους» και παραθέτει από την Προς Ρωμαίους επιστολή 8:35 «τίποτα δεν θα με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού». 

Ο Αντώνιος ύστερα ψάλλει από τους Ψαλμούς (26:3) «Εάν παραταχθεί εναντίον μου ένα ολόκληρο στρατόπεδο, δεν θα φοβηθεί η καρδιά μου». Ο Αντώνιος προκαλεί τους δαίμονες, οι οποίοι παρουσιάστηκαν με τη μορφή θηρίων και ερπετών», αναφωνώντας: «Γιατί η πίστη στον Κύριο μας είναι για μας σφραγίδα και τείχος ασφαλείας». 

Το κείμενο παρατηρεί ότι ο «Κύριος ήταν κοντά του». Ο Αντώνιος προκαλεί τον Θεό: «Που ήσουνα; Γιατί δεν εμφανίστηκες στην αρχή να σταματήσεις τους πόνους μου;» Το κείμενο αναφέρει ότι «η φωνή» του Θεού του μίλησε: «Αντώνιε, ήμουνα εδώ, αλλά περίμενα να δω το αγώνισμα σου. Αφού, λοιπόν, έχεις αντέξει… θα είμαι πάντα βοηθός σου, και θα κάνω γνωστό παντού το όνομά σου». Η απάντηση του Αντωνίου ήταν να σηκωθεί και να προσευχηθεί. «Έλαβε τόση δύναμη ώστε να αισθάνεται πως είχε περισσότερη τώρα δύναμη στο σώμα του από όση είχε προηγουμένως».

Το επόμενο βήμα του Αντωνίου στην οδό της «δοκιμασίας» του είναι να φύγει για την έρημο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αντώνιος απαντά σχεδόν πάντα στην επίθεση του εχθρού παραθέτοντας χωρία από την Αγία Γραφή. Στην πρώτη του συμπλοκή στην έρημο παραπέμπει στο χωρίο Πράξεις 8:20. 

Ο Αντώνιος «όλο και πιο σταθερός στο σκοπό του», εγκαταστάθηκε σ’ ένα εγκαταλελειμμένο φρούριο, μέσα στο οποίο «αυτός κατέβηκε σαν σε άσυλο, και έμεινε μόνος μέσα, χωρίς ποτέ να βγαίνει έξω ή να βλέπει κάποιον που ερχόταν. Έτσι πέρασε πολύν καιρό ασκούμενος, και παίρνοντας άρτους, που τους έριχναν από πάνω προς τα κάτω δυο φορές το χρόνο». Όταν έρχονταν γνωστοί του, αντί να τον βρουν νεκρό, τον άκουγαν να ψάλλει από τους ψαλμούς. 

«Ας εγερθεί ο Θεός και ας διασκορπιστούν οι εχθροί του! Και ας φύγουν από μπροστά του αυτοί που τον μισούν! όπως χάνεται ο καπνός, ας χαθούν αυτοί! όπως το κερί λιώνει μπροστά στη φωτιά, έτσι και οι κακοί ας χαθούν από το πρόσωπο του Θεού!» (Ψαλμοί 67:2-3). Και από τον Ψαλμό 117:10: «όλα τα έθνη με εκύκλωσαν, και με το όνομα του Θεού αμύνθηκα εναντίον τους».

Το αποτέλεσμα της «δοκιμασίας» του Αντωνίου ήταν γόνιμο. Αυτός έγινε «ο άτεκνος πατέρας πολυάριθμων απογόνων». Όπως ένας συγγραφέας έχει σωστά παρατηρήσει: «μετά τη μετάβαση από τη συνήθη ζωή στην κοινοβιακή ζωή, ύστερα από το πέρασμα από αυτήν σε όλο και πληρέστερο αναχωρητισμό, έως ότου αυτός ο ίδιος ο αναχωρητισμός αναπτυχθεί πλήρως σε πνευματική πατρότητα. Δεν υπάρχει τίποτε το στατικό σ’ αυτήν την ιδέα· αντίθετα το κάθε τι τείνει διαρκώς να υπερβεί ό,τι έχει ήδη επιτευχθεί… . [αυτός είναι] ο καθαρά ευαγγελικός χαρακτήρας της κλήσεως του Αντωνίου». 

Όπως αναφέρει ο «Βίος του Αντωνίου», ο Αντώνιος «συνέχισε την εν απομονώσει άσκησή του επί είκοσι σχεδόν χρόνια». Ήλθε ο καιρός που εκείνοι οι οποίοι ήθελαν να μιμηθούν την άσκησή του και οι γνωστοί του «άρχισαν να γκρεμίζουν και να βγάζουν την πόρτα με τη βία».

Η περιγραφή που ακολουθεί στο «Βίο του Αντωνίου» δείχνει ότι ο Αντώνιος είναι ένα πολύ καλά ισορροπημένο πνευματικό πρόσωπο. «Τότε για πρώτη φορά τον είδαν έξω από το φρούριο εκείνοι που ήλθαν να τον δουν. 

Και αυτοί, όταν τον είδαν, παραξενεύτηκαν για ό,τι είδαν, γιατί αυτός φορούσε το ίδιο ένδυμα όπως και πριν, και δεν ήταν ούτε παχύς, όπως ένας άνθρωπος που δεν ασκείται, ούτε ισχνός από τη νηστεία και τους αγώνες του με τους δαίμονες, αλλά ήταν όπως ακριβώς τον ήξεραν πριν από την απομόνωση του. 

Και πάλι, η ψυχή του ήταν απαλλαγμένη από ελαττώματα, γιατί ούτε συστέλλετο σαν να ήταν θλιμμένη, ούτε αναπαυόταν με ευχαρίστηση, ούτε κατεχόταν από γέλιο η κατήφεια, γιατί δεν ενοχλείτο όταν έβλεπε το πλήθος, ούτε υπερευφραινόταν όταν τον χαιρετούσαν τόσο πολλοί. Αλλά ήταν απόλυτα ήρεμος, γιατί οδηγείτο από τη λογική και βρίσκόταν σε μια φυσιολογική κατάσταση. 

Δια μέσου αυτού ο Κύριος θεράπευε τις σωματικές ασθένειες πολλών παρόντων, και καθάριζε άλλους από τα πονηρά πνεύματα. Και ο Θεός έδινε χάρη στον Αντώνιο όταν μιλούσε, ώστε να παρηγορεί πολλούς που ήταν λυπημένοι, και να συμφιλιώνει αμέσως αυτούς που διαφωνούσαν, προτρέποντας όλους να προτιμούν την αγάπη του Χριστού από ό,τιδήποτε μέσα στον κόσμο. 

Και ενώ τους παρότρυνε και τους συμβούλευε να θυμούνται τα μέλλοντα αγαθά, και την αγάπη και φιλανθρωπία του Θεού προς εμάς, «ο οποίος δεν λυπήθηκε τον δικό του Υιό, αλλά τον παρέδωσε σε θάνατο για χάρη όλων μας» (Ρωμαίους 8:32), έπειθε πολλούς να ακολουθήσουν την ερημική ζωή. Και έτσι συνέβη στο τέλος να εμφανιστούν κελιά ακόμα και στα βουνά, και η έρημος αποικίστηκε από μοναχούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από τους συγγενείς τους, και κατέγραψαν τους εαυτούς τους στη βασιλεία των ουρανών».

«Όταν ο Αντώνιος μιλούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, όλοι χαίρονταν. Σε μερικούς μεγάλωνε η αγάπη της αρετής, σε άλλους απομακρυνόταν η αδιαφορία, και σε άλλους σταματούσε η μεγάλη ιδέα που είχαν για τον εαυτό τους. 

Και όλοι επείθονταν να καταφρονούν τις επιθέσεις του Πονηρού, και θαύμαζαν για τη χάρη που δινόταν στον Αντώνιο από τον Κύριο για τη διάκριση των πνευμάτων. Έτσι τα κελιά τους ήταν στα βουνά, σαν ιερά σκηνώματα, γεμάτα από ιερούς ομίλους ανδρών οι οποίοι έψαλλαν Ψαλμούς, αγαπούσαν τη μελέτη, νήστευαν, προσεύχονταν, χαίρονταν με την ελπίδα των μελλόντων, ασκούνταν στην ελεημοσύνη, και είχαν αγάπη και αρμονία μεταξύ τους. 

Και πραγματικά, ήταν δυνατό, τρόπον τινά, να δει κανείς μια ιδιαίτερη χώρα, γεμάτη με ευσέβεια και δικαιοσύνη. Γιατί τότε δεν υπήρχε ούτε ο άδικων ούτε οι αδικούμενοι, ούτε οι επιπλήξεις του φοροσυλλέκτη. Αλλ' αντί αυτών υπήρχε ίνα πλήθος ασκητών, και ο κοινός σκοπός όλων τους ήταν να επιτύχουν την αρετή».

Ο Αντώνιος μιλά πολύ για την εμπειρία του με τους δαίμονες. Εντούτοις, θέτει ακόμα και την εμπειρία του μέσα σε σωστή ισορροπία όταν μιλά γι’ αυτήν στους άλλους. Τους προειδοποιεί να μην φοβούνται τους δαίμονες, για το πως να διακρίνουν αν ένα δράμα η μια εμφάνιση είναι εκ Θεού η είναι έργο των δαιμονικών δυνάμεων, και να μην υποκύπτουν στον πειρασμό να «εκβάλλουν δαιμόνια». «δεν είναι πρέπον να καυχάται κανείς όταν εκβάλει δαιμόνια, ούτε να το παίρνει επάνω του όταν θεραπεύει ασθένειες. 

Ούτε είναι πρέπον εκείνος μόνο που εκβάλλει δαιμόνια να εκτιμάται πολύ, ενώ αυτός που δεν τα εκβάλλει να μην εκτιμάται καθόλου. Αλλά ο άνθρωπος ας μαθαίνει την άσκησή του καθενός και ή να την μιμείται, ή να την αμιλλάται, ή να την διορθώνει. Γιατί η επιτέλεση «σημείων» δεν είναι δικό μας έργο, αλλά έργο του Σωτήρος. Και αυτός έτσι έλεγε στους μαθητές του: 'Μη χαίρεστε για το ότι σας υποτάσσονται τα πνεύματα, αλλά να χαίρεστε γιατί τα ονόματα σας είναι γραμμένα στους ουρανούς' [Λουκάς 10:20}. Γιατί το γεγονός ότι τα ονόματα μας είναι γραμμένα στον ουρανό είναι μια απόδειξη της ενάρετης ζωής μας, αλλά το να εκβάλλεις δαιμόνια είναι μια χάρη του Σωτήρος που σου δίνεται. 

Γι’ αυτό σ' αυτούς που καυχώνταν για τα 'σημεία' και όχι για την αρετή, και έλεγαν: 'Κύριε, στο όνομά σου δεν εκβάλαμε δαιμόνια, και στο όνομα σου δεν κάναμε πολλά θαύματα;' [Ματθαίος 7:22], Εκείνος απάντησε, αλήθεια, σας λέγω, δεν σας γνωρίζω', γιατί ο Κύριος δεν γνωρίζει τας οδούς των κακών. Αλλά θα πρέπει πάντα να προσευχόμαστε, όπως σας είπα προηγουμένως, ώστε να λάβουμε τη δωρεά της διακρίσεως των πνευμάτων ώστε να μπορούμε, όπως γράφεται στην Α' Ιωάν. 4:1, να μην πιστεύουμε σε κάθε πνεύμα».

Υπάρχουν εμφανίσεις αγγέλων, κατά τον Αντώνιο, και αυτός συμβουλεύει πως να διακρίνουμε αν ένα δράμα η μια εμφάνιση είναι εκ Θεού η είναι έργο δαιμονικών δυνάμεων. «Η οπτασία των αγίων δεν είναι τεταραγμένη». 

Ο Αντώνιος παραθέτει από το Κατά Ματθαίον ευαγγέλιο (12:19): «γιατί αυτοί δεν θα φιλονεικούν, ούτε θα φωνάζουν ούτε θα ακούει κανένας τη φωνή τους». «Αλλά αυτή έρχεται τόσο ήσυχα και απαλά ώστε αμέσως χαρά, ευχαρίστηση και θάρρος έρχονται στην ψυχή. Γιατί ο Κύριος, που είναι η χαρά μας, είναι μαζί τους, και η δύναμη του Θεού Πατέρα. 

Και οι σκέψεις της ψυχής παραμένουν γαλήνιες και ατάραχες, ώστε αυτή, φωτιζόμενη τρόπον τινά από αυτήν με ακτίνες, να βλέπει αυτούς που εμφανίζονται. Γιατί την διακατέχει η αγάπη για ό,τι είναι θεϊκό και για τα μέλλοντα, και θα ήθελε πολύ να ενωθεί πλήρως με αυτά αν μπορούσε να πάει μαζί τους. 

Αλλά αν, επειδή είναι άνθρωποι, μερικοί φοβούνται την οπτασία των καλών, εκείνοι που εμφανίζονται (στην οπτασία) αφαιρούν αμέσως το φόβο όπως έκανε ο Γαβριήλ στην περίπτωση του Ζαχαρία (Λουκάς 1:13)· και όπως έκανε ο Άγγελος (Ματθαίος 28:5) που εμφανίστηκε στις γυναίκες στο ιερό μνημείο1 και όπως έκανε αυτός που είπε στους ποιμένες στο ευαγγέλιο, «Μη φοβάσθε» (Λουκάς 1:41). Γιατί ο φόβος σ’ αυτούς προξενήθηκε όχι από δειλία, αλλά από την αναγνώριση της παρουσίας ανωτέρων όντων. Τέτοια λοιπόν είναι η φύση των οπτασιών των αγίων».

Ο Αντώνιος έχει πολλά να πει για το φόβο, για το αβλαβές αποτέλεσμα του στον άνθρωπο, για την εκρίζωση του με τη σταθερή πίστη. «Και αυτό ας είναι μια ακόμα απόδειξη για σας: όσες φορές η ψυχή παραμένει φοβισμένη υπάρχει μια παρουσία των εχθρών. 

Γιατί οι δαίμονες δεν απομακρύνουν το φόβο της παρουσίας τους όπως έκανε ο μεγάλος αρχάγγελος Γαβριήλ για τη Μαρία και τον Ζαχαρία, και όπως έκανε αυτός που εμφανίστηκε στις γυναίκες στο μνημείο. Άλλα μάλλον, όποτε βλέπουν φοβισμένους ανθρώπους, αυξάνουν τα απατηλά τους τεχνάσματα ώστε οι άνθρωποι να φοβηθούν περισσότερο. Και τελικά ορμούν εναντίον τους και τους κοροϊδεύουν λέγοντας, 'πέσετε κάτω και προσκυνείστε μας… '. 

Αλλά ο Κύριος δεν το ανέχεται να μας απατά ο διάβολος, γιατί τον επιπλήττει όσες φορές σχεδιάζει τέτοια απατηλά τεχνάσματα εναντίον του, λέγοντας, 'Πήγαινε πίσω μου, Σατανά, γιατί είναι γραμμένο, πρέπει να προσκυνήσεις Κύριο, τον Θεόν σου, και αυτόν μόνον να λατρεύσεις' - Ματθαίος 4:10. Γι’ αυτό, καταφρονείτε όλο και περισσότερο τον πανούργο (διάβολο), γιατί ό,τι ο Κύριος έχει πει, το είπε για μας, ώστε οι δαίμονες, ακούγοντας παρόμοια λόγια από μας, να τρέπονται σε φυγή δια του Κυρίου ο οποίος τους επιτίμησε μ' αυτά τα λόγια».

«Αλλά η επιδρομή και η 'τεταραγμένη φαντασία' των πονηρών πνευμάτων είναι φορτωμένες από σύγχυση, από θορύβους, από ήχους και κραυγές τέτοιες όπως η ταραχή που προξενούν οι αγροίκοι νεκροί ή οι ληστές. Από αυτά δημιουργείται φόβος στην καρδιά, ταραχή και σύγχυση σκέψεως, αθυμία, μίσος εναντίον εκείνων που ζουν μια ζωή ασκήσεως, αδιαφορία, θλίψη, ανάμνηση των συγγενών και φόβος θανάτου, και τέλος επιθυμία κακών πραγμάτων, αμέλεια για την αρετή και ακατάστατα ήθη. 

Γι’ αυτό, όποτε έχετε δει κάτι και είστε φοβισμένοι, αν ο φόβος σας αφαιρείται αμέσως και στη θέση του έρχεται ανείπωτη χαρά, φαιδρότης, θάρρος, ανανεωμένη δύναμη, ηρεμία σκέψεως και όλα εκείνα που πριν ανέφερα, τόλμη και αγάπη προς το Θεό πάρετε θάρρος και προσευχηθείτε. Γιατί η χαρά και η σταθερή κατάσταση της ψυχής δείχνουν την αγιότητα εκείνου που είναι παρών.

Έτσι χάρηκε ο Αβραάμ, όταν είδε τον Κύριο, (Ιωάννης 8:56). Έτσι και ο Ιωάννης εσκίρτησε από χαρά στη φωνή της Μαρίας, της Θεοτόκου (Λουκάς 1:41). Αλλά αν με την εμφάνιση κάποιου υπάρχει σύγχυση, χτυπήματα απέξω, κοσμική επίδειξη, φόβοι θανάτου και άλλα που έχω ήδη μνημονεύσει, γνώριζε τότε ότι αυτό είναι μια επίθεση πονηρών πνευμάτων». Επανειλημμένα ο Αντώνιος τονίζει ότι «ο Κύριος είναι μαζί μας».

Ο «Βίος τον Αντωνίου» περιέχει πολλές διεισδυτικές, γνωστικές και αισθηματικά σταθερές συμβουλές. Αλλά πρέπει να δοθεί προσοχή σε μερικές άλλες πλευρές του «Βίου». Ο συγγραφέας γράφει ότι ο Αντώνιος «ήταν ανεκτικός στη διάθεση και ταπεινός στο πνεύμα» και ότι «τηρούσε τον κανόνα της Εκκλησίας με πολλή αυστηρότητα, και ήθελε όλοι οι κληρικοί να τιμούνται πάνω από αυτόν. 

Γιατί δεν ντρεπόταν να σκύβει το κεφάλι του σε Επισκόπους και ιερείς, και αν ερχόταν κάποτε σ' αυτόν ένας διάκονος για βοήθεια συζητούσε μαζί του για το τι ήταν ωφέλιμο, αλλά του έδινε το προβάδισμα στην προσευχή, γιατί δεν ντρεπόταν να μαθαίνει από αυτόν … και επιπλέον η όψη του είχε μεγάλη και θαυμάσια χάρη. Αυτό το δώρο το είχε επίσης από τον Κύριο».

Ο «Βίος του Αντωνίου» περιγράφει τη στάση του Αντωνίου έναντι των Αρειανών. «Και κάποτε επίσης αυτός, όταν Οι Αρειανοί ισχυρίστηκαν ψευδώς ότι οι γνώμες του Αντωνίου ήταν ίδιες με τις δικές τους, δυσαρεστήθηκε πολύ και έπνεε μένεα εναντίον τους. Ύστερα, όταν κλήθηκε από τους Επισκόπους και όλους τους αδελφούς, κατέβηκε από το όρος, και μπαίνοντας στην Αλεξάνδρεια, κατήγγειλε τους Αρειανούς, λέγοντας ότι η αίρεση τους ήταν η τελευταία από όλες και πρόδρομος του αντίχριστου. 

Και δίδαξε στους ανθρώπους ότι ο Υιός του Θεού δεν ήταν ένα δημιούργημα, ούτε είχε έρθει στην ύπαρξη από την ανυπαρξία, αλλά ότι αυτός ήταν ο Αιώνιος Λόγος και η Σοφία της Ουσίας του Πατρός. Και γι’ αυτό είναι ασέβεια να λέμε, ήταν μια εποχή που αυτός δεν υπήρχε, γιατί ο Λόγος συνυπήρχε πάντοτε με τον Πατέρα. 

Γι’ αυτό να μην έχετε επαφή με τους ασεβέστατους Αρειανούς. Γιατί δεν υπάρχει κοινωνία ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι (Β΄ Κορινθίους 6:14)… Όταν αυτοί λένε ότι ο Υιός του Πατρός, ο Λόγος του Θεού, είναι ένα δημιούργημα, δεν διαφέρουν καθόλου από τους ειδωλολάτρες, αφού αυτοί λατρεύουν αυτό που δημιουργήθηκε μάλλον παρά το Δημιουργό Θεό, τον Κύριο των πάντων».

Ο «Βίος του Αντωνίου» δίνει ενδιαφέρουσες συναντήσεις του Αντωνίου με τους Έλληνες, με τους οποίους συζητούσε με την βοήθεια διερμηνέως. Μια συζήτηση ήταν για την πίστη και τους αποδεικτικούς λόγους. Ο Αντώνιος έρωτα μερικούς «σοφούς» Έλληνες που είχαν έρθει σ' αυτόν ζητώντας «ένα λόγο για την πίστη μας στο Χριστό»: «Επειδή εσείς προτιμάτε να στηρίζεστε στους αποδεικτικούς λόγους, και επειδή εσείς, έχοντας αυτήν την τέχνη, θέλετε και εμείς να μη λατρεύουμε τον Θεό παρά μόνο ύστερα από τέτοια απόδειξη, πέστε μας πρώτα πως ακριβώς γνωρίζονται τα πράγματα γενικά και Ιδιαίτερα η γνώση του Θεού. 

Με αποδεικτικό λόγο ή με την ενέργεια της πίστεως; Και ποιο είναι καλύτερο, η πίστη που έρχεται δια της ενεργείας του Θεού, ή η δια λόγων απόδειξη; … Σ' αυτούς που έχουν την «δια πίστεως ενέργειαν», ο αποδεικτικός λόγος είναι άχρηστος, η ακόμα και περιττό . Γιατί ό,τι γνωρίζουμε με την πίστη αυτό προσπαθείτε να το αποδείξετε με τα λόγια, και συχνά δεν μπορείτε ούτε να εκφράσετε τι νοούμε. Έτσι η δια πίστεως ενέργεια είναι καλύτερη και ισχυρότερη από τους σοφιστικούς σας συλλογισμού,. 

Εμείς λοιπόν οι Χριστιανοί έχουμε το μυστήριο όχι με τη σοφία των Ελληνικών λόγων, αλλά με τη δύναμη της πίστεως που μας δίνεται πλούσια από τον Θεό δια του Ιησού Χριστού… Εμείς πείθουμε με την πίστη η οποία ολοφάνερα προηγείται της δια επιχειρημάτων αποδείξεως». Ο Αντώνιος ύστερα τους ζήτα να εκβάλουν τους δαίμονες «ιδού, υπάρχουν εδώ μερικοί που ενοχλούνται από τους δαίμονες». Μόλις ο Αντώνιος καθάρισε τους ανθρώπους από τους δαίμονες, οι φιλόσοφοι «εθαύμαζον». 

Και η απάντηση του Αντωνίου προς αυτούς είναι ουσιώδης: «Γιατί θαυμάζετε γι’ αυτό; δεν είμαστε εμείς αυτοί που κάνουμε αυτά τα πράγματα, αλλά ο Χριστός που τα κάνει αυτά μέσω εκείνων που πιστεύουν σ' αυτόν … είναι η πίστη δια της αγάπης που ενεργείται μέσα μας προς τον Χριστό». Εδώ για άλλη μια φορά δίνεται η αυθεντική προοπτική, μια προοπτική που είναι πάντα παρούσα, πάντα τόσο σύμφυτα προφανής και γνωστή ώστε να γίνεται απλά μια προϋπόθεση για την ασκητική και μοναστική ζωή.

Ο συγγραφέας θεωρεί το θάνατο του Αντωνίου σπουδαίο. «Αξίζει εγώ να διηγηθώ και σεις να ακούσετε ποιο ήταν το τέλος του. Γιατί αυτό το δικό τον τέλος αξίζει να το μιμηθούμε. Κατά τη συνήθεια του, αυτός επισκέφτηκε τους μοναχούς που βρίσκονταν στο «έξω όρος». Έχοντας μάθει από την πρόνοια ότι το τέλος του πλησιάζει, είπε στους αδελφούς, 'Αυτή είναι η τελευταία μου επίσκεψη σε σας. Και θα εκπλαγώ αν ξαναειδωθούμε σ’ αυτήν τη ζωή'. 

Και όταν αυτοί το άκουσαν αυτό, έκλαιγαν, αγκάλιαζαν και φιλούσαν τον γέροντα. Αλλά αυτός, σαν να απέπλεε από ξένη πόλη για να γυρίσει στην πατρίδα του, μίλησε χαρούμενα, και τους παρότρυνε «να μην ολιγωρούν στους κόπους, να μην λιποψυχούν στην άσκησή τους, αλλά να ζουν σαν να πεθαίνουν κάθε μέρα». Και όπως τους είχε πριν πει, 'να φυλάγουν την ψυχήν από ρυπαρούς λογισμούς, να μιμούνται πρόθυμα τους αγίους, και να μην προσεγγίζουν τους Μελετιανούς σχισματικούς … ούτε να έχουν καμιά σχέση με τους Αρειανούς… 

Να τηρούν, τις παραδόσεις των πατέρων, και κυρίως την αγία πίστη στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, την οποία μάθατε από τις Γραφές, και την οποία Εγώ σας υπενθύμησα πολλές φορές'. Αλλά όταν οι αδελφοί τον παρακάλεσαν θερμά να μείνει μαζί τους και να πεθάνει εκεί, αυτός δεν το δέχτηκε για πολλούς μεν άλλους λόγους… 

Αφού αποχαιρέτησε τους μοναχούς στο έξω Όρος, ήρθε στο «μέσα όρος» όπου συνήθιζε να μένει. Και ύστερα από μερικούς μήνες ασθένησε. Και αφού κάλεσε αυτούς που ήταν εκεί…, τους είπε: Εγώ, όπως έχει γραφεί, πορεύομαι την οδόν των πατέρων, γιατί βλέπω να με καλεί ο Κύριος. Προσέχετε και μη χάσετε τη μακρόχρονη άσκησή σας, αλλά σαν να αρχίζετε τώρα, διατηρήσετε με ζήλο την προθυμία σας. 

Γιατί γνωρίζετε την επιβουλή των δαιμόνων, πόσο άγριοι αυτοί είναι, αλλά πόσο λίγη δύναμη έχουν. Γι’ αυτό μην τους φοβάστε, αλλά μάλλον αναπνέετε πάντοτε τον Χριστό και πιστεύετε σ' αυτόν. Ζήσετε σαν να πεθαίνετε καθημερινά. Προσέχετε τον εαυτό σας και να θυμάστε τις παραινέσεις που ακούσατε από μένα… γι’ αυτό να είστε πάντα όλο και προθυμότεροι να είστε οπαδοί πρώτα του Θεού και ύστερα όλων των αγίων, ώστε, μετά το θάνατο, να σας δεχτούν και αυτοί ως γνωστούς και φίλους 'εις τας αιωνίους σκηνάς' … . Θάψετε, λοιπόν, το σώμα μου και κρύψετε το κάτω από τη γη, και κάνετε αυτό που σας είπα, ώστε να μην γνωρίζει κανείς τον τόπο της ταφής μου παρά μόνον εσείς. 

Γιατί κατά την ανάσταση των νεκρών θα το ξαναπάρω άφθαρτο από τον Σωτήρα. Μοιράσετε τα ενδύματα μου. Στον Αθανάσιο τον επίσκοπο δώσετε μια μηλωτή (δέρμα προβάτου) και το ιμάτιο πάνω στο οποίο κοιμάμαι, το οποίο ο ίδιος μου το έδωσε καινούριο, αλλά το οποίο πάλιωσε μαζί μου. Στον Σεραπίωνα τον Επίσκοπο δώσετε την άλλη μηλωτή, και σεις κρατείστε το τρίχινο ένδυμα. Λοιπόν, σας αποχαιρετώ, παιδιά μου, γιατί ο Αντώνιος φεύγει, και δεν θα είναι πια μαζί σας'. Η όψη φαινόταν χαρούμενη πέθανε και προστέθηκε στους πατέρες … η φήμη του έφθασε παντού … Γιατί ο Αντώνιος φημίστηκε όχι για τα συγγράμματα, ή για την κοσμική σοφία, ή για καμιά τέχνη, αλλά μόνο για την ευσέβεια του προς τον Θεό. Το ότι αυτό ήταν δώρο Θεού κανένας δεν θα το αρνηθεί… 

Διάβαζε λοιπόν αυτούς τους λόγους στους υπόλοιπους αδελφούς ώστε να μπορέσουν κι αυτοί να μάθουν ποια έπρεπε να είναι η ζωή των μοναχών και να μπορέσουν να πιστέψουν ότι ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός δοξάζει αυτούς που τον δοξάζουν».


Αρνητικές εκτιμήσεις του «Βίου του Αντωνίου»

Ο Harnack φέρνει τον «Βίο του Αντωνίου» ως παράδειγμα κειμένου που στερείται κάθε αξίας. «Αν μου επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσω σκληρή γλώσσα, δεν θα δίσταζα να πω ότι κανένα βιβλίο δεν είχε ασκήσει πιο αποβλακωτική –verdummender- επίδραση στην Αίγυπτο, την Δυτική Ασία, και την Ευρώπη από το «Βίο τον Αντωνίου». Θα ήταν αδύνατο να πιστεύει κανείς πιο ειλικρινά στους δαίμονες από τους Χριστιανούς του δεύτερου αιώνα. 

Αλλά εκείνη η εποχή αγνοούσε ακόμα τα φανταστικά μ' αυτούς τεχνάσματα, που σχεδόν μετέτρεψαν τον Χριστιανικό κόσμο σε μια κοινωνία απατημένων απατεώνων (αυτή η έκφραση χρησιμοποιήθηκε πρώτα για τους Χριστιανούς από τον Πλωτίνο εξηπάτων και αυτοί ηπατημένοι»). Όταν σκεφτόμαστε ότι ο «Βίος του Αντωνίου» γράφτηκε από έναν Αθανάσιο, τίποτε άλλο δεν μπορεί πια να μας εκπλήξει».

Ο Harnack επιβεβαιώνει τη μεγάλη επίδραση του «Βίου τον Αντωνίου», μια επίδραση που αυτός, φυσικά, θεωρεί ότι ήταν άκρως επιζήμια. Το σχόλιο του Nygren για την επίδραση του «Βίου του Αντωνίου» στηρίζεται στα γεγονότα, δεν είναι παράφορο όπως του Harnack. Εντούτοις καταφέρνει να το χρωματίσει αρνητικά. «Ο Αθανάσιος είναι ο μεγάλος συνήγορος της Παρθενίας -βρίσκει μια από τις καλύτερες αποδείξεις της θεότητας του Χριστού στο γεγονός ότι ο Χριστός πέτυχε όσο κανένας άλλος να κερδίσει τους ανθρώπους στην αρετή της Παρθενίας- και της μοναστικής ευσέβειας — ένα γεγονός ιδιαίτερα αποκαλυπτικό της δομής της σκέψεως του. 

Ως συγγραφέας του «Βίου τον Αντωνίου», ο Αθανάσιος βοήθησε περισσότερο ίσως από κάθε άλλον να διαμορφωθεί το ασκητικό ιδεώδες του Χριστιανισμού. Είναι σημαντικό ότι η ιστορία του ερημίτη Αντωνίου ήταν η αιτία της μεταστροφής του Αυγουστίνου». Ο Nygren βρίσκει στη διήγηση του Αυγουστίνου γι’ αυτήν στο έργο του De Confessione 8, 6, 15 την «τάση του Έρωτος». 

Ο Nygren συγκρίνει τη ζωή του ερημίτη με την οικοδομή ενός πύργου, ενδεικτικού του Ερωτικού τρόπου σκέψεως, και παραθέτει από το έργο του Holl «Gesammelte Aufsatze zur Kirchengeschichte» (II, σελ. 396), την εξής μαρτυρία: «στον αγώνα του μοναχού να πλησιάσει τον Θεό δίνεται μια αφελής, εξωτερική εξήγηση όταν ο Στυλίτης ανεβαίνει σ' ένα στύλο για να μειώσει την απόσταση ανάμεσα στον εαυτό του και τον ουρανό».

Ο Nygren προχώρησε από την επίδραση του Βίου του Αντωνίου πάνω στον Αγ. Αυγουστίνο στο Στυλίτη για να δηλώσει ότι κατά την εκτίμηση του «Βίου του Αντωνίου» από τον Άγ. Αυγουστίνο υπήρχε μια Ερωτική τάση, μια τάση που φυσικά δεν ήταν αυθεντικά Χριστιανική. Ένας άλλος Προτεστάντης συγγραφέας γράφει ότι ο Άγ. Αντώνιος «είναι ο πιο περίφημος, ο πιο γνήσιος, ο πιο σεβάσμιος εκπρόσωπος αυτής της αφύσικης και εκκεντρικής αγιότητας … 

Όλη η εποχή της Νικαίας τιμούσε τον Αντώνιο ως πρότυπο αγίου. Αυτό το γεγονός τονίζει πολύ χαρακτηριστικά την τεράστια διαφορά ανάμεσα στην αρχαία και τη σύγχρονη, την παλιά καθολική και την ευαγγελική Προτεσταντική αντίληψη της φύσεως της Χριστιανικής θρησκείας. Το ιδιάζον Χριστιανικό στοιχείο στη ζωή του Αντωνίου, ιδιαίτερα μετρούμενο με τα μέτρα του Παύλου, είναι πολύ μικρό».

Δυστυχώς το μέτρο με το οποίο κρίνουν αυτοί οι συγγραφείς τον Άγ. Αντώνιο και όλον τον αρχαίο Χριστιανισμό είναι ένα μέτρο εντελώς ξένο προς το μέτρο της αρχαίας Εκκλησίας, ένα μέτρο μιας τελείως διαφορετικής κατανοήσεως του Χριστιανισμού, που παρεισέφρυσε για πρώτη φορά μέσα στη ζωή του Χριστιανισμού με το Λούθηρο. 

Οι ορθολογιστές και οι υλιστές βρίσκουν επίσης το μοναχισμό αποκρουστικό. Τα σχόλια του Γίββωνος είναι πολύ γνωστά. «δεν υπάρχει ίσως καμιά φάση στην ηθική ιστορία της ανθρωπότητας που να έχει βαθύτερο και πιο οδυνηρό ενδιαφέρον από αυτήν την ασκητική επιδημία. 

Ένας βδελυρός, διεστραμμένος και κάτισχνος μανιακός, χωρίς γνώση, χωρίς πατριωτισμό, χωρίς φυσική στοργή, που ξοδεύει τη ζωή του μέσα σε μια μακροχρόνια ρουτίνα ενός αχρήστου και στυγερού αυτοβασανισμού, και που δειλιάζει μπροστά στα φρικαλέα φαντάσματα του παραληρούντος μυαλού του, είχε γίνει το ιδεώδες των εθνών που είχαν γνωρίσει τα κείμενα του Πλάτωνος και του Κικέρωνος και τις ζωές του Σωκράτη και του Κάτωνος».


Τα κείμενα του Αγ. Αντωνίου

Ο Αντώνιος είχε επίσης αλληλογραφία με μοναχούς, αυτοκράτορες, και ανθρώπους με υψηλά αξιώματα. Κανένα από τα γράμματα που έστειλε σε πολιτικά πρόσωπα, που τα υπαγόρευε στην Κοπτική γλώσσα, δεν σώζονται. Υπάρχουν επτά επιστολές, που απευθύνονται σε Αιγυπτιακά μοναστήρια. 

Ο Αγ. Ιερώνυμος είναι ο πρώτος που μνημονεύει αυτές τις επιστολές στο έργο του De νiris illustribus (88). Ο Αγ. Ιερώνυμος τις είχε διαβάσει σε Ελληνική μετάφραση. Η συλλογή έχει φθάσει ως εμάς σε μεταγενέστερες Λατινικές μεταφράσεις άλλων μεταφράσεων. Η πρώτη από τις επτά γνήσιες επιστολές επιζεί επίσης στα Συριακά. Στα Κοπτικά επιζεί η έβδομη, καθώς και το πρώτο μέρος της πέμπτης επιστολής και το τέλος της έκτης. Μια μετάφραση στη Γεωργιανή γλώσσα έχει ανακαλυφθεί πρόσφατα.

Αυτό που είναι γνωστό ως ο «Κανόνας του Ay. Αντωνίου» δεν είναι γνήσιο. Ενώ σώζεται σε δυο Λατινικές μεταφράσεις, η ίδια η φύση του φανερώνει ότι συντέθηκε από αρκετά χέρια. Επίσης πολυάριθμα κηρύγματα έχουν αποδοθεί στον Αντώνιο. 

Είναι προφανές ότι έκανε κηρύγματα ή ομιλίες. Μια συλλογή είκοσι ομιλιών υπάρχει σε Λατινική μετάφραση, αλλά καμιά από αυτές δεν είναι γνήσια - Sermones ad filios suos monachos. Ένα άλλο κήρυγμα, που διασώζεται επίσης στα Λατινικά, είναι επίσης νόθο - Sermo de vanitate mundi et resurrectione mortuorum (Κήρυγμα Περί της Ματαιότητος του κόσμου και της Αναστάσεως των Νεκρών)


πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 166-189).