Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Κασσιανός ο Ρωμαίος (Άγιος): Σύντομη Βιογραφία – Εισαγωγικά Σχόλια



ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο όσιος πατέρας μας Κασσιανός ο Ρωμαίος ζούσε όταν βασίλευε ο Θεοδόσιος ο Μικρός, γύρω στο έτος 451 μ.Χ. Από τα έργα τα οποία έγραψε, συμπεριλήφθηκαν εδώ ο λόγος «Περί των οχτώ λογισμών» και ο λόγος «Περί διακρίσεως», γιατί σταλάζουν κάθε λογής ωφέλεια και χάρη. Αυτούς τους λόγους τους αναφέρει και ο σοφότατος Φώτιος, λέγοντας στην 157η ανάγνωσή του τα εξής: «Και ο δεύτερος λόγος προς τον ίδιο (τον Κάστορα δηλαδή) απευθύνεται και επιγράφεται «περί των οχτώ λογισμών», περί γαστριμαργίας, πορνείας, φιλαργυρίας, οργής, λύπης, ακηδίας, κενοδοξίας και υπερηφανείας. Οι λογισμοί αυτοί είναι χρήσιμοι και ωφέλιμοι όσο κανένας άλλος για κείνους που έχουν αναλάβει τον ασκητικό αγώνα.. Και τρίτος μικρός λόγος διαβάστηκε… που διδάσκει τι είναι διάκριση και ότι η διάκριση είναι μεγαλύτερη απ’ όλες τις αρετές, και από τι γεννιέται αυτή, και ότι κυρίως είναι ουράνια δωρεά κ.λπ.».
Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 29 Φεβρουαρίου, βραβεύοντάς τον με τιμές και εγκώμια.
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός, ο επικαλούμενος Ρωμαίος, ανήκει στη χορεία των ασκητικών συγγραφέων. Αφού μόνασε στα μοναστικά κέντρα της Αιγύπτου, έγινε μαθητής του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και αργότερα έκτισε μοναστήρι στη Μασσαλία, στο οποίο έγινε ηγούμενος. Έλαβε μέρος στις ακραίες αντιθέσεις μεταξύ Αυγουστίνου και Πελαγίου, υποστηρίζοντας την ορθόδοξη διδασκαλία, κατά την οποία απορρίπτεται εξίσου τόσο ο απόλυτος προορισμός του πρώτου, όσο και η αυτάρκεια της φύσεως του δευτέρου.
Ο άγιος Κασσιανός – του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 29 Φεβρουαρίου – έγραψε έργα ασκητικά, από τα οποία οι εκδότες της Φιλοκαλίας ξεχώρισαν το λόγο «περί των οκτώ της κακίας λογισμών», που απέστειλε στον επίσκοπο Κάστορα, και τον λόγο «περί διακρίσεως», που έστειλε στον ηγούμενο Λεόντιο. Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος λόγος είναι πολύ ωφέλιμοι και στάζουν χάρη, κατά τον άγιο Νικόδημο. Πράγματι πρόκειται για συστηματική μελέτη των «οκτώ λογισμών της κακίας», όπου συμπυκνώνονται η εμπειρία των ασκητών Αγίων που βίωσαν τις διάφορες φάσεις των ενεργημάτων των παθών αυτών.
Οι «λογισμοί» κατά βάθος αποτελούν τα θανάσιμα λεγόμενα πάθη, όταν, από την μη σωστή χρήση τους, σταδιακά γίνονται έξεις, αποκτούν δύναμη, στερεώνονται στην ψυχή, αναχωνεύονται με τη νοερή ουσία της και μεταβάλλονται σε «σκληρές ουσίες», κατά την έκφραση του αββά Ισαάκ του Σύρου.
Ο άγιος Κασσιανός προβαίνει στην ανάλυση των «λογισμών» αυτών, ακολουθώντας ορισμένους αγίους Πατέρες που διακρίνουν το πάθος της υπερηφάνειας σε υπερηφάνεια και κενοδοξία και αριθμούν τα θάνασιμα πάθη σε οκτώ, ενώ άλλοι θεωρούν την κενοδοξία ως μια ενέργεια της υπερηφάνειας και τα αριθμούν σε ετπά, όπως έχει πλέον επικρατήσει στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Το περί παθών της ψυχής θέμα αγνοείται από πολλούς και τα πάθη θεωρούνται ως συμφυή με τη φύση της, ενώ πρόκειται για παραφυσικές καταστάσεις, η αφετηρία των οποίων είναι ο λογισμός. Και είναι καταπληκτικό το φαινόμενο, κατά το οποίο μια νοερή ουσία αγαθή, θεόπλαστη «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού», που είναι η ψυχή (μαζί με το σώμα), αποκτάει τα τυραννικά αυτά πάθη εξ αφορμής της σφαλερής χρήσεως της ελευθερίας της.
Φαίνεται περίεργο το γεγονός ότι τα θανάσιμα πάθη, (θανάσιμα γιατί πεθαίνει πνευματικώς η ψυχή), σχηματίζονται σταδιακά από έννοιες. Όμως είναι γνωστό από την κλασσική φιλοσοφία, ότι είχε γίνει παραδεκτό, πως η συνήθεια, η έξη, δημιουργεί δεύτερη φύση. Σε τελευταία ανάλυση, τα διάφορα πάθη αποτελούν στερεωμένους λογισμούς, που έχουν επαναληφθεί και έχουν βιωθεί. Κλασσικό είναι το απόφθεγμα: «εκ του οράν τίκτεται το εράν». Η επανάληψη μιας σκέψεως, μιας ιδέας, μιας φαντασίας αποκτάει ανάλογη δύναμη, είτε πονηρή είναι είτε αγαθή.

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, Κεφάλαια Ασκητικά και Θεολογικά πηγή:Ι.Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ



* Όταν μπαίνω σε αίθουσα δίχως εικόνα, μου μοιάζει τυφλή, απρόσωπη, δίχως παράθυρο στον ου­ρανό.
* Στον Οικουμενισμό, όλες οι αδυναμίες, οι απο­κλίσεις, τα λάθη, προέρχονται από την κατάχρηση του Αγίου Πνεύματος. Στην περίπτωση αυτή απαιτού­νται οι αυστηρότατοι περιορισμοί και ή διορατικότη­τα των Πατέρων: το Άγιο Πνεύμα δίδεται μονάχα στην Εκκλησία του Θεανθρώπου, ως ανταμοιβή της πίστεως στον Θεάνθρωπο. Απόδειξη αυτού είναι ή Πεντηκοστή. Δεν δίδεται εκτός Εκκλησίας, εκτός Θε­ανθρώπου. Όλες οι αποκλίσεις δεν είναι παρά ανθρω­πιστικές πλάνες. Αυτή είναι η αποστολική παράδοση και κληρονομιά......
* Που είναι ό Χριστός της Ευρώπης; Που θα γεννηθή ό Χριστός; Μήπως στην ατσαλένια κονίστρα πού γεννήθηκε το γερμανικό βρέφος, ό ευρωπαϊκός πόλεμος; Χριστιανισμοί εδώ, χριστιανισμοί εκεί, στην έρημο και στις πόλεις, στα κανόνια και στους φόνους, μα ό Χριστός πουθενά: «Ότι ήραν τον Κύριον μου και ουκ οίδα που έθηκαν αυτόν» (Ίω. 20, 13). Ήρθαν πολλοί με το ένδυμα του Χριστού επάνω τους και τον λύκο μέσα τους. Ήρθαν πολλοί με το ό­νομα του Χριστού λέγοντας: «Εγώ ειμί ό Χριστός», μα διέκρινα πώς αγάπη Χριστού δεν είχαν μέσα τους....

* Τροφή μου είναι τα βιβλία, γράμματα τρώω - με τα γράμματα τρέφομαι. Βιβλιοφάγος και γραμματοφάγος, για αυτό είμαι μονίμως πεινασμένος και διψασμέ­νος. Σαν να μου έχουν πέσει τα αυτιά και δεν ακούω τούς λόγους Εκείνου: «Εμόν βρώμα έστιν, ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με» (Ίω. 4, 34). Το γράμμα αποκτείνει, το πνεύμα ζωοποιεί. Όλη ή σοφία του αν­θρώπου και όλη ή επιστήμη δεν είναι τάχα ένα κομποσκοίνι από γράμματα; Ό άνθρωπος έγινε γραμματισμένος, έγινε όλος ένα αλφάβητο και νομίζει πώς έ­γινε το αλφάβητο όλου του κόσμου και του Θεού. Ό πολιτισμός μας γεννήθηκε μέσα στα τυπογραφεία, και κάθε τί το πολιτισμένο υποκλίνεται μπροστά στα γράμματα, σε αυτά τα λεπτεπίλεπτα είδωλα. Έτσι, τα γράμματα έγιναν ό θησαυρός και οι εκτιμητές κάθε α­ξίας. Ακόμα και ό Θεός άρχισε να εκτυπώνεται αφού έπαψε να βιώνεται και να επιβιώνει. Τα τυπογραφεία μεταμορφώθηκαν σε ναούς, σε βασίλεια των γραμμά­των, αυτός είναι ό πολιτισμός μας. Βασίλευσε το γράμμα και σήμερα σκοτώνει την Ευρώπη, αφού «το γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β' Κορ. 3,6).

Ναυπάκτου Ιερόθεος : "μερικοί σύγχρονοι έχουν έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας και εκφράζουν μια θεολογία, η οποία έχει επηρεασθή από τον παπικό σχολαστικισμό και τον προτεσταντικό ηθικισμό, γι' αυτό και αυτοσχεδιάζουν αυθαίρετα μέσα στην Εκκλησία."



Τον τελευταίο καιρό επιτείνεται μια τάση που παρετηρείτο και παλαιότερα, δηλαδή επικρατεί μια «φρενίτις» μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων και μάλιστα των λειτουργικών ευχών με απρόβλεπτες συνέπειες.

Μια από τις συνέπειες, η χαρακτηριστικότερη, είναι να δημιουργούνται νέες ευχές της θείας Λειτουργίας, με την χρησιμοποίηση ομηρικών λέξεων. Δηλαδή, ενώ μερικές κινήσεις απλοποιούν τις ευχές στην λειτουργική γλώσσα, άλλες τις «εμπλουτίζουν» με ομηρικές λέξεις, πράγμα που δεν έκαναν οι Πατέρες της Εκκλησίας που γνώριζαν πολύ καλά και τον Όμηρο.

Θεωρώ ότι όλη αυτή η νοοτροπία πρέπει να αντιμετωπισθή από την Ιερά Σύνοδο, γιατί οι αυθαιρεσίες πρέπει να σταματήσουν. Στις ημέρες μας επιχειρείται αυτό που δεν γινόταν επί Τουρκοκρατίας, αν και τότε το μορφωτικό επίπεδο ήταν χαμηλό, ενώ σήμερα υψηλό.

Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα που έχουν διατυπωθή από πολλούς εναντίον της μεταφράσεως των λειτουργικών ευχών, ακόμη και τότε που ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος προσπάθησε να εισαγάγη την παράλληλη ανάγνωση των βιβλικών κειμένων και στην δημοτική γλώσσα και όπως είναι γνωστόν ο ίδιος αντιλήφθηκε την ζημιά που γινόταν στην ενότητα της Εκκλησίας και επανέφερε τα πράγματα στα παραδεδομένα. Πόσον μάλλον θα προκαλέση ζημιά η νέα τάση το να αλλοιώνωνται τα κείμενα της θείας Λειτουργίας, των ιερών Μυστηρίων και άλλων λειτουργικών κειμένων και να εισάγεται η δημοτική γλώσσα όχι παράλληλα με το πρωτότυπο κείμενο, αλλά αποκλειστικά. Κινδυνεύουμε να δούμε σχίσματα μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας μας.

Παρακάμπτοντας πολλά επιχειρήματα κατά της εισαγωγής της δημοτικής γλώσσας στην
θεία Λατρεία που ήδη έχουν διατυπωθή, θα αρκεσθώ μόνον στο να τονίσω ότι μια τέτοια προσπάθεια συνιστά έλλειμμα αληθινής ορθόδοξης θεολογίας, για να μην εκφρασθώ πιο σκληρά. Δείχνει ότι δεν υπάρχει η στοιχειώδης ορθόδοξη θεολογία, η μάλλον με τέτοιες ενέργειες εκφράζεται μια επιφανειακή ορθόδοξη θεολογία, που στηρίζεται στην πρακτική ωφελιμότητα. Η νοοτροπία αυτή ξεκινά από μια ποιμαντική ανάγκη, αλλ' όμως επιλέγεται η πιο εύκολη λύση. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια επιρροή από τον δυτικό σχολαστικισμό.

Ουσιαστικά, αυτή η νοοτροπία συνδέεται με τον «τελευταίο πειρασμό» του Χριστού που αντιμετώπισε επάνω στον Σταυρό από τους παρευρισκομένους εκεί: «σώσον σεαυτόν και κατάβα από του σταυρού... ο Χριστός ο βασιλεύς του Ισραήλ καταβάτω νυν από του σταυρού, ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν αυτώ» (Μαρκ. ιε , 30-32).

Όπως οι σύγχρονοι του Χριστού Ιουδαίοι, και μάλιστα οι Γραμματείς και οι Αρχιερείς, ήθελαν να κατεβή ο Χριστός από τον Σταυρό για να πιστεύσουν σε Αυτόν ότι είναι υιός του Θεού, ουσιαστικά ενέπαιζαν τον Χριστό, έτσι και τώρα με την πράξη της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων, κατά κάποιον τρόπο, θέλουν να κατεβάσουν την γνώση της θείας Λειτουργίας στο λογικό επίπεδο και όχι στην βίωση του μυστηρίου του Σταυρού. Ο Ιγνάτιος Μπραντζιανίνωφ έλεγε: «Ο Σταυρός είναι η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας».

Όμως, όπως ο Χριστός δεν ικανοποίησε αυτό το αίτημα και παρέμεινε στον Σταυρό, σώζοντας έτσι τους ανθρώπους από τον θάνατο, έτσι και εδώ, τηρουμένων των αναλογιών, πρέπει η θεία Λειτουργία και τα Μυστήρια να παραμείνουν στο ύψος της ορθοδόξου θεολογίας, που είναι εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως, και όχι να κατεβούν στο επίπεδο της νοησιαρχίας, του ορθολογισμού.

Λυπάμαι που κάνω αυτήν την αναφορά, αλλά θα προσπαθήσω να το επεξηγήσω με τα ακόλουθα.
1. Η γλώσσα των συμβόλων

Μέσα στην θεία λατρεία εκτός από την λεκτική γλώσσα υπάρχει και η γλώσσα των συμβόλων, δια της οποίας γίνονται κατανοητά και όσα δεν μπορούν να κατανοηθούν δια της γλωσσικής διατυπώσεως, η οποία ούτως η άλλως δεν είναι αρκετή για την πλήρη κατανόηση των λεγομένων και γιγνομένων.

Η γλώσσα των συμβόλων βιώνεται με το άναμμα του κεριού, τον ασπασμό των ιερών εικόνων, τις κανδήλες που φωτίζουν με το ιλαρό φως τους, τα ιερά σκεύη και όλα τα ευρισκόμενα και τελούμενα στον Ιερό Ναό, με τον τρόπο που γίνεται η Μικρά και η Μεγάλη Είσοδος, με την τυπική διάταξη των ιερών Ακολουθιών, με τις ιερατικές κινήσεις και ευλογίες κ.α.

Αξίζει να σημειωθή ότι ο Ιερεύς προκειμένου να εκφωνήση την αποστολική ευλογία η να ειρηνεύση, συγχρόνως ευλογεί και δια της χειρός τους παρευρισκομένους, οπότε η γλώσσα των λέξεων συμπληρώνεται με την γλώσσα των συμβόλων. Υπάρχει δε περίπτωση κάποιος να δη την Χάρη της ευλογίας, όπως συνέβη με έναν Τούρκο, τον Αχμέτ, ο οποίος δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, αλλά είδε τον Πατριάρχη να ευλογή και δια της ευλογίας είδε τις ακτίνες της θείας Χάριτος να εκπορεύωνται από την ευλογούσα χείρα του και να κατευθύνωνται στις κεφαλές όλων των παρισταμένων Χριστιανών, εκτός της δικής του, πράγμα που τον έκανε να πιστεύση στον Χριστό, να βαπτισθή και στην συνέχεια να μαρτυρήση.

Μέσα στην θεία Λειτουργία και μόνον με την γλώσσα των συμβόλων μπορεί να συμμετάσχη το μικρό παιδί, ο κωφάλαλος, αλλά και εμείς όταν συμμετέχουμε σε θεία Λειτουργία που γίνεται σε ξένες γλώσσες, τις οποίες δεν κατάνοούμε λογικά. Η ταύτιση της συμμετοχής μας στην θεία Λειτουργία η την λατρεία μόνον με την λεκτική γλώσσα, παραθεωρώντας την σημασία της συμβολικής γλώσσας, ουσιαστικά θεωρεί ότι πολλές κατηγορίες Χριστιανών δεν συμμετέχουν στην θεία Λειτουργία.

Επομένως, η υποτίμηση της γλώσσας των συμβόλων και η υπερτίμηση της λογικής επεξεργασίας στην μέθεξη της θείας λατρείας αποτελεί σοβαρό θεολογικό πρόβλημα.
2. Η λογικοκρατική θεώρηση της λατρείας

Η μετάφραση ευχών με σκοπό να κατανοηθή η θεία Λειτουργία, αναποδράστως οδηγεί στην άποψη ότι εκλαμβάνεται η λογική ως κέντρο της εκκλησιαστικής και μυστηριακής ζωής, πράγμα που συνιστά την λογικοκρατία και τον ορθολογισμό.

Λέγοντας αυτά, γνωρίζω ότι άλλο είναι ο ορθός λόγος που είναι απαραίτητος για την συνεννόηση μεταξύ των ανθρώπων, για την συγκρότηση και διάρθρωση της σκέψεως σε λογικά σχήματα, σε προτάσεις και την χρησιμοποίηση των λέξεων, και άλλο είναι ο ορθολογισμός που θεωρεί κέντρο όλων των πραγμάτων την λογική και δι' αυτής ερμηνεύει ακόμη και όσα έχουν σχέση με τον Θεό και τον άνθρωπο.

Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας η ψυχή του ανθρώπου δεν έχει μόνον την λογική ενέργεια, αλλά έχει και άλλες ενέργειες, όπως την νοερά ενέργεια, την φαντασία, την αίσθηση κλπ. Ακόμη, η λογική δεν είναι πηγή της γνώσεως, ακόμη και για τα ανθρώπινα πράγματα. Γι' αυτό και στην επιστήμη αναπτύχθηκε η λεγόμενη «συναισθηματική νοημοσύνη» που ισχυρίζεται ότι υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο «δύο μυαλά», ήτοι η λογική και το συναίσθημα και θεωρεί ότι είναι αναπηρία το να απολυτοποιή κανείς μόνον την λογική. Αυτό αποδεικνύεται και από την απεικόνιση του εγκεφάλου.

Επίσης, στις ημέρες μας αναπτύχθηκε και η λεγομένη υπαρξιακή φιλοσοφία και ψυχολογία, που θεωρούν ότι πέρα από την λογική υπάρχουν και άλλες λειτουργίες στο ανθρώπινο πρόσωπο. Εδώ βρίσκεται και το λάθος του διαφωτισμού, όπως απέδειξε αργότερα ένα άλλο ρεύμα ο ρομαντισμός, και αργότερα η μετανεωτερικότητα, που κατέρριψε την αυθεντία της λογικής.

Εάν αυτό συμβαίνη στα ανθρώπινα πράγματα, πολύ περισσότερο συμβαίνει στην ορθόδοξη θεολογία. Είναι γνωστόν ότι η άποψη ότι κέντρο της θείας γνώσεως είναι η λογική και η επεξεργασία που γίνεται από αυτήν, δημιούργησε τον σχολαστικισμό και όλο αυτό το σχολαστικό-ορθολογικό σύστημα που συναντούμε στον Θωμά τον Ακινάτη και μάλιστα στο έργο του «Summa Theologica».

Διαποτισμένος και ο Βαρλαάμ από τον δυτικό σχολαστικισμό έφθασε σε έναν αγνωστικισμό και ακόμη υποτιμούσε τις Αποκαλύψεις του Θεού και γι' αυτό θεωρούσε τους αρχαίους Έλληνας φιλοσόφους ανώτερους των Προφητών και των Αποστόλων. Θεωρώντας ότι η λογική είναι το ευγενέστερο στοιχείο του ανθρώπου που δόθηκε από τον Θεό, έθετε σε υποδεέστερη θέση τις οράσεις των Προφητών, που τις θεωρούσε «χείρω της ημετέρας νοήσεως».

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κονιορτοποίησε κυριολεκτικά το σημείο αυτό, γιατί, όπως δίδαξε, οι οράσεις των Προφητών, το άκτιστο Φως που είδαν οι Μαθητές στο Όρος Θαβώρ είναι μεγάλη αποκάλυψη και φανέρωση του Θεού στον άνθρωπο. Οπότε οι αγράμματοι Μαθητές αποδείχθηκαν ανώτεροι από τους φιλοσόφους που είχαν έντονη λογική.

Παρέθεσε μάλιστα πλήθος αγιογραφικών και πατερικών χωρίων, όπως και το εκπληκτικό χωρίο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ότι οι ορθόδοξοι θεολογούν «αλιευτικώς (όπως οι αγράμματοι Απόστολοι που ήταν αλιείς) και όχι αριστοτελικώς». Είναι δε κλασσικό το απόφθεγμα του ίδιου Αγίου: «θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι (=στοχασθήναι) δε αδυνατώτερον». Δεν μπορεί κανείς με την λογική να κατανοήση τον Θεό. Ο Θεός αποκαλύπτεται στην καρδιά του ανθρώπου και στην συνέχεια η λογική διατυπώνει, όσον είναι δυνατόν, αυτήν την Αποκάλυψη.

Το εκπληκτικό σύγγραμμα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά «Περί των ιερώς ησυχαζόντων», οι λεγόμενες «Τρεις τριάδες», αναλύει διεξοδικώς το θέμα αυτό και ουσιαστικά έχει κατοχυρωθεί συνοδικά.

Η άποψη ότι απαιτείται η λογική κατανόηση των λειτουργικών κειμένων για να συμμετέχουμε στην θεία λατρεία και να αποκτήσουμε την γνώση του Θεού αποκλείει τους αγραμμάτους από την λατρεία και την θεογνωσία, στερεί τα βρέφη, τα νήπια και τα παιδιά από την λατρεία και την θεία Κοινωνία.

Ο δυτικός σχολαστικισμός είναι εκείνος που οδήγησε στην πρακτική της αποσυνδέσεως του μυστηρίου του Βαπτίσματος από το μυστήριο του Χρίσματος και κατ' επέκταση από το μυστήριο της θείας Κοινωνίας μέχρι την εφηβεία. Η βάση αυτής της πρακτικής είναι ότι για να δεχθή το παιδί το Χρίσμα και να λάβη την θεία Κοινωνία πρέπει να κατανοή με την λογική του τα γινόμενα.

Εμείς χρίουμε τα βρέφη και τα κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, γιατί γνωρίζουμε από την θεολογία μας ότι και τα βρέφη λαμβάνουν την Χάρη του Θεού και πριν αναπτυχθή ο εγκέφαλος και η λογική, αφού και τότε ενεργεί μέσα τους η νοερά ενέργεια. Ακόμη και τα έμβρυα μπορούν να λαμβάνουν το Άγιον Πνεύμα, όπως έγινε με τον Τίμιο Πρόδρομο, που όταν ήταν έμβρυο έξι μηνών έγινε από τότε Προφήτης και κατέστησε και την Μητέρα του Προφήτιδα, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.

Αισθάνομαι ότι μια σχολαστική νοοτροπία επιχειρείται να εισαχθή στην Ορθόδοξη Εκκλησία με τις μεταφράσεις των λειτουργικών κειμένων, ότι πρέπει να καταλαβαίνουμε τα κείμενα λογικά για να συμμετέχουμε, πράγμα που ανατρέπει την βασική θεολογική αρχή περί της διπλής μεθοδολογικής γνώσεως, σύμφωνα με την οποία με άλλον τρόπο γνωρίζει κανείς την κτιστή αλήθεια και με άλλον τρόπο γνωρίζει κανείς την άκτιστη αλήθεια, τον Θεό, και μετέχει αυτής. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει μια ενιαία αλήθεια για τον Θεό και τον κόσμο, και δεν υπάρχει μια ενιαία μέθοδος γνώσεως του Θεού και του κόσμου, όπως υπεστήριζε στην πράξη ο δυτικός σχολαστικισμός.

Επομένως, η λογικοκρατική θεώρηση της θείας Λατρείας εισάγει ένα είδος σχολαστικισμού στην ορθόδοξη θεολογία.
3. Η λογική και νοερά λατρεία

Συνέπεια των προηγουμένων είναι ότι η λατρεία της Εκκλησίας διαιρείται σε λογική λατρεία και νοερά λατρεία και ο άνθρωπος που ζη πραγματικά μέσα στην Εκκλησία μπορεί να μετέχη παράλληλα και στις δύο λατρείες. Αυτή είναι η βάση του ορθοδόξου ησυχασμού, της ορθοδόξου νηπτικής ζωής. Κατά την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας η ψυχή του ανθρώπου είναι λογική και νοερά. Κατ' επέκταση υπάρχει η λογική λατρεία και η νοερά λατρεία.

Από την παράδοση της Εκκλησίας γνωρίζουμε ότι τα βρέφη έχουν νοερά ενέργεια, δια της οποίας μπορούν να βλέπουν αγγέλους και αγίους, ενώ δεν έχει ακόμη αναπτυχθή η λογική λειτουργία του εγκεφάλου, που θα τελειοποιηθή αργότερα, καθώς το παιδί θα μεγαλώνη.

Έτσι, κατά την θεία Λειτουργία δεν αρκεί μόνον η ανάπτυξη της λογικής λειτουργίας, αλλά κυρίως η ανάπτυξη της νοεράς λειτουργίας. Δηλαδή, η μετάφραση της αποστολικής ευλογίας στην δημοτική γλώσσα, ως «η Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατέρα και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος να είναι μαζί σας», δεν θα μπορέση ποτέ να δώση στον άνθρωπο να καταλάβη λογικώς τι είναι Χάρη του Κυρίου, η αγάπη του Θεού Πατέρα και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, τι είναι ο Τριαδικός Θεός και πως μπορούμε να μεθέξουμε της Χάριτός Του.

Αυτή η γνώση είναι θέμα νοεράς καρδιακής εμπειρίας. Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο για αρραβώνα που δίνεται στην καρδιά: «Ο δε βεβαιών ημάς συν υμίν εις Χριστόν και χρίσας ημάς Θεός, ο και σφραγισάμενος ημάς και δους τον αρραβώνα του Πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών» (Β  Κορ. α , 21-22).

Άλλωστε, ο Χριστός στους μακαρισμούς Του τόνισε την απαραίτητη προϋπόθεση της καθαρής καρδιάς για την όραση του Θεού και όχι την έξαψη της λογικής: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε', 8). Το ίδιο συναντούμε και στις επιστολές των Αποστόλων, όπου γίνεται λόγος για την καρδιά ως προϋπόθεση και βάση της θεοπτίας.

Είναι δε γνωστόν ότι ο Χριστός όταν εμφανίσθηκε στους Μαθητές Του «διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τας γραφάς» (Λουκ. κδ , 45). Η γνώση του μυστηρίου που εκφράζεται με λέξεις γίνεται στον νου του ανθρώπου δια της Αποκαλύψεως του Θεού. Αυτό το βλέπουμε εμφανώς στην ευχή προ του Ευαγγελίου: «Έλλαμψον εν ταις καρδίαις ημών, φιλάνθρωπε Δέσποτα, το της σης θεογνωσίας ακήρατον φως και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς (τον νου) εις την των ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν... Συ γαρ ει ο φωτισμός των ψυχών και των σωμάτων ημών...».

Ο βασικός σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να κατανοήση λογικώς τις λέξεις, αλλά να εισέλθη στο βάθος του μυστηρίου, να βιώση και να μεθέξη την κένωση του Υιού και Λόγου του Θεού, δια της αποκαλύψεως του Θεού στην καθαρή καρδιά του. Γι' αυτό και η αποφατική θεολογία είναι «ο Γολγοθάς της ανθρώπινης λογικής».

Αυτό σημαίνει ότι η θεία Λειτουργία, που είναι λογική λατρεία, συνδέεται στενά και με την νοερά λατρεία. Άλλωστε, η Βασιλεία του Θεού για να την οποία κάνουν λόγο πολλοί σύγχρονοι ερμηνευτές και ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι, που είναι η φανέρωση και η μέθεξη της ακτίστου Χάριτος του Θεού, δεν είναι υπόθεση λογικής επεξεργασίας, αλλά υπόθεση καθαρού νοός και καθαράς καρδίας.

Τα βρέφη, τα παιδιά και οι Άγιοι συμμετέχουν στην θεία Λειτουργία, κάνοντας νοερά λατρεία μπορεί να βλέπουν υπερκόσμια χοροστασία, για την οποία ομιλούν οι Άγιοι, μπορεί να βλέπουν αγγέλους, ενώ όσοι στηρίζονται στην λογική κατανόηση των λέξεων έχουν πλήρη άγνοια της γνώσεως του Μυστηρίου.

Στην βιογραφία του αγίου παπα-Νικόλα Πλανά διαβάζουμε ότι ένα παιδάκι που είχε ανεπτυγμένη την νοερά ενέργεια έβλεπε τον λειτουργούντα άγιο παπα-Νικόλα να υπερυψούται του εδάφους, και το φώναξε με ενθουσιασμό στην μητέρα του. Θεωρώ ότι το παιδάκι αυτό μετείχε της θείας Λειτουργίας πραγματικά, έστω κι αν δεν καταλάβαινε τις λέξεις, ενώ οι άλλοι που πρόσεχαν με την λογική απλώς παρακολουθούσαν. Η για να εκφρασθώ με άλλον τρόπο, δεν μπορώ να αποκλείσω το παιδάκι αυτό από την μέθεξη της λατρείας, επειδή δεν μπορούσε να κατανοήση τις λέξεις. Μάλλον θεωρώ ότι μετείχε της θείας Λειτουργίας καλύτερα από άλλους εγκρατείς φιλολόγους που γνωρίζουν την ετυμολογία και την έννοια των λέξεων.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «η ικανότης ημών εκ του Θεού, ος και ικάνωσεν ημάς διακόνους καινής διαθήκης, ου γράμματος, αλλά πνεύματος· το γαρ γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β  Κορ. γ , 5-6).

Επομένως, η παραθεώρηση της νοεράς λατρείας συνιστά έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας.

Γενικά, όσοι απλοποιούν τις λέξεις της θείας λατρείας ακόμη και αυτές που έχουν «υψηλό, εννοιολογικό, εικονικό, συμβολικό και βιωματικό επίπεδο» για να γίνουν κατανοητές λογικά αφ' ενός μεν καταστρέφουν τον πολιτισμικό μας πλούτο, αφ' ετέρου δε αγνοούν την ορθόδοξη θεολογία στην πλήρη έκφρασή της. Η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι σχολαστική, ορθολογιστική, αλλά αποκαλυπτόμενο μυστήριο. Και το μυστήριο δεν κατανοείται απλώς λογικά.

Ὅσιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος – Περί Θεολογίας


                                   
    Στις 12 Οκτωβρίου η Ορθόδοξος Εκκλησία εορτάζει τήν μνήμη του οσίου καί θεοφόρου πατρός ημών Συμεώνος του νέου Θεολόγου.
    Ο όσιος Συμεών ήκμασε στά τέλη του 10ου καί στίς αρχές του 11ου αιω. στήν Κων/λη. Γεννήθηκε τό 957 καί κοιμήθηκε τό 1035. Ήταν ηγούμενος της  Ιεράς Μονής του Στουδίου.
    Γιατί, όμως, ονομάσθηκε «νέος θεολόγος»; Ονομάσθηκε από τούς μαθητές του «νέος» γιά νά ξεχωρίζει από τούς παλαιούς θεολόγους˙ τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο καί τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο.
    Όπως είναι γνωστό η Ορθόδοξος Εκκλησία έδωσε τόν τίτλο «θεολόγος» καί αναγνωρίζει μόνο τρεις αγίους ως «θεολόγους»˙ τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο, τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τόν  όσιο Συμεώνα τόν νέο Θεολόγο.

Μόνο αυτοί οι τρεις είναι οι πιό γνήσιοι καί πιό αυθεντικοί θεολόγοι, μετά, βεβαίως, από τόν ίδιο τόν Θεό Λόγο, τόν Χριστό. Γιατί, θεολόγος αποκαλείται αυτός πού έχει δει τόν Θεό Λόγο, πού έχει εμπειρία του Θεού Λόγου. Θεολόγος εν πρώτοις είναι ο θεόπτης, ο αυτόπτης καί αυτήκοος του Θεού Λόγου. Θεολογία είναι η θεοπτία. Με την έννοια αυτή οι πρώτοι θεολόγοι είναι οι άγιοι Απόστολοι, που είδαν, έζησαν και βίωσαν με τον Χριστό.
Θεολόγος, κατά δεύτερον, είναι ο «επόμενος τοις αγίοις πατράσι», είναι αυτός που ακολουθεί πιστά και με πνεύμα ταπεινώσεως τους γνησίους και αυθεντικούς θεολόγους και θεόπτες, τους αγίους Αποστόλους και τους αγίους Πατέρες. Θεολόγος, επίσης, είναι καί όποιος προσεύχεται. «Ει προσεύχη, θεολόγος ει», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Το Ορθοδόξως θεολογείν είναι το αλιευτικώς θεολογείν και όχι το αριστοτελικώς και φιλοσοφικώς θεολογείν, όπως συμβαίνει κατ’αρχήν στην αιρετική και εκπεσούσα Δύση, ιδίως στις αιρετικές παρασυναγωγές του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, και κατά δεύτερον στην καθ’ημάς Ανατολή, ιδίως στους κόλπους της παναιρέσεως του συγκρητιστικού Οικουμενισμού.
Θεολόγος δέν καθίσταται όποιος περνά μέ εξετάσεις στις Θεολογικές και Εκκλησιαστικές Σχολές και Ακαδημίες, φοιτά σ’αυτές καί παίρνει τό πτυχίο θεολογίας, το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό και ακόμη γίνεται πανεπιστημιακός, ακαδημαϊκός καθηγητής θεολογίας. Γιατί, όπως έχει αποδειχθεί πολλές φορές ιστορικά και αποδεικνύεται και μέχρι σήμερα, πολλοί απ’αυτούς τούς πτυχιούχους καί ακαδημαϊκούς θεολόγους, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, κηρύττουν και πράττουν αντίθετα πράγματα πρός τήν Ορθόδοξη θεολογία και πίστη, το Ευαγγέλιο, την Αγία Γραφή, τους Ιερούς Κανόνες, τους Αγίους Πατέρες και την εν γένει Ορθόδοξη Παράδοση καί καταντούν αθεολόγητοι θεολόγοι ή καλύτερα θολολόγοι, σύμφωνα με τον Γέροντα Παΐσιο, καταντούν αντίχριστοι, άθεοι, αιρετικοί, οικουμενιστές, επειδή τούς λείπει ακριβώς αυτή η εμπειρική σχέση μέ τόν ίδιο τόν Θεό Λόγο.
Επομένως, η θεολογία είναι πρωτίστως εν Χριστώ βίωμα καί εμπειρία καί όχι ξερές ακαδημαϊκές, γνωσιολογικές καί νοησιαρχικές σπουδές και γνώσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η σωστή, ορθόδοξη θεολογία καλλιεργήθηκε καί καλλιεργείται στά μοναστήρια (όσα απ’αυτά παραμένουν ορθόδοξα και δεν έχουν κλίνει γόνυ στον οικουμενισμό) καί ότι από’κει έβγαιναν καί βγαίνουν οι πραγματικοί θεολόγοι καί όχι από τίς σχολές.
    Ένας μεγάλος θεολόγος της περιόδου της Τουρκοκρατίας, ο όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών Νικόδημος ο Αγιορείτης ο Νάξιος, στο βιβλίο του «Νέα Κλίμαξ» , ομιλώντας περί θεολογίας, καταθέτει τα εξής αξιοπρόσεκτα :
    «Γνωρίζω ότι το χάρισμα της ιεράς θεολογίας είναι το υψηλότερο και πλατύτερο απ’όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Γι’αυτό και τα σκεπάζει όλα, όπως η όρνις (η κότα) σκεπάζει τα νοσσία της (τα κοτοπουλάκια της), όπως έλεγε, παρομοιάζοντας το χάρισμα, ο όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης. Γι’αυτό και περισσότερο από τα άλλα χαρίσματα ελκύει και κεντά την καρδιά, την αγάπη και τον έρωτά της.
Γιατί, όπως το υποκείμενο της θεολογίας είναι το πάντων ανώτατο και ερωτικώτατο, επειδή είναι αυτό το υπέρτατο όν και άκρον εφετόν, δηλ. ο άγιος Τριαδικός Θεός, έτσι και η περί αυτού θεολογία είναι η πάντων υπερτάτη και ερασμιωτάτη. Γι’ αυτό έτσι ορίζει την θεολογία ο όσιος Ιωσήφ ο Βρυέννιος στον τρίτο λόγο του περί Τριάδος : «Θεολογία είναι τέχνη τεχνών και επιστήμη κατ’εξοχήν των επιστημών, της οποίας αρχή και υποκείμενο και τέλος είναι αυτός ο Θεός» . Και εξηγεί στον πέμπτο λόγο του περί Τριάδος την αιτία : «Γιατί η θεολογία υπέρκειται κατ’ασύγκριτο λόγο της φιλοσοφίας και δεν υπόκειται σ’αυτή» .
    Στη συνέχεια ο Όσιος Νικόδημος μάς δίνει τις προϋποθέσεις του θεολογείν, μάς συμβουλεύει και μάς παρακινεί όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς : «Εάν, λοιπόν, κι εσύ, αγαπητέ, ποθείς να αποκτήσεις το χάρισμα αυτό, πρέπει να γνωρίζεις και να φυλάττεις τα ακόλουθα οκτώ πράγματα :
    Α) Πρέπει να φυλάττεις τις εντολές του Θεού και διά της πράξεως να ανεβαίνεις στη θεωρία, καθώς μάς συμβουλεύει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον πρώτο λόγο του περί θεολογίας .
    Β) Πρέπει να υποτάσσεις το σώμα και τα πάθη του σώματος και να καθαίρεις τις αισθήσεις του σώματος και της ψυχής. Προτού να καθάρεις τον εαυτό σου, δεν είναι ασφαλές για’σένα ούτε οικονομία ψυχών να λάβεις ούτε να θεολογείς, όπως παραινεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον πρώτο λόγο του περί θεολογίας : «Διά τούτο καθαρτέον εαυτόν πρώτον, είτα τω καθαρώ προσομιλητέον».  Εάν δεν έφθασες στην τελεία κάθαρση, αλλά ακόμη καθαίρεσαι, δεν ταιριάζει να θεολογείς : «Ου γαρ του παντός θεολογείν, αλλά των κεκαθαρμένων, ήγουν των καθαιρουμένων, το μετριώτατον». Λέει και ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο συγγραφεύς της Κλίμακος, ότι το τέλος της καθάρσεως είναι υπόθεση θεολογίας, αύξηση φόβου, αρχή αγάπης.

    Γ) Πρέπει να γνωρίζεις ότι η θεολογία είναι διττή : α) προηγουμένη και β) επομένη.                           α) Προηγουμένη θεολογία είναι αυτή, που διαλέγεται περί της υπάρξεως του Θεού. β) Επομένη θεολογία είναι αυτή, που συνάγει, που συμπεραίνει, από τη δημιουργία και την πρόνοια των κτισμάτων, ότι υπάρχει Θεός, που δημιούργησε τα πάντα και προνοεί γι’αυτά. Αλλά και ο Θεοφόρος Μάξιμος ο Ομολογητής  στη β΄ εκατοντάδα των θεολογικών κεφαλαίων διττή λέει ότι είναι η θεολογία : α) καταφατική και β) αποφατική. 
α) Καταφατική θεολογία ή κατάφαση είναι «η των όντων θέσις», δηλ. η απόδοση θετικών ιδιοτήτων στο Θεό, λόγω της αιτιώδους σχέσεώς Του με τον κόσμο. Η καταφατική θεολογία αναφέρεται στην προσιτή, καταληπτή και γνωστή όψη του Θεού. Λέμε π.χ. ότι ο Θεός είναι αγαθός, σοφός, παντοδύναμος, δίκαιος κ.λπ. β) Αποφατική θεολογία είναι απόδοση αποφατικών, αρνητικών ιδιοτήτων στο Θεό, με τα οποία διαφοροποιείται πλήρως από την κτιστή πραγματικότητα και μέσω των οποίων υπογραμμίζεται η υπεροχή του Θεού έναντι των κτιστών όντων. Η αποφατική θεολογία αναφέρεται στην απρόσιτη, ακατάληπτη και άγνωστη όψη του Θεού. Λέμε π.χ. ότι ο Θεός είναι άκτιστος, άναρχος, αόρατος, άχρονος, αΐδιος, ακατάληπτος, απρόσιτος, ανερμήνευτος, υπέρχρονος, υπερέκεινα κ.λπ.

Η αποφατική θεολογία είναι υψηλότερη της καταφατικής. Ο Θεός, όμως, τελικώς, είναι υπεράνω, υπέρκειται τόσο της καταφατικής όσο και της αποφατικής θεολογίας. Και ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στο «Περί θείων ονομάτων»  έργο του σε δύο διαιρεί την θεολογία : α) σε ενωμένη και β) σε διακεκριμένη. α) Ενωμένη θεολογία ονομάζεται τα φυσικά ιδιώματα της θείας ουσίας, που είναι κοινά σ’αυτή. Δηλ. το υπεράγαθο, το υπέρθεο, το υπερούσιο, το υπέρζωο, το υπέρσοφο, η αγνωσία, το παννόητον, η πάντων θέση, η πάντων αφαίρεση, το υπέρ κάθε θέση και αφαίρεση. Και όλα τα αιτιολογικά, δηλ. το αγαθό, το καλό, το όν, το ζωογόνο, το σοφό. Και όλα όσα προέρχονται από τις αγαθοπρεπείς δωρεές της Θεότητος, δηλ. η πάντων αγαθών αιτία.
β) Διακεκριμένη θεολογία είναι τα υπερούσια ονόματα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, χωρίς να υπάρχει σ’αυτά καμμία αντιστροφή ή να εισάγεται κάποια κοινότητα. Διακεκριμένα είναι επίσης και τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Δηλ. το αγέννητο για τον Πατέρα, το γεννητό για τον Υιό και το εκπορευτό για το Άγιον Πνεύμα. Διακεκριμένη, επίσης, είναι η παντελής και αναλλοίωτη ύπαρξη του Ιησού.

    Δ) Πρέπει να διαβάζεις και να μελετάς την Παλαιά Γραφή και μάλιστα τη Νέα, γιατί η Αγία Γραφή θεολογία ονομάζεται σε πολλά μέρη από τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Ο ίδιος ο άγιος ονομάζει τους θείους Αποστόλους κυρίως θεολόγους. Μελέτησε επίσης την δογματική θεολογία, ιδίως του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, την επιτομή των δογμάτων της πίστεως του κυρού Αθανασίου, την δογματική πανοπλία και τους θεολογικούς λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του Μ. Βασιλείου, του οσίου Μαξίμου του Ομολογητού, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του οσίου Ιωσήφ του Βρυεννίου κ.ά.
    Ε)  Πρέπει να γνωρίζεις αυτό, που παραγγέλλει ο όσιος Ιωσήφ ο Βρυέννιος στον πρώτο λόγο του περί Τριάδος  : «Πρέπει αυτός που θεολογεί πριν από κάθε άλλο πράγμα να γνωρίζει επιστημονικώς τους όρους των θείων ονομάτων και επισταμμένως την σημασία τους. Δηλ. τί σημαίνει Μονάδα στον Θεό και τί Τριάδα. Τί Πατήρ, τί Υιός, τί Πνεύμα. Τί Θεότητα, ουσία, φύση, μορφή και είδος, τα οποία όλα ένα και το αυτό δηλώνουν. Τί ιδίωμα, υπόσταση, πρόσωπο, χαρακτήρας και άτομο, τα οποία όλα ένα και το αυτό δηλώνουν. Τί ενούσιο, τί ομοούσιο, τί ενυπόστατο κ.τ.λ.».

    ΣΤ) Πρέπει να γνωρίζεις τον Κανόνα, που παραδίδει ο ίδιος ο όσιος Ιωσήφ ο Βρυέννιος σ’αυτούς, που μελετούν τα θεολογικά βιβλία, λέγοντας στον έκτο λόγο του περί Τριάδος  : «Αυτοί, που ακούνε τις θεολογικές φωνές, αυτό προ πάντων θα πρέπει να λογίζονται, ότι στην θεία Τριάδα υπάρχει μία ουσία και τρείς υποστάσεις. Αυτός είναι ο ακριβής κανόνας για όσους ακούνε συνετώς τα θεολογικά (πράγματα). Ποτέ δεν πρέπει αυτά, που λέγονται εξαιρέτως για την θεία ουσία, να τα προσάπτουμε στις τρεις υποστάσεις, ούτε αυτά, που λέγονται για τις τρεις υποστάσεις, να νομίζουμε ιδίως ότι είναι κοινά και στη θεία φύση». Εδώ βεβαίως γίνεται λόγος περί της διακρίσεως, που διακατέχει την Ορθόδοξη Θεολογία, μεταξύ ουσίας και υποστάσεως, φύσεως και προσώπου.

    Ζ) Εάν αγαπάς να θεολογείς, άκουσε τί σε διδάσκει ο θεοφόρος και θεολόγος όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, λέγοντας στο κζ΄ κεφ. της β΄ εκατοντάδος των περί αγάπης κεφαλαίων  : «Όταν πρόκειται να θεολογήσεις, μην αναζητήσεις τους λόγους περί της ακαταλήπτου ουσίας και φύσεως του Θεού. Αυτούς δεν πρόκειται να τους βρει ποτέ ανθρώπινος νους. Αλλά αναζήτησε τους λόγους περί των ενεργειών του Θεού, δηλ. τους λόγους περί αϊδιότητος, απειρίας, αοριστίας, αγαθότητος, σοφίας, δημιουργικής και προνοητικής δυνάμεως». Εδώ βεβαίως γίνεται λόγος περί της διακρίσεως, που διέπει την Ορθόδοξη Θεολογία, μεταξύ ακτίστου, αμεθέκτου θείας ουσίας και ακτίστων, μεθεκτών θείων ενεργειών.

    Η) και τελευταίο, φύλαττε για πάντα, δηλ. παρακάλεσε το Άγιον Πνεύμα, αδελφέ, να χαρίσει και σ’εσένα το δώρο της θεολογίας ή καλύτερα της θεοπτείας. Διότι, η θεολογία δίδεται εν Αγίω Πνεύματι. Γιατί, γνώριζε ότι σε όποιου ανθρώπου την καρδιά ενεργεί η Χάρις του Αγίου Πνεύματος, αυτός ευθύς είναι θεολόγος απλανής και ασφαλέστατος. Αντιθέτως, σε όποιου ανθρώπου την καρδιά δεν ενεργεί το Άγιον Πνεύμα, αυτός όσα κι αν θεολογεί, είναι λόγοι που έρχονται έξωθεν, εξ ακοής και όχι από την καρδιά, που ενεργείται από το Άγιον Πνεύμα, όπως λέει και ο Κάλλιστος ο Καταφυγιώτης, ο υψίνους εκείνος θεολόγος, στη Φιλοκαλία . Εάν, λοιπόν, θεολογείς, ενεργούμενος από το Άγιο Πνεύμα, δόξα και τιμή προσφέρεις στον Θεό.
    Αυτές είναι, σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, οι οκτώ προϋποθέσεις του ορθοδόξως θεολογείν.
    Όσον αφορά την σημερινή εποχή μας, τις αποκαλυπτικές και έσχατες αυτές ημέρες, που ζούμε, είναι δυστύχημα και θλιβερό να διαπιστώνει κανείς ότι οι παραπάνω πνευματικές προϋποθέσεις του ορθοδόξως θεολογείν δεν τηρούνται από την πλειάδα των θεολόγων. Μόνο ένα ευσεβές λήμα τις διασώζει.
    Είναι απαραίτητο και αναγκαίο να κάνουμε την παρακάτω διάκριση : Να διακρίνουμε τούς παραδοσιακούς, πατερικούς, ορθοδόξους θεολόγους από τους εκσυγχρονιστές, μεταπατερικούς, οικουμενιστές θεολόγους. Οι παραδοσιακοί, πατερικοί, ορθόδοξοι θεολόγοι εκφράζουν την αληθινή, την όντως Ορθόδοξη Θεολογία, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην Αγία Γραφή, στο Ευαγγέλιο, στις άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους, στους Ιερούς Κανόνες, στα συγγράμματα των αγίων Πατέρων και την εν γένει Ιερά Παράδοση. 
Οι οικουμενιστές θεολόγοι εκφράζουν μία καινή (καινούργια-νεωτεριστική) και κενή (άδεια) θεολογία ή μάλλον ψευδοθεολογία, θολολογία των παθών τους. Προωθούν την παναίρεση του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού Οικουμενισμού, ο οποίος είναι η χειρότερη και μεγαλύτερη εκκλησιολογική αίρεση όλων των εποχών και ο τελευταίος πρόδρομος του Αντιχρίστου, διότι στόχο έχει να ενώσει όλες τις αιρέσεις και θρησκείες, σε μία παγκόσμια θρησκεία, ένα παγκόσμιο θεό, προσβάλλοντας την αποκλειστικότητα και τη μοναδικότητα της σωτηρίας, που κατέχει και παρέχει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξος Εκκλησία, και αδιαφορώντας για τις τεράστιες δογματικές και θεολογικές διαφορές.
Οι Οικουμενιστές θεολόγοι πρωτοστατούν στην αποστασία εκ της Πίστεως, στη νόθευση των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας και στην προδοσία των ιερών κανόνων. Συλλειτουργούν με τους αιρετικούς, διοργανώνουν διαχριστιανικές και διαθρησκειακές διασκέψεις, αναγνωρίζουν τους Παπικούς και τους Προτεστάντες ως μέλη κανονικών «Εκκλησιών», προσκαλούν τον Πάπα στις ορθόδοξες έδρες τους, διοργανώνουν συμπροσευχές με τον Πάπα, τον προσφωνούν «αγιώτατο αδελφό», τον υποδέχονται ως «ευλογημένο ερχόμενο», προσπαθούν να περιθωριοποιήσουν την Πατερική θεολογία και τους αγίους Πατέρες με τους θεολογικούς διαλόγους για το πρωτείο του Πάπα και με την καινοφανή αίρεση της μεταπατερικής, νεοπατερικής, συναφειακής «θεολογίας», νοθεύουν το ορθόδοξο μυστήριο της Βαπτίσεως, αναγνωρίζουν τα «μυστήρια» και την «ιερωσύνη» του Βατικανού, προχωρούν στην περιθωριοποίηση του ιερού ράσου και την απαλλαγή του κλήρου απ’ αυτό.
Χωρίς ίχνος ντροπής αποδέχονται την χειροτονία των γυναικών, τις παστόρισσες και τις επισκοπίνες, οι οποίες αρκετές φορές είναι και ομοφυλόφιλοι, και παρακάθονται μαζί τους στο λεγόμενο «Π.Σ.Ε», το προωθημένο όργανο επιβολής του Οικουμενισμού, το οποίο μάλλον πρέπει να λέγεται Παγκόσμιο Συνονθύλευμα Αιρέσεων και Π.Σ.Ε.ύδους, όπως έγινε πρόσφατα, αρχές του περασμένου Σεπτεμβρίου, στην Κρήτη, στην εκεί Οικουμενιστική Ακαδημία Κρήτης (ΟΑΚ). 
Διακηρύσσουν ότι «κατά βάθος μία εκκλησία ή ένα τέμενος (τζαμί) αποβλέπουν στην ίδια πνευματική καταξίωση», ότι το κοράνιο είναι «άγιο» και «σπουδαίο», το οποίο προσφέρουν ως δώρο, αντί της Αγίας Γραφής, ότι οι εβραϊκές συναγωγές είναι «τόποι λατρείας του Θεού» και είναι «ευλογημένες», ότι με τους Εβραίους, τους σταυρωτές του Κυρίου μας, μάς ενώνουν κοινά θεμέλια, οι Ιερές Γραφές, οι Πατριάρχες και οι Προφήτες, κ.ά. φοβερά και τραγικά και βλάσφημα.

Είναι δυστύχημα και πολύ οδυνηρό να διαπιστώνει κανείς ότι στη σημερινή εκκλησιαστική πραγματικότητα-κατάσταση, στο τωρινό εκκλησιαστικό γίγνεσθαι, σε καίριες ηγετικές εκκλησιαστικές θέσεις και αξιώματα κυριαρχούν οι οικουμενιστές θεολόγοι. Και δεν είναι καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι  ορθόδοξη θεολογία διέρχεται μια κρίση. Κρίση οικουμενιστική. Βρίσκεται υπό οικουμενιστική αιχμαλωσία, δεμένη με οικουμενιστικά δεσμά.

Πολλά λέγονται για την κατάργηση ή μη των Θεολογικών, εκκλησιαστικών Σχολών, των Ακαδημιών, το άνοιγμα της Σχολής της Χάλκης. Ποιος ο σκοπός όμως της υπάρξεώς τους, όταν η πλειάδα των καθηγητών τους, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, έχουν οικουμενιστική νοοτροπία και διδάσκουν στους φοιτητές ανοικτά πλέον τον οικουμενισμό; Ποια η προσφορά τους; Το να καυχώνται ότι βγάζουν οικουμενιστές θεολόγους;
Προς τι το όφελος για την Ορθοδοξία, όταν η μία Σχολή ανακηρύττει τους αιρετικούς Μονοφυσίτες ως Ορθοδόξους ή όταν αρνείται την ορθόδοξη επιχειρηματολογία εναντίον της χειροτονίας των γυναικών; Ή όταν η μία Ακαδημία διδάσκει την μεταπατερική αίρεση, τη λειτουργική αναγέννηση-ανανέωση, τη μετάφραση των λειτουργικών μας κειμένων, την μετατροπή του κατηχητικού-ομολογιακού χαρακτήρος του μαθήματος των Θρησκευτικών σε θρησκειολογικό-μη ομολογιακό;
Ή όταν η άλλη Ακαδημία φιλοξενεί μετά χαράς την συνέλευση της κεντρικής επιτροπής του Π.Σ.Ε.; Σε τίποτε δεν οφελούν, αλλά μάλλον ζημία γίνεται, με την ακολουθούσα-εφαρμοζόμενη τακτική. Δεν τασσόμαστε βεβαίως υπέρ της καταργήσεως των ανωτέρων σχολών και ακαδημιών, αλλά θεωρούμε επιτακτική ανάγκη την μεταμόρφωσή τους από κέντρα οικουμενισμού σε κέντρα όντως ορθόδοξης, πατερικής θεολογίας.
    Τις παραπάνω, λοιπόν, οκτώ προϋποθέσεις, που μας ανέφερε ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ετήρησε και εφήρμοσε ο όσιος Συμεών και γι’αυτό ανεδείχθη αυθεντικός, γνήσιος και μέγας θεολόγος, θεόπτης.

    Ο όσιος Συμεών ονομάσθηκε «θεολόγος» εξαιτίας του βάθους της διδασκαλίας του. Γι’αυτό καί ο τύπος του ονόματος «Συμεών ο νέος Θεολόγος». Τό ότι αυτός μαζί μέ τούς άλλους δύο, τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο καί τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, μεταξύ όλων των άλλων εκκλησιαστικών ανδρών ονομάσθηκε Θεολόγος, είναι ενδεικτικό των τάσεών του. Όπως εκείνοι οι δύο, έτσι κι αυτός ομιλεί περί αγάπης, περί φωτός, περί αμέσου εμπειρίας του Θεού. Ο βιογράφος του, Νικήτας Στηθάτος, αναφέρει ότι θεολογούσε όπως ο ηγαπημένος άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος˙ «ως ο ηγαπημένος εθεολόγει».
    Στήν εποχή του οσίου Συμεώνος επικρατούσε η παρακάτω αίρεση. Πολλοί, ακόμη καί μοναχοί της μονής Στουδίου, αρνούνταν τήν δυνατότητα θεωρίας καί θεοπτίας. Ο αγγελικός βίος θεωρούνταν ως υπόθεση του μέλλοντος αιώνος καί η εξομοίωση μέ τούς παλαιούς πατέρες κρινόταν αδύνατη τώρα. Η μυστική οδός είχε λησμονηθεί από αιώνων. Σέ εποχή κατά τήν οποία από αιώνες είχε λησμονηθεί η παλαιότερη τάση γιά μυστική θεωρία του Θεού καί βασίλευε η τελετουργική τάξη, ο όσιος Συμεών ανέλαβε νέα πρωτοβουλία πρός αναζήτηση της εσωτερικής πνευματικής εμπειρίας. Δέν απέρριψε τά εξωτερικά μέσα της λατρείας ούτε περιφρόνησε τήν εκκλησιαστική οργάνωση, αλλά έδωσε τήν πρώτη θέση στήν προσωπική επαφή μέ τόν Θεό.

    Κατά τόν όσιο Συμεώνα, αδυναμία υπάρχει μόνο γιά εκείνους, οι οποίοι δέν επιδιώκουν τήν θεωρία καί τήν θεοπτία. Αυτοί, ισχυριζόμενοι αδυναμία, κλείνουν τήν άνοδο πρός τόν Θεό, τήν οποία άνοιξε ο Χριστός καί είναι πάνω από κάθε αίρεση αιρετικοί. Ο όσιος Συμεών ζητούσε από τούς μοναχούς τήν πράξη, αλλά καί κάτι πέρα απ’αυτήν˙ τήν θεωρία. Απαιτούσε νά καταστούν θεωρητικοί.
    Τα έργα, τα συγγράμματα του οσίου Συμεώνος είναι ουκ ολίγα και μεγίστης σημασίας. Έχει γράψει α) κεφάλαια πρακτικά και θεολογικά εκατόν ένα, β) κεφάλαια γνωστικά και θεολογικά είκοσι πέντε, γ) κεφάλαια θεολογικά και πρακτικά εκατό, δ) κατηχήσεις,  ε) λόγους και στ) θείων ερώτων ύμνους.

    Σύμφωνα μέ τήν πνευματική διδασκαλία του, ο όσιος Συμεών διακρίνει τρία στάδια πνευματικής τελειώσεως, κατά τά οποία επικρατούν αντιστοίχως η πράξη, η γνώση καί η θεολογία. Πράξη είναι κυρίως ο αγώνας γιά τήν απόκτηση της απαθείας. Γνώση είναι ο αγώνας γιά τήν κατανόηση του θείου. Θεολογία είναι η θεωρία των θείων, γι’αυτό καί ο όσιος εναλλάσσει τίς λέξεις θεωρία καί θεολογία. Η θεολογία είναι τό ύψιστο στάδιο τελειώσεως.
    Ο όσιος Συμεών είναι ο ποιητής, ο συγγραφεύς της εβδόμης ευχής της ακολουθίας προ της Θείας Μεταλήψεως, που λέει «Από ρυπαρών χειλέων, από βλερυράς καρδίας, από ακαθάρτου γλώσσης, εκ ψυχής ερρυπωμένης…». Στην ευχή αυτή, που είναι γραμμένη σε στίχο πολιτικό, ο όσιος περιγράφει με ζοφερό τρόπο την κατάσταση της αμαρτωλότητος του ανθρώπου και παρακαλεί τον Θεό να δεχθεί την δέηση.

"ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ" Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Ἰ. Καλλιακμάνης Καθηγητής Θεολογίας Α.Π.Θ.



 1. Ἡ ἔλευση τοῦ θανάτου στόν κόσμο

          Σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὁ θάνατος δέν προέρχεται ἀπό τήν ἀγαθή θεία βούληση. «Ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδέ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων»[1] ἀναφέρει τό βιβλικό λόγιο.

          Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο δεκτικό τῆς θνητότητας καί τῆς ἀθανασίας γράφει ὁ Καθηγητής Γ. Μαντζαρίδης στηριζόμενος στήν πατερική παράδοση. Τόν τοποθέτησε στό μεθόριο τῆς θνητῆς καί τῆς ἀθάνατης φύσης ʺδεκτικόν ἀμφοτέρωνʺ. Ἀκόμα καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δέν ἔχει φυσική ἀλλά κατά χάριν καί μετοχήν ἀθανασία. Δέν εἶναι δηλαδή ἀφ ἑαυτῆς ἀθάνατη, ἀλλά κτίσθηκε νά γίνει ἀθάνατη. Μόνο ὁ Θεός εἶναι ἀπό τή φύση του ἀθάνατος, ὡς αὐτοζωή καί πηγή τῆς ζωῆς. Ἡ φυσική ζωή, στήν ὁποία μετέχει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἔνθεη ὅμως ζωή εἶναι μετοχή στή θεοποιό ἐνέργειά του. Ἡ τελείωση στή ζωή αὐτήν, πού θά πραγματοποιοῦνταν μέ τήν τήρηση τῆς θείας ἐντολῆς, δηλαδή μέ τή διατήρηση τῆς μετοχῆς του στή θεία ἐνέργεια, ματαιώθηκε μέ τήν παρακοή[2].

           Ἡ αἰτία τῆς ἔλευσης τοῦ θανάτου στόν κόσμο βρίσκεται στόν ἄνθρωπο καί εἰδικότερα στήν κακή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του. «Δι̉ ἑνός ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τόν κόσμον εἰσῆλθε καί διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, καί οὕτως εἰς πάντας ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν»[3]. Ὁ Θεός δέ δημιούργησε ἐξαρχῆς τό θάνατο, ἐμπόδισε μάλιστα καί τή γένεσή του, χωρίς ὡστόσο νά παραβιάζει τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.

          Μέ ποιόν ὅμως τρόπο ὁ Θεός ἐμπόδισε τήν ἔλευση τοῦ θανάτου; Στό ἐρώτημα αὐτό δίνει ἀπάντηση ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγοντας ὅτι, ὁ Θεός φανέρωσε πρίν τήν πτώση τό θέλημά του, πού ὁδηγοῦσε στήν ἀθανασία. Καί προεῖπε φανερά καί ἀπείλησε ὅτι ἡ ἀθέτηση τῆς ζωοποιοῦ θείας ἐντολῆς θά ἦταν θάνατος. Τρεῖς δρόμους θά μποροῦσαν νά ἀκολουθήσουν οἱ πρωτόπλαστοι γιά νά ἀποφύγουν τό θάνατο. Τόν πόθο κοινωνίας μέ τό Θεό, πού ὁδηγοῦσε στό δεύτερο δρόμο, τήν ἀληθινή θεογνωσία, ἤ ἀκόμη καί τό δρόμο πού ἐμπνέει ὁ θεῖος φόβος,[4] γιά τήν ἀπώλεια τῶν θείων χαρισμάτων.

Οι υπαρξιακές και θεολογικές ρίζες του Ορθοδόξου Μοναχισμού



Οι υπαρξιακές και θεολογικές ρίζες του Ορθοδόξου Μοναχισμού
ΟΙ ΥΠΑΡΞΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ
ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ
Του μακαριστού Γέροντος Ευσεβίου Βίττη
Το ερώτημα

Ένα έντονο ερώτημα, που πάντα προβάλλει, αφού οι γενιές διαδέχονται η μια την άλλη και είναι φυσικό να προβάλλουν πάλι και πάλι σε κάθε γενιά, τα βαθιά υπαρξιακά πνευματικά ερωτήματα που απασχολούν τον άνθρωπο, ένα έντονο ερώτημα είναι κι ετούτο. γιατί ο μοναχισμός ακολουθεί τη δύσκολη και σκυθρωπή ατραπό της αρνήσεως των «ηδέων του κόσμου» και αναδέχεται το αβάσταχτο όπως φαίνεται στους πολλούς, φορτίο του πόνου και του μόχθου των ατέλειωτων και όχι σπάνια υπεράνθρωπων «ασκητικών ιδρώτων»; Δεν αποτελεί αυτός ο τρόπος βιοτής άρνηση ζωής; Ποιος ή ποιοι είναι οι βαθύτεροι λόγοι για μια τέτοια στάση;

Η θέση του ζητήματος

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολη με μόνο δυο λόγια, αν πρέπη να κατανοηθή σωστά το θέμα αυτό. Χρειάζεται γι’ αυτό μια διείσδυση στα βάθη της ανθρώπινης υπάρξεως, όπου έχει τις ρίζες του ο μοναχισμός. Και η διείσδυση αυτή είναι δυνατή με τη βοήθεια της πατερικής θεολογικής σκέψεως και θεωρήσεως του ανθρώπινου προβλήματος γενικώτερα, και για το ζήτημα που θέσαμε ειδικώτερα. Αυτό ακριβώς θα επιχειρηθή στη συνέχεια, ως ένα βαθμό βέβαια, γιατί η σε έκταση και βάθος ανάπτυξη του ζητήματος ξεπερνάει αναγκαστικά τα περιορισμένα όρια της σύντομης αυτής εργασίας, που μόνο μια πρώτη γεύση του όλου θέματος φιλοδοξεί να προσφέρη, το κατά δύναμιν βέβαια.
Ο μοναχισμός μέσα στην Εκκλησία μας αποτελεί έκφραση μιας απόλυτης κινήσεως για συνάντηση του Απόλυτου. Απόλυτη η κίνηση ανθρωπολογικά ως προς την ένταση και το βάθος του πόθου της ψυχής κατευθύνεται προς τον απερινοήτως Απόλυτον. Είναι δηλαδή κίνηση ολοκληρωτική προσώπου προς πρόσωπο, του ανθρώπινου προς το θείο.
Ως τέτοιος ο μοναχισμός ξεπερνάει τα όρια του οποιουδήποτε μοραλισμού (ηθικ(ολογ)ισμού) και ανάγεται στην ίδια την ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό και οι ρίζες του και η αφετηρία του πρέπει να αναζητηθούν στην ανθρώπινη φύση τέτοια, που είναι. Και αυτό σημαίνει αναζήτησή τους όχι τόσο σε ιστορικούς λόγους και κοινωνικές συνθήκες και εξωτερικούς εν πάση περιπτώσει όρους, όσο κι αν αυτοί δεν είναι ευκαταφρόνητοι, αλλά κυρίως στα βάθη της υπάρξεώς μας και κάτω από το φως της θεολογίας, που αποτελεί ό,τι πιο ουσιαστικό έχει να μας προσφέρη το Ευαγγέλιο, δηλαδή το εκτάκτως ευφρόσυνο και σωτηριώδες άγγελμα της Βασιλείας του Θεού στη γη. Και αυτό σημαίνει στροφή στην πατερική θεολογική ανθρωπολογία, που αποτελεί την πιο βαθειά και πιο γνήσια και αυθεντική θεώρηση του ανθρώπου με βάση την ευαγγελική διδαχή και την ανθρώπινη εμπειρία της μεταπτωτικής1 καταστάσεως της φύσεώς μας και της εν Χριστώ αναγεννήσεώς της.
Αν έχη σοβαρό και θετικό νόημα η ενασχόληση με την μοναχική πνευματικότητα και τα αφετηριακά της στοιχεία κάτω από το φως της θεολογίας υπό την αρχική της έννοια, ως γνώσεως και μυστικής κοινωνίας και εμπειρίας του Θεού, το έχει βέβαια όχι για ακαδημαϊκούς και θεωρητικούς λόγους, αλλά ως έκφραση ζωής που βιώθηκε και πρέπει να βιώνεται. Ο μοναχισμός στη γνήσια και την με όλο τον πόθο λαχτάρα για την όσο το δυνατόν βαθύτερη και ολοκληρωτική βίωσή του αποτελεί, θα λέγαμε, την ακοίμητη αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας και η πνευματικότητά του, τη συνεχή υπόμνηση του λυτρωτικού και σωτηριώδους έργου που έχει να επιτελέση στη γη, μέσα σε ένα κόσμο αιχμάλωτο της αμαρτίας, όχι εκκοσμικευόμενη η ίδια για να επιδράση τάχα επάνω του, αλλά αποπνευματωνόμενη κατά το ανθρώπινο όλο και πιο πολύ. Μόνον έτσι θα μπορή να επιδρά θετικά και ουσιαστικά ανάμεσά του και να αποτελή την ακατάπαυστη πρόκληση και πρόσκληση για σωτηρία «από των αμαρτιών αυτού» (Ματθ. α’ 21), γιατί αυτές αποτελούν ουσιαστικά την κύρια και βασική πηγή των ταλαιπωριών του και της ανείπωτης κακοδαιμονίας του.
Ως τέτοια η ορθόδοξη μοναχική πνευματικότητα και πραγματικότητα μας ενδιαφέρει όλους, γιατί η πνευματικότητα δεν είναι ζήτημα κάποιων λίγων προνομιούχων και δη μόνο των μοναχών. Η μοναχική πνευματικότητα ως αυθεντική έκφραση της πνευματικότητος της Εκκλησίας μας αφορά σε όλα τα μέλη της, εφόσον αυτά θέλουν να ανήκουν συνειδητά σ’ αυτήν και να «στοιχώσι τοις ίχνεσι» του Χριστού με κάθε συνέπεια στη ζωή τους (Α’ Πέτρ. β’ 21).
Κάναμε λόγο για τις ρίζες του Ανατολικού ορθόδοξου μοναχισμού. Είναι αναγκαία η αναγωγή και η αναφορά μας σ’ αυτές, γιατί έτσι μόνο, με τη συνειδητοποίησή τους, μπορούμε να εξηγήσουμε και να αντιληφθούμε σε κάποιο βαθμό τόσο την εσωτερική του υφή όσο και την εξωτερική του έκφραση με τις τρεις βασικές και θεμελιακές εκδηλώσεις του, της Παρθενικότητος, της Πτωχείας και της Υπακοής. Και οι τρεις αυτές εκφράσεις αποτελούν ριζική, ριζοσπαστική και επαναστατική στάση έναντι της φύσεώς μας. Και αυτό γιατί αποτελούν από τη μια μεριά άρνηση βασικών ψυχοβιολογικών ορμών, τάσεων και δυνάμεων της ανθρώπινης φύσεώς μας και από την άλλη βαθύτατη κατάφαση στην ίδια τη φύση όχι τέτοια που έγινε μεταπτωτικά, αλλά τέτοια που έγινε, ας μας επιτραπή η έκφραση, μεταλυτρωτικά, δηλαδή ύστερα από την τελείωση της εν Χριστώ θείας οικονομίας και το θαύμα της ανορθώσεώς της και της αποκαταστάσεώς της στο αρχαίο της κάλλος. Η κατάφαση αυτή πρέπει να νοηθή ως έκφραση της συνέργειας του ανθρώπου στο έργο της σωτηρίας του.

Η σύσταση του ανθρώπου και η έκπτωσή του από την αρχική του κίνηση

«Τί εστιν άνθρωπος;» ρωτάει ο ιερός Ψαλμωδός (Ψαλμ. η’ 5). «Πόθεν και τί και επί τίνι φέρεσθαι διά των ορωμένων γεγόναμεν;» ρωτάει ο όντως θεηγόρος και μεγάλος Μάξιμος ο Ομολογητής και εν αγίοις μοναχός (Β’ Θεολ. εκατ., μβ’, Φ, Β, 77)2.
Στα ερωτήματα αυτά δίνει απάντηση η θεία Αποκάλυψη, την οποία ερμηνεύει αυθεντικά η πατερική σκέψη. Ο άνθρωπος σύμφωνα με αυτήν είναι ον, στο οποίο «ψυχή λογική συνέζευκται σώματι γήθεν την ύπαρξιν έχοντι και προς τα κάτω βρίθοντι» (Θεόδωρος Εδέσσης, Θεωρητικόν, Φ. Α, 329, 26 εξ.). Η λογική ψυχή, λέει, είναι συνδεδεμένη στενά με το σώμα, που η ύπαρξή του είναι γήινη και έχει τάση προς τα κάτω. Και τα δυο αυτά στοιχεία, ψυχή λογική νοερά και σώμα υλικό, αν και είναι «εναντιώτατα», δηλαδή εκ διαμέτρου αντίθετα μεταξύ τους, αποτελούν μια ενότητα ασύγχυτη, χωρίς τροπή των επί μέρους συστατικών της του ενός στο άλλο. Ψυχή και σώμα αποτελούν μια υπόσταση, το ανθρώπινο πρόσωπο. Και είναι γι’ αυτό ο άνθρωπος «μεικτόν ζώον», στο οποίο κάθε συστατικό του ενεργεί κατά τη φύση του χωρίς να διασπάται η ενότητά του. Το υλικό σώμα «εφίεται», τείνει και προσκλίνει στα όμοιά του υλικά στοιχεία. Η πρόσκλιση αυτή και φορά αποτελεί την έκφραση βαθύτερης αμοιβαιότητος που ωθεί και έλκει τα όμοια για αλληλοβοήθεια και αλληλοστηριγμό στο είναι. Η σχέση αυτή και επικοινωνία σε ετούτου του είδους την αμοιβαιότητα πραγματοποιείται διά μέσου των αισθήσεων που μ’ αυτές είναι προικισμένο το σώμα. Το σώμα που ως υλικό είναι «βαρύ», «βρίθει» προς τα κάτω. Τα «κάτω» του είναι «προσφυή και εράσμια», γιατί ανήκει και αυτό στην υλική φύση (ο ίδιος Πατήρ ό.π.).
Αντίθετα για τη λογική και νοερά ψυχή, επειδή ακριβώς είναι «νοερά ουσία», ποθητά, εφετά, εράσμια και «ορεκτά» είναι τα αντίστοιχά της νοητά (Θεοδ. Εδέσ. ό.π.). Και σ’ αυτά τείνει και αυτά λαχταράει να απολαύση.
Στην ψυχή υπήρξε εμβεβλημένος «αρχήθεν» ο θείος έρως που την κάνει να τείνη πρώτιστα προς το Θεό και έπειτα προς όλα τα νοητά κατά τρόπον «εκστατικόν», δηλαδή βγαίνοντας απερινόητα από τον εαυτό της για να συναντήση το εραστό ή μάλλον τον Εραστόν. «Έστι δε και εκστατικός ο θείος έρως, παρατηρεί ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ουκ εών εαυτών είναι τους εραστάς, αλλά των ερωμένων. Και δηλούσι τα μεν υπέρτερα της προνοίας των καταδεεστέρων γινόμενα και τα ομόστοιχα των αλλήλων συνοχής και τα υφειμένα της προς τα πρώτα θειοτέρας συνοχής» (Διονύσιος Αρεοπαγίτης, στον Μάξιμο τον Ομολογητή, Ζ’ θεολ. εκατοντάς, πε’, Φ, Β, 183). Και με απλά λόγια:
Ο θείος έρως είναι από φυσικού του εκστατικός. Δεν αφήνει γι’ αυτό να ανήκουν στον εαυτό τους οι εραστές, όσοι δηλαδή εμφορούνται από αυτόν, αλλά τους κάνει να ανήκουν σ’ αυτούς που αποτελούν αντικείμενο του έρωτός τους, δηλαδή τους αγαπημένους τους. Το πράγμα αυτό γίνεται φανερό στο γεγονός ότι όσα όντα είναι ανωτέρας τάξεως δείχνουν φροντίδα για τα κατώτερα. Τα «ομόστοιχα», όσα δηλαδή είναι ισοδύναμα, ισόβαθμα, έχουν μια αμοιβαία συνοχή μεταξύ τους και όσα βρίσκονται σε κατώτερη βαθμίδα παρουσιάζουν μια θεϊκή συνεκτικότητα προς τα πρώτα.

Μέσα στον ερωτικό αυτόν κύκλο και την ερωτική κίνηση είναι εντεταγμένη και η ανθρώπινη ύπαρξη. Στην κίνηση όμως αυτή που θα έπρεπε να είναι εντελώς φυσική, σύμφωνα με όσα ήδη αναφέραμε, συναντάει δυσκολίες η ψυχή όχι γιατί είναι συνεζευγμένη με το σώμα, αλλά γιατί η ανθρώπινη φύση ξέφυγε από την αρχέγονη φυσική της κατάσταση. Στην αρχέγονη αυτή κατάσταση δεν υπήρχε για την ψυχή πρόβλημα εκστατικής ερωτικής φοράς και συναντήσεως. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε από τη στιγμή που συνέβη ένα μοιραίο, όσο και τραγικό γεγονός για την ανθρώπινη φύση, η πτώση των πρωτοπλάστων.
Ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, είχε όλη την άνεση να κινήται ανεμπόδιστα στην προς τα νοητά σχέση του με το νουν του και στην προς τα αισθητά με τις αισθήσεις του. Η κίνηση όμως αυτή είχε ένα σταθερό χαρακτηριστικό, παρά την άνεση σχέσεων προς τα νοητά και αισθητά. Ήταν τάση και κίνηση από τα αισθητά προς τα νοητά και όχι αντίστροφα. Ήταν πάντα αναγωγική και ανωφερής.
Με την πτώση όμως έχουμε μια ανατροπή και ταυτόχρονα μια αντιστροφή και αναστροφή της κινήσεως αυτής. Ο πρώτος άνθρωπος στράφηκε από τα άνω προς τα κάτω, από τα «κρείττω» προς τα «χείρω» (Θεοδ. Εδέσ. ό.π. σ. 330, 3), από τα νοητά προς τα αισθητά, από τα ουράνια προς τα επίγεια, από τον Κτίστη προς τα κτίσματα, από τον Δημιουργό του προς τον εαυτό του, με αποτέλεσμα να λατρεύη πια ο άνθρωπος «τη κτίσει παρά τον κτίσαντα» (Ρωμ. α’ 25). Έτσι «κατεφρόνησε της θεωρίας του Θεού και των όντων» (Θεοδ. Εδέσ. ό.π. σ. 330, 15). Απέδειξε επομένως τον εαυτό του ανάξιο για τη θεία αυτή ενασχόληση.
Δεν έπρεπε λοιπόν να ασχολήται με τα αισθητά ούτε να απασχολή τις αισθήσεις του για τον σκοπό αυτόν; Απαντώντας στο ερώτημα αυτό παρατηρεί ο άγιος Θεόδωρος ο Εδέσσης τα παρακάτω: «Λέγω δε ουχ ότι ουκ εχρήν τον Αδάμ αισθήσει κεχρήσθαι. Ου γαρ μάτην αυτώ περιέκειτο το σώμα, αλλ’ ότι των αισθητών εντρυφάν ουκ εχρήν, αλλά της καλλονής αντιλαμβανομένου των κτισμάτων προς τον αίτιον ανατρέχειν έδει. Και τούτου καντεύθεν κατατρυφάν μετά θαύματος, διπλώς έχοντα τας αφορμάς του θαυμάζειν τον κτίσαντα. Ου μην δε τοις αισθητοίς προσπαγήναι και ταύτα θαυμάζειν, ου τον ποιήσαντα, του νοητού κάλλους αφέμενον... επεί δε κακώς εκείνος τη αισθήσει χρησάμενος το αισθητόν εθαύμαζε κάλλος, ωραίου δόξαντος αυτώ του καρπού προς όρασιν και καλού εις βρώσιν, ου γενόμενος, αφήκε την απόλαυσιν των νοητών» (Θεόδ. Εδέσ., Θεωρητικόν, Φ, Α, 330, 5 εξ).
Δεν ισχυρίζομαι, λέει ο άγιος, ότι δεν έπρεπε να χρησιμοποιή ο Αδάμ τις αισθήσεις του. Δεν του δόθηκε άλλωστε χωρίς λόγο το σώμα. Και εννοώ ετούτο. δεν έπρεπε ο Αδάμ να σταθή στην εντρύφηση και στην απόλυτη απόλαυση των αισθητών. Αντίθετα έπρεπε να αντιλαμβάνεται την ομορφιά των κτισμάτων και να ανάγεται διά μέσου τους προς τον αίτιο και δημιουργό τους και έτσι με αφορμή τα δημιουργήματα να απολαμβάνη με αισθήματα θαυμασμού τον Δημιουργό τους έχοντας έτσι διπλή αφορμή θαυμασμού γι’ αυτόν. Δεν ήταν σωστό να προσκολληθή στα αισθητά και να θαυμάζη αυτά καθ’ εαυτά και όχι το δημιουργό τους, αφήνοντας έτσι το νοητό κάλλος και τη νοητή ομορφιά... Επειδή χρησιμοποίησε άσχημα τις αισθήσεις του κατέληξε στο να θαυμάζη το αισθητό κάλλος γιατί του φάνηκε ωραίος ο καρπός και καλός να τον γευτή. Όταν τον γεύτηκε, άφησε ήδη την απόλαυση των νοητών.

Ο άνθρωπος δέσμιος του ζεύγματος ηδονής – οδύνης

Αποτέλεσμα αυτής της προσκολλήσεως του ανθρώπου στα αισθητά ήταν η εγκατάλειψή του από το Θεό, που «έθετο σκότος την αποκρυφήν αυτού» (Ψαλμ. ιζ’ 12), χάθηκε δηλαδή ο Θεός από το οπτικό πεδίο της ψυχής του μέσα σε σκοτεινό πέπλο μυστηρίου. Ο άνθρωπος, βέβηλος τώρα, δεν είχε θέση στο χώρο του αγίου. Αγάπησε τα αισθητά. Του παραχωρήθηκε γι’ αυτό να ζη μ’ αυτά έχοντας πια όχι ως κύριο ή μάλλον κυρίαρχο όργανό του το νου του, αλλά τις αισθήσεις του, στις οποίες ο νους του υποδουλώθηκε. Τα αισθητήρια του νου αμβλύνθηκαν ως προς τα νοητά και η προσπάθεια για προσέγγι¬σή τους έγινε προβληματική για τον άνθρωπο.
Το πρώτο λοιπόν βήμα του πρωτόπλαστου ανθρώπου ήταν, πέφτοντας, η προχώρηση και προσχώρησή του στα αισθητά, από τα οποία και στα οποία φυλακίσθηκε, και η απώλεια του πνευματικού ορίζοντα, η αναγωγή στον οποίο θα αποτελούσε εφεξής και στην πιο καλή περίπτωση όνειρο απραγματοποίητο. Ακριβώς δε αυτή η κίνηση του ανθρώπου προς τα αισθητά ως απόλυτα υποκατάστατα του υπέρ τα νοητά και υπέρ πάσαν νόησιν Θεού ήταν η πρώτη παρά φύσιν ενέργειά του. Και η ενέργεια αυτή σήμαινε την εμφάνιση στην ψυχή του της παρά φύσιν, της αντίθετης προς τη φυσική του ως τότε κατάσταση, ηδονής και της σύστοιχής της ταυτόχρονα, αντίρροπης όμως ως προς αυτήν, οδύνης.
«Ο πρώτος άνθρωπος, παρατηρεί ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, προς τα αισθητά κατ’ αυτήν την πρώτην κίνησιν διά μέσης της αισθήσεως έσχε παρά φύσιν ενεργουμένην την ηδονήν. η τηνικαύτα πρόνοιαν ο της ημών σωτηρίας κηδόμενος προσέπηξεν, ώσπερ τινά τιμωρόν δύναμιν την οδύνην, καθ’ ην ο του θανάτου μετά σοφίας ενερριζώθη τη του σώματος φύσει νόμος περιορίζων της του νου μανίας παρά φύσιν επί τα αισθητά κινουμένην την έφεσιν» (Μαξίμου Ομολογητού, Στ’ θεολ. εκ. λγ’, Φ, Β, 153).
Ο πρώτος άνθρωπος, λέει, είχε ενεργούμενη μέσα του κατά την ίδια την πρώτη του κίνηση προς τα αισθητά διά μέσου των αισθήσεών του την παρά φύσιν ηδονή. Φροντίζοντας στοργικά για τη σωτηρία μας ο Θεός φύτεψε μέσα μας και δίπλα στην ηδονή ως αντίρροπή της δύναμη την οδύνη. Με την οδύνη ριζώθηκε με πολλή σοφία στη σωματική φύση ο νόμος του θανάτου περιορίζοντας έτσι την παρά φύσιν έφεση και μανιώδη επιθυμία του νου στην κίνηση της προς τα αισθητά.
Η εμφάνιση της οδύνης ταυτόχρονα με την ηδονή ήταν νομοτελής και αιτιώδης. «Και ενετείλατο Κύριος ο Θεός τω Αδάμ λέγων. από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω βρώσει φαγή, από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε απ’ αυτού. η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, θανάτω αποθανείσθε» (Γεν. β’ 16-17).
Η παρακοή θα είχε ως συνέπεια το θάνατο υπό πνευματική μεν έννοια αμέσως και το θάνατο υπό σωματική δε έννοια μέσα στο χρόνο. Προοίμιο και προοδοποίηση του θανάτου θα αποτελούσε πια η οδύνη ως ζωντανό σύμβολό του. Ο Θεός ήταν σαφής στην προειδοποίησή του. Η προειδοποίηση αυτή γινόταν τώρα μια τραγική πραγματικότητα. «Πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου. εν λύπαις τέξη τέκνα», είπε ο Θεός στην Εύα. Και στον Αδάμ. «επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου. εν λύπαις φαγή αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου. ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι, και φαγή τον χόρτον του αγρού... έως του αποστρέψαί σε εις την γην εξ ης ελήφθης, ότι γη ει και εις γην απελεύση» (Γεν. γ’ 16-19).
Θα πρέπη να διευκρινισθή, ότι η παρεισαγωγή της οδύνης στη φύση του ανθρώπου ως αντίρροπης στην ηδονή δεν έχει χαρακτήρα δικανικό-νομικό, δηλαδή «έκανες την παράβαση; πάρε τώρα την τιμωρία που σου αξίζει!». Η εισβολή της οδύνης ήταν συνέπεια της απομακρύνσεως του ανθρώπου από τον Θεό. Η συνεχής όμως παρουσία της και ο εγκεντρισμός της στην ανθρώπινη φύση μόνο από φιλανθρωπία και ελεημοσύνη θεϊκή έγινε επιτρεπτή.
«Ηδονή και οδύνη, λέει ο ίδιος άγιος, τη φύσει της σαρκός ου συνεκτίσθησαν, αλλ' η παράβασις την μεν επενόησεν εις φθοράν της προαιρέσεως, την δε κατεδίκασεν εις λύσιν της φύσεως, ίνα η μεν ηδονή ψυχής εκούσιον εργάσηται θάνατον, η δε οδύνη διά της λύπης την κατ’ είδος ποιήσηται της σαρκός απογένεσιν. Κατά πρόνοιαν γαρ προς κόλασιν της κατά προαίρεσιν ηδονής δέδωκεν ο Θεός τη φύσει την παρά προαίρεσιν οδύνην και τον επ’ αυτή θάνατον» (Μαξ. Ομολ., Στ’ θεολ. εκατ., λδ’, Φ, Β, 154).
Η ηδονή και η οδύνη, λέει ο άγιος, δεν υπήρξαν από την αρχή χαρακτηριστικά της φύσεως της σαρκός γιατί δεν δημιουργήθηκαν μαζί μ’ αυτήν. Η παράβαση όμως είχε ως αποτέλεσμα την επινόηση της ηδονής, που ωδηγούσε στη διαφθορά της προαιρέσεως και που επέβαλε την οδύνη ως καταδίκη με αποτέλεσμα τη διάλυση της ανθρώπινης φύσεως, ώστε με τον τρόπο αυτό να προκαλέση τον εκούσιο θάνατο της ψυχής και η οδύνη την ατομική φθορά της σαρκός. Προνοώντας ο Θεός έδωσε στη φύση για κολασμό της προαιρετικής ηδονής την απροαίρετη οδύνη και το θάνατο που την ακολουθεί.
Συνεπίκουρό του στην άποψη αυτή έχει ο άγιος Μάξιμος τον άγιο Γρηγόριο τον Νύσσης. «Ηδονή και λύπη, επιθυμία και φόβος και τα τούτοις επόμενα τη φύσει των ανθρώπων προηγουμένως ου συνεκτίσθη. Επεί και εις τον όρον αν συνετέλουν της φύσεως. Λέγω δε παρά του Νυσσαέως μεγάλου Γρηγορίου μαθών, ότι διά την της τελειότητος έκπτωσιν επεισήχθη ταύτα τω αλογωτέρω μέρει προσφυέντα της φύσεως. δι’ ων αντί της μακαρίας και θείας εικόνος ευθύς άμα τη παραβάσει διαφανής και επίδηλος εν τω ανθρώπω γέγονεν η των αλόγων ζώ¬ων ομοίωσις. Έδει γαρ της αξίας του λόγου καλυφθείσης υφ’ ων απεσπάσατο της αλογίας γνωρισμάτων ενδί¬κως την φύσιν των ανθρώπων κολάζεσθαι. σαφώς εις συναίσθησιν της λογικής μεγαλονοίας ελεείν οικονομούντος του Θεού τον άνθρωπον». (Μαξ. Ομολ., Γ’ θεολ. ε¬κατ., ξε’, Φ, Β, 102).
Η ηδονή και η λύπη, η επιθυμία και ο φόβος και τα παρεπόμενά τους δεν δημιουργήθηκαν από την αρχή στην ανθρώπινη φύση. Γιατί αν ήταν αναγκαία, θα αποτελούσαν όρους απαραίτητους για την ανθρώπινη ύπαρξη. Υποστηρίζω μαθαίνοντας από τον Μεγάλο Γρηγό¬ριο, τον επίσκοπο Νύσσης, ότι τα χαρακτηριστικά αυτά έχουν εισαχθή μεταγενέστερα ως προσφύματα στο άλογο μέρος της φύσεώς μας. Διά μέσου τους έγινε αμέσως μετά την παράβαση στη θέση της μακάριας και θείας εικόνος που μέσα του έχει ο άνθρωπος, ευκρινής και καταφάνερη η ομοίωσή του προς τα μη λογικά ζώα. Επειδή καλύφθηκε η αξία του λόγου από τα γνωρίσματα της μη λογικότητος που τράβηξε επάνω του, έπρεπε να κολασθή από αυτά η φύση του όπως της άξιζε. Με τον τρόπο αυτόν οικονόμησε ο Θεός τη δυνατότητα να έρθη ο άνθρωπος σε συναίσθηση της λογικής του ιδιοφυΐας.

Σύμφωνα με τις πατερικές αυτές διαπιστώσεις τόσο η ηδονή όσο και η οδύνη δεν αποτελούν πρωτογενή στοιχεία της ανθρώπινης υπάρξεως. Αν πράγματι αποτελούσαν αναγκαία στοιχεία για τη σύστασή της, θα της είχαν δοθή οπωσδήποτε από την πρώτη αρχή της δημιουργίας της. Αιτία της επεισαγωγής της οδύνης στο αλογώτερο μέρος της ψυχής και των ομόλογων με αυτήν (την οδύνη) στοιχείων ήταν η έκπτωση του ανθρώπου από την τελειότητα και η εξομοίωσή του προς τα άλογα ζώα. Τα αρνητικά στοιχεία, οδύνη, φόβος, ανησυχία, άγχος κλπ. αποτελούν τον δίκαιο κολασμό της ανθρώπινης φύσεως για την αυτοπροαίρετη παρέκκλισή της από το δρόμο που θα την ωδηγούσε στη θέωση. Ο κολασμός όμως αυτός δεν έγινε με σκοπό την εκμηδένιση και τέλεια εξουθένωση του ανθρώπου κάτω από το βάρος της τιμωρίας. Αντίθετα η θεϊκή πρόνοια θέλησε να οδηγήση τον άνθρωπο σε συναίσθηση του χαμένου του μεγαλείου και της αρχέγονης λογικότητός του και με τον τρόπο αυτόν σε λαχτάρα για την επαναπόκτησή τους.
Με την εμφάνιση της οδύνης επήλθε μια αναγκαία εξισορρόπηση. Η οδύνη αποτέλεσε το φρένο στην ξέφρενη παράδοση του ανθρώπου στην ηδονή και ταυτόχρονα βοήθεια για τη συνειδητοποίηση και επίγνωση του πού θα τον ωδηγούσε τελικά αυτή η αιχμαλωσία του στην ηδονή.
Η ανακοπή αυτή της πορείας του ανθρώπου προς τα άνω, το μη «τα άνω φρονείν», αλλά «τα επί της γης» (πρβλ. Κολ. γ’ 2), κατά αντίστροφη παραλλαγή των λόγων του θείου αποστόλου Παύλου, σήμαινε μια ριζική αλλαγή στην ανθρώπινη φύση, στα βάθη της οποίας, στον «πυθμένα» της, όπως τα ονομάζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, εγκαταστάθηκε ο θάνατος. Ο τρόπος μεταδόσεως της ζωής στον κόσμο αυτόν μεταμορφώθηκε ριζικά και έγινε εντελώς διαφορετικός από τον τρόπο που θα γινόταν προπτωτικά.
«Ο Αδάμ ο προπάτωρ την θείαν εντολήν παραβάς, άλλην αρχήν γενέσεως εξ ηδονής μεν συνισταμένην, επί δε τον διά πόνου θάνατον τελευτώοαν τη φύσει παρά την πρώτην παρεισήγαγε και επενόησε κατά συμβουλήν του όφεως, ηδονήν ουκ ούσαν προλαβόντος πόνου διάδοχον, αλλά μάλλον εις πόνον περαιουμένην πάντας τους εξ αυτού σαρκί γενομένους κατ’ αυτόν διά την εξ ηδονής άδικον αρχήν είχε συνυπαγομένους αυτώ δικαίως προς το διά πόνου κατά θάνατον τέλος» (Μαξ. Ομολ., Στ’ θεολ. εκατ., μδ’, Φ, Β, 156).
Παραβαίνοντας ο προπάτορας Αδάμ τη θεϊκή εντολή έγινε αίτιος παρεισαγωγής άλλης αρχής γεννήσεως του ανθρώπου, διαφορετικώτερης από την πρώτη. Η αρχή αυτή έχει την ηδονή ως βασικό της στοιχείο, αλλά καταλήγει στο θάνατο διά μέσου του πόνου. Και επινόησε σύμφωνα με τη συμβουλή του όφεως την ηδονή, που δεν ήταν αποτέλεσμα κόπου, ο οποίος προηγήθηκε από αυτήν, διαπεραίωνε όμως στον πόνο όλους τους όμοιούς του που από αυτόν γεννήθηκαν κατά σάρκα. Επειδή η αρχή της ηδονής υπήρξε άδικη, είχε συνακολούθους του όλους τους απογόνους του στο τέλος που είναι ο διά μέσου του πόνου θάνατος.
Και συνοψίζει ο θείος Πατήρ: «Ο Αδάμ παρακούσας εξ ηδονής εδίδαξε την γένεσιν... η γυνή παραβάσα την εντολήν εξ οδύνης άρχεσθαι την της φύσεως κατέδειξε γένεσιν» (Μαξ. Ομολ., Στ’ θεολ., εκατ., μβ’, Φ, Β, 155-6).
Και λοιπόν τώρα πια αρχίζει ο αγώνας του ανθρώπου για την κατακράτηση μόνο της ηδονής και την διά μέσου της κατάλυση της οδύνης. Με βαθειά γνώση της φύσεώς μας και της ψυχολογίας της ηδονής τονίζει ο άγιος Μάξιμος:
«Θέλοντες εκφυγείν την κατά την οδύνην αίσθησιν προς την ηδονήν καταφεύγομεν, τω της οδύνης αικισμώ πιεζομένην την φύσιν επιχειρούντες παραμυθείσθαι. σπουδάζοντες δε διά της ηδονής τα της οδύνης αμβλύναι κινήματα πλέον αυτής το καθ’ εαυτών επικυρούμεν χειρόγραφον, οδύνης και πόνου έχειν την ηδονήν απολελυμένην ου δυνάμενοι» (Μαξ. Ομολ., Στ’, θεολ. εκατ., μβ’, Φ, Β, 156).
Θέλοντας, λέει, να ξεφύγουμε την αίσθηση της οδύνης καταφεύγουμε στην ηδονή, προσπαθώντας έτσι να γλυκάνουμε τη φύση που την πιέζει βασανιστικά η οδύνη. Φροντίζοντας δε να αμβλύνουμε τα κινήματα της οδύνης μεγαλώνουμε απλούστατα το χρέος μας πιο πολύ μη μπορώντας να έχομε ηδονή ελεύθερη από οδύνη και πόνο.
Η προσπάθεια του ανθρώπου με άλλα λόγια διαχωρισμού ηδονής-οδύνης μένει τελικά ατελεσφόρητη. Και όμως παρά τις συνεχείς αποτυχίες του δεν παύει να τον επιδιώκη ο άνθρωπος. Η σειρά των αποτυχιών του δεν του ανοίγει τα μάτια ή μάλλον ο ίδιος αρνείται να τα α¬νοίξη για να ιδή το σισύφειο έργο που επιχειρεί. Τον τυφλώνει η φιλαυτία του και τον οδηγεί στο αδύνατο και στο ανυπόθετο αυξάνοντας έτσι την οδύνη και την απελπισία του.
Στο σημείο αυτό αναφερόμενος ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής παρατηρεί: «Ουκ ενδέχεταί ποτε χωρίς οδύνης είναι την ηδονήν. Εγκέκραται γαρ τη ηδονή της οδύνης ο πόνος καν λανθάνειν δοκή τους έχοντας διά την κατά το πάθος της ηδονής επικράτειαν. Επειδή το επικρατούν φαίνεσθαι πέφυκε καλύπτον την παρακειμένην αίσθησιν. Ηδονής ουν περιποιούμενοι διά την φιλαυτίαν και οδύνην διά την αυτήν αιτίαν φεύγειν σπουδάζοντες τας αμυθήτους των παθών επινοούμεν γενέσεις» (Μαξ. Ομολ., Γ’ θεολ., εκατ., νγ’, Φ, Β, 99).

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Αδιάλειπτη προσευχή και γνώση του εαυτού μας

Για την αδιάλειπτη προσευχή, εάν θέλεις χρησιμοποίησε απλό τρόπο, σε περίπτωση που είσαι απλός και δεν μπορείς να μπεις στον πραγματικό νόημα των Νηπτικών Αγίων Πατέρων της Φιλοκαλίας και πλανηθείς. Διότι δεν βάζουν δυστυχώς μερικοί ως σκοπό την απέκδυση του παλαιού ανθρώπου, τη μετάνοια, την ταπείνωση, και να έχουν την άσκηση σαν βοηθητικό μέσο για τον Αγιασμό της ψυχής, για να αισθανθούν βαθιά την αμαρτωλότητά τους και να νιώσουν και πολύ την ανάγκη του ελέους του Θεού και να λένε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» με πόνο γλυκό.
Αλλά αντίθετα ξεκινάν με μια ξερή άσκηση και επιδιώκουν τις θείες ηδονές και τα φώτα και πολλαπλασιάζουν συνέχεια τα κομποσκοίνια και αυτό-αγιάζονται με τον λογισμό τους από τους μαθηματικούς υπολογισμούς των κομποσκοινιών τους. Φτιάχνουν φυσικά και σκαμνί ακριβώς στους πόντους, και όλα τ’ άλλα, δηλαδή η κλίση της κεφαλής και η αναπνοή, ακριβώς όπως τα γράφουν οι Άγιοι Κάλλιστοι και Γρηγόριοι της Φιλοκαλίας-ενώ αυτά είναι βοηθητικά μέσα-και νομίζουν ότι κάπου κοντά στους Αγίους βρίσκονται και δωσ’ του κομποσχοίνια, και, όταν πιστέψουν ότι αγιάσανε, αμέσως έρχεται το ταγκαλάκι και στήνει την τηλεόραση, και στη συνέχεια επακολουθούν και προφητείες ταγκαλίστικες κλπ.
Γι αυτό, αδελφέ μου, μη ζητάς τίποτε άλλο στην προσευχή σου εκτός από την μετάνοια, ούτε φώτα ούτε θαύματα ούτε προφητείες ούτε χαρίσματα καθόλου, παρά μετάνοια. Η μετάνοια θα σου φέρει την ταπείνωση, η ταπείνωση θα σου φέρει τη Χάρη του Θεού, και ο Θεός θα σου έχει μέσα στην Χάρη Του ό,τι χρειάζεται για την δική σου σωτηρία και ό,τι άλλο, σε περίπτωση που χρειασθεί, για να βοηθήσεις μία άλλη ψυχή.
Τα πράγματα είναι πολύ απλά, και δεν υπάρχει λόγος να τα μπλέκουμε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευχή θα την αισθανθούμε ως ανάγκη κα θα νιώθουμε κούραση και πολλές φορές θα την λέμε, και η καριά μας θα νιώθει γλυκό πόνο, όταν τη λέει την ευχή, και ο Χριστός θα μας σκορπάει και Αυτός τη γλυκεία Του παρηγοριά μέσα στην καρδιά μας.

Η προσευχή δεν κουράζει

Η προσευχή λοιπόν δεν κουράζει, αλλά ξεκουράζει.. κουράζει μόνο, όταν δεν μπούμε στο νόημά της και δεν καταλάβουμε το νόημα των Αγίων μας Πατέρων. Όταν την ανάγκη του ελέους του Θεού την καταλάβουμε, χωρίς να πιέζουμε τον εαυτό μας στην προσευχή, η ανάγκη αυτή της πείνας θα μας αναγκάζει να ανοίγουμε το στόμα σαν το μωρό, για να θηλάσουμε, και θα νιώθουμε παράλληλα και όλη τη σιγουριά σαν το μωρό στην αγκαλιά της μητέρας, το οποίο και αγάλλεται συγχρόνως.
Σαν Ασυρματιστές λοιπόν που είμαστε εμείς οι Μοναχοί, θα πρέπει να βρισκόμαστε σε συχνή επαφή με τον Θεό, και εάν είναι δυνατόν και «εν διαρκεί ακροάσει»  για περισσότερη σιγουριά, για να έχουμε κάθε στιγμή άφθονες θείες δυνάμεις.
Ο εχθρός. Ο εχθρός, φυσικά, δεν ησυχάζει και πάντοτε βάλλει ποικιλοτρόπως. Μπορούμε όμως να τον αξιοποιήσουμε και αυτόν, με το να τον κάνουμε εργάτη άμισθο, και να μας βοηθήσει στην αδιάλειπτη προσευχή. Όταν επί παραδείγματι μας φέρνει κακούς λογισμούς ή βλάσφημους, να αρχίζουμε  την ευχή και να λέμε και στο ταγκαλάκι: «Καλά που με κέντησες, γιατί είχα ξεχάσει τον Χριστό μου». Όταν λοιπόν κάνουμε αυτό, και να θέλουμε να το κρατήσουμε το ταγκαλάκι, δεν κάθεται, γιατί δεν είναι κουτό να δουλεύει δωρεάν και να κάνει και καλό στη ψυχή μας.

Δουλεύοντας για την αυτογνωσία

Εάν θέλουμε πάλι, για λεπτή εργασία παίρνουμε τα μεγαλύτερα πάθη που έχουμε, με τη σειρά, και όποιο σφάλμα της ημέρας είδαμε, και ζητάμε το έλεος του Θεού ταπεινά, για να λυτρωθούμε, με το «Κύριε Ιησού Χριστέ…». Μ’ αυτόν τον τρόπο ξερριζώνονται τα πάθη, παράλληλα μάς μένει και η καλή συνήθεια της ευχής, και όχι να επιδιώκουμε εξωτερικά μόνον τη συνήθεια, και μας δημιουργηθούν ψευδαισθήσεις και πλάνες.
Όταν λοιπόν κάνει προηγουμένως το γνώρισμα του εαυτού του κανείς και συναισθανθεί τη μεγάλη του αμαρτωλότητα και τις μεγάλες του Θεού ευεργεσίες, τότε η καρδιά ραγίζει , όσο γρανιτένια και εάν είναι, και τρέχουν τα πραγματικά δάκρυα μόνα τους, και δεν πιέζει ο άνθρωπος τον εαυτό του ούτε στην προσευχή ούτε και να βγάλει δάκρυα. Διότι η ταπείνωση με το φιλότιμο δουλεύουν με τα τρυπάνια στην καρδιά συνέχεια, και οι πηγές αυξάνουν, και το χέρι του Θεού χαϊδεύει συνέχεια το φιλότιμο παιδί Του που εργάζεται.
Όταν ασχολείσαι με τη αμαρτωλότητά σου και κάνεις τη λεπτή σου εργασία, κατ’ αρχάς να έχεις πάντα την ελπίδα στον Θεό, την οποία να κρατάς σφιχτά, για να μη σου φύγει ποτέ. Όσες αμαρτίες δεν είναι σαρκικής φύσεως, μπορείς να τις λεπτολογείς, για να αναγκάζεσαι να ταπεινώνεσαι. Όσες όμως είναι σαρκικής φύσεως, να μην τις λεπτολογείς καθόλου, παρά να θεωρείς τον εαυτό σου ένα βρώμικο τουλούμι γεμάτο βρωμιά. Ούτε και να ξεθαρρέψεις να κάνεις προσευχή για πρόσωπα με σαρκικές ιστορίες, διότι εκτός που θεωρείται αναίδεια, ενώ ο ίδιος δεν έχεις συμφιλιωθεί με τον Θεό, αλλά και θα σε μολύνει ο εχθρός με ακάθαρτους λογισμούς την ημέρα, και τη νύχτα θα σου παίξει ακατάλληλα έργα το ταγκαλάκι και θα σε μολύνει.
Εάν στον ύπνο σού συμβεί κάτι τέτοιο, μην το εξετάζεις καθόλου, όπως επίσης και κανένα περιστατικό στη ζωή σου (σαρκικής πάλι φύσεως), από το οποίο σε γλύτωσε ο Θεός με το να σε σκεπάσει και να σε γλυτώσει σαν το κλωσσοπούλι από τα νύχια του γερακιού, γιατί είναι επικίνδυνο. Όπως ο εχθρός πολλές φορές πετάει μια χειροβομβίδα να σκοτώσει το στρατιώτη, και ο Θεός τον προστατεύει με το να μη γίνει η έκρηξη, και γλυτώνει ο στρατιώτης, και μετά παό καιρό κάθεται ο ανόητος και περιεργάζεται τη χειροβομβίδα και, με το ξεσκάλισμα που της κάνει, σκάει και του τινάζει τα μυαλά στον αέρα, το ίδιο μπορεί να πάθει και ένας νέος, όταν ξεσκαλίζει αμαρτήματα σαρκικής φύσεως. Γι αυτό, όταν τυλιγόμαστε μέσα στο βρώμικο τουλούμι, είναι μεγαλύτερη ασφάλεια.

Η δόξα του Θαβώρ


Σήμερα έχουμε εμπρός μας την άβυσσο του απροσίτου θείου φωτός. Σήμερα η άπειρη έκχυση της θείας λάμψεως στο όρος Θαβώρ γίνεται θεατή από τους Αποστόλους. Σήμερα γίνεται γνωστός ως Κύριος της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης ο Ιησούς Χριστός, αυτό το πρόσωπο και όνομα που μου είναι πολύ αγαπητό, το γλυκύτατο πραγματικά και πολύ ποθητό, το οποίο υπερβαίνει κάθε έννοια γλυκύτητος. Σήμερα ο μέγας ηγέτης της Παλαιάς Διαθήκης Μωυσής, ο θείος νομοθέτης, στο όρος Θαβώρ εμφανίζεται και στέκεται σαν δούλος προς τον Κύριό του εμπρός στον Νομοδότη Χριστό… Σήμερα στον παρθένο μαθητή (Ιωάννη) της Καινής Διαθήκης ο παρθένος προφήτης της Παλαιάς (Ηλίας) κηρύττει και αναγγέλει ως Κύριο τον Παρθένο (Χριστό) που γεννήθηκε εκ της Παρθένου (Μαρίας)…
Τώρα έγιναν ορατά αυτά που ήταν αθέατα από τα ανθρώπινα μάτια, ένα σώμα χοϊκό ακτινοβολεί θεϊκή λαμπρότητα, ένα σώμα θνητό αναβλύζει δόξα (λάμψη) θεότητος… Ω, τι θαύμα είναι αυτό που υπερβαίνει κάθε διάνοια! Δεν ήλθε από έξω αυτή η λάμψη και ενώθηκε με αυτό το σώμα, αλλ’ επήγασε από μέσα, από την υπέρθεη θεότητα, η οποία κατά τρόπο ανέκφραστο ήταν ενωμένη με αυτό κατά την υπόσταση του Υιού και Λόγου του Θεού…
Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος (φωτογραφία του Jim Forest)
Τώρα το όρος Θαβώρ χαίρεται πολύ και ευφραίνεται αυτό το άγιο και θεϊκό όρος, καθόλου λιγότερο με τη δόξα και λαμπρότητά του από όσο ευφραίνεται επάξια με την ύψωσή του στα ύψη του ουρανού. Διότι συναγωνίζεται κατά κάποιον τρόπο ως προς τη χάρη με τον ουρανό. Διότι σ’ εκείνον (στον ουρανό) οι άγγελοι δεν έχουν το σθένος να κρατήσουν το βλέμμα τους προς Αυτόν, το Θεό, αχαμήλωτο. Ενώ σ’ αυτό το όρος οι πρόκριτοι των Αποστόλων (οι τρεις μαθητές) Τον βλέπουν να αστράφτει με τη βασιλική Του δόξα. Σ’ αυτό το όρος βεβαιώνεται η Ανάσταση των νεκρών και αναδεικνύεται ο Χριστός Κύριος νεκρών και ζώντων, παρουσιάζοντας δίπλα του από τους νεκρούς τον Μωυσή, και φέρνοντας ως μάρτυρα και τον Ηλία, που δεν πέθανε αλλ’ αναλήφθηκε και ζει…
Στο όρος λοιπόν Θαβώρ, μεταμορφώνεται εμπρός στους μαθητές Εκείνος που είναι πάντοτε δοξασμένος με την ίδια δόξα και λάμπει με την αστραπή της θεότητος… Μεταμορφώνεται λοιπόν, όχι με το να λάβει κάτι που δεν ήταν, αλλά παρουσιάζοντας καθαρά αυτό που ήταν στους αγαπητούς μαθητές του, ανοίγοντας τα μάτια τους και ικανώνοντάς τους να βλέπουν, ενώ ήταν τυφλοί πνευματικώς. Αυτό σημαίνει η φράση «μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών». Μένοντας δηλαδή ο ίδιος ως προς την ταυτότητά του (χωρίς να υποστεί καμιά ουσιαστική αλλαγή) φαίνεται τώρα στους μαθητές διαφορετικός από ό,τι φαινόταν προηγουμένως…
Αποσπάσματα ομιλίας στη Μεταμόρφωση του Κυρίου του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ΕΠΕ 9, σελ. 12, 14, 16, 38.