Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2020

“Μὲ τὴν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε θνητὸς καὶ πεπερασμένος· μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καὶ αἰώνιος” Τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς “Ἐγὼ εἶμαι ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ Ζωή”


 

Τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς
“Ἐγὼ εἶμαι ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ Ζωή”
 
Ἐὰν ὑπάρχει μιὰ ἀλήθεια στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ εὐαγγελικὲς ἀλήθειες, ἡ ἀλήθεια αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀκόμη, ἐὰν ὑπάρχει μιὰ πραγματικότητα στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ καινοδιαθηκικὲς πραγματικότητες, ἡ πραγματικότητα αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μόνο στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐξηγοῦνται ὅλα τὰ θαύματά Του, ὅλες οἱ ἀλήθειές Του, ὅλα τὰ λόγια Του, ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος δίδασκε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνια ζωή.Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε ὅτι ἡ πίστη σ’ Αὐτὸν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ἀλλὰ μὲ….

τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος νίκησε τὸ θάνατο καὶ ἔτσι ἐξασφάλισε στοὺς θανατωμένους ἀνθρώπους τὴ μετάβαση ἐκ τοῦ θανάτου στὴν ἀνάσταση.

Μὲ τὴν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε θνητὸς καὶ πεπερασμένος· μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καὶ αἰώνιος. Σ’ αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως. Καὶ γιὰ αὐτὸ χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξὺ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μεγαλύτερο θαῦμα. Ὅλα τὰ ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπὸ αὐτὸ καὶ συνοψίζονται σ’ αὐτό. Ἀπ’ αὐτὸ πηγάζουν ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θεοσέβεια. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καμία ἄλλη θρησκεία δὲν ἔχει· αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀνυψώνει τὸν Κύριο ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κατὰ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀναμφισβήτητο δείχνει καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος σὲ ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους κόσμους.

Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθινὰ στὸν Ἀναστάντα Κύριο τὸ ἀποδεικνύει μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν καὶ ἐὰν μὲν ἀγωνίζεται, πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐὰν ὅμως δὲν ἀγωνίζεται, τότε μάταιη ἡ πίστη του! Διότι, ἐὰν ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀγώνας γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐὰν μὲ τὴν πίστη στὸ Χριστὸ δὲν φθάνει κανεὶς στὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ θανάτου νίκη, τότε πρὸς τί ἡ πίστη μας; Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος δὲν ἔχουν νικηθεῖ. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχουν αὐτὰ τὰ δύο νικηθεῖ, τότε γιατί νὰ πιστεύει κανεὶς στὸ Χριστό; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πίστη στὸν Ἀναστάντα Χριστὸ ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτὸς ἐνισχύει σιγὰ-σιγὰ μέσα του τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Κύριος πραγματικὰ ἀναστήθηκε, ἄμβλυνε τὸ κέντρο τοῦ θανάτου, νίκησε τὸ θάνατο σὲ ὅλα τὰ μέτωπα τῆς μάχης.
Χωρὶς τὴν ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τίποτε πιὸ παράλογο ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ οὔτε μεγαλύτερη ἀπελπισία ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, δίχως ἀθανασία. Σ’ ὅλους τοὺς κόσμους δὲν ὑπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ὕπαρξη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν πιστεύει στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γι’ αὐτό, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ὁ Ἀναστημένος Κύριος εἶναι τὰ «πάντα ἐν πᾶσιν» σ’ ὅλους τοὺς κόσμους: ὅ,τι τὸ Ὡραῖο, τὸ Καλό, τὸ Ἀληθινό, τὸ Προσφιλές, τὸ Χαρμόσυνο, τὸ Θεῖο, τὸ Σοφό, τὸ Αἰώνιο. Αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας, ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλο τὸ Ἀγαθό μας, ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωὴ σὲ ὅλες τὶς αἰωνιότητες καὶ ἀπεραντοσύνες.
 
http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2016/04/blog-post_279.html

Ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ Αἰώνια Ζωή. Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.


Μέχρι την Ανάστασή Του, ο Κύριος δίδασκε για την Αιώνια Ζωή, αλλὰ με την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος όντως είναι η Αιώνια Ζωή. Μέχρι την Ανάστασή Του, δίδασκε για την Ανάσταση των νεκρών, αλλὰ με την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος είναι πράγματι η Ανάσταση των νεκρών.
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.
 
http://proskynitis.blogspot.gr/2016/05/o.html

Λάμπρος Κ. Σκόντζος, Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς: Ὁ σύγχρονος μεγάλος πατέρας καί διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας


  ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ: Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
              Η σερβική Ορθοδοξία έχει να επιδείξει μια σειρά μεγάλων αγίων, οι οποίοι λάμπρυναν την Εκκλησία του Αγίου Σάββα. Ένας από αυτούς υπήρξε ο νεοφανής άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, μια όντως μεγάλη ασκητική και πατερική μορφή του περασμένου αιώνα.
       Γεννήθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού στα 1894, στην πόλη Βράνιε της νοτίου Σερβίας. Οι ευσεβείς γονείς του Σπυρίδων και Αναστασία του έδωσαν το όνομα Ευάγγελος. Καταγόταν από ιερατική οικογένεια και το επώνυμό του Πόποβιτς σημαίνει Παπαδόπουλος. Μεγάλωσε με ευσέβεια είχε την τύχη να δει να θεραπεύεται θαυματουργικά η μητέρα του στη Μονή Πτσίνσκι από τον άγιο Πρόχορο. Από μικρός συνήθιζε  να μελετά το Ευαγγέλιο και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Ιδιαίτερα τον σαγήνευε η ανάγνωση συναξαρίων και πατερικών συγγραμμάτων. Θεωρούσε τους Πατέρες της Εκκλησίας ως τους αληθινούς σοφούς.
      Το 1905 ο μικρός Ευάγγελος γράφηκε στην Εκκλησιαστική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι, έχοντας ως δάσκαλό του τον φωτισμένο άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς.Το 1914, μόλις τέλειωσε τη σχολή, ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε ως νοσοκόμος. Ακολούθησε την τύχη του σερβικού στρατού και βρέθηκε εξόριστος στην Κέρκυρα. Καθ’ οδόν ένοιωσε την κλήση να γίνει μοναχός. Η κουρά του έγινε την 1η Ιανουαρίου  του 1916 στην Σκόδρα, από τον Μητροπολίτη Βελιγραδίου Δημήτριο, δίνοντάς του το όνομα Ιουστίνος.
      Κατόπιν έφυγε από την Κέρκυρα, με τη βοήθεια του Μητροπολίτη Δημητρίου, για την Αγία Πετρούπολη για θεολογικές σπουδές. Όμως λόγω των πολιτικών εξελίξεων, έφυγε για την Οξφόρδη. Ύστερα από δύο χρόνια σπουδών υπέβαλε για έγκριση την διδακτορική του διατριβή με τίτλο: «Ή θρησκεία και η φιλοσοφία του Ντοστογιέφσκι». Όμως αυτή απορρίφτηκε, λόγω της κριτικής του στις κακοδοξίες του δυτικού Χριστιανισμού και την υπεράσπιση του ορθοδόξου Ντοστογιέφσκι.
        Στα 1919, μετά το τέλος του πολέμου γύρισε στην πατρίδα του και διορίστηκε καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι. Σύντομα παραιτήθηκε και μετέβηκε στην Αθήνα για τη συνέχιση των θεολογικών σπουδών του. Το 1926 έλαβε διδακτορικό πτυχίο στην Πατρολογία, με θέμα: «Το πρό­βλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Παράλληλα έμαθε άπταιστα την παλαιοσλαβική, την αρχαιοελληνική, την λατινική, την ρωσική, την νεοελληνική, την αγγλική, την γερμανι­κή και την γαλλική γλώσσα.
        Στη συνέχεια εργάστηκε ως  καθηγητής στις Εκκλησιαστικές Σχολές Καρλοβικίου, της Πριζρένης και του Μο­ναστηρίου (Βίτολα). Το 1930 η Σερβική Εκκλησία τον έστειλε στην Τσεχοσλοβακία για ιεραποστολή σε κοινότητες ορθοδόξων, που είχαν αποκηρύξει την Ουνία. Το έργο του εκεί υπήρξε μεγάλο και γι’ αυτό εξελέγη Επίσκοπος της νεοσυσταθείσας Επισκοπής Καρπαθίας, αξίωμα που δεν αποδέχτηκε λόγω ταπεινώσεως.
       Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής βρέθηκε στη δοκιμαζόμενη Σερβία, περιφερόμενος σε διάφορες Μονές. Παράλληλα είχε διοριστεί καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Όμως με την επικράτηση της κομμουνιστικής εξουσίας το 1945, άρχισαν οι διώξεις κατά της Εκκλησίας. Διώχτηκαν 200 καθηγητές από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και μαζί τους ο Ιουστίνος. Κατέφυγε στην Ιερά Μονή  Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία. Το 1946 και φυλακί­στηκε. Αργότερα δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο ως «εχθρός του λαού»! Σώθηκε χάρις στην παρέμβαση του Πατριάρχη Γαβριήλ, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από το Άουσβιτς και απαίτησε την αποφυλάκισή του.
        Όμως διωγμένος από παντού, χωρίς σύνταξη και στερημένος από στοιχειώδη δικαιώματα, βρήκε καταφύγιο, ως πνευματικός, στη γυναικεία Μονή Αρχαγγέλων στο Τσέλιε του Βάλιεβο νοτίου Σερβίας. Φυσικά ούτε εκεί βρήκε ησυχία, διότι οι άθεοι μαρξιστές τον παρακολουθούσαν ανελλιπώς και τον υπέβαλλαν συχνά  σε εξοντωτικές ανακρίσεις στο Βάλιεβο. Ήταν σχεδόν έγκλειστος στη Μονή, διότι του απαγορεύονταν η έξοδος, χωρίς άδεια των αρχών, ιδιαίτερα όταν συνεδρίαζε η Ιερά Σύνοδος, για να μην έρχεται σε επαφή με τους Επισκόπους και τους επηρεάζει.
        Ο έγκλειστος Ιουστίνος παρά τις απαγορεύσεις, τις εξουθενώσεις, τις φοβέρες και απειλές, προσευχόταν αδιάκοπα και ζούσε αυστηρή ασκητική ζωή. Τελούσε όλες τις ακολουθίες του ημερονυκτίου ανελλιπώς. Τελούσε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία και νήστευε (δεν έτρωγε καθόλου) κάθε Παρασκευή, την πρώτη εβδομάδα της Μ. Τεσσαρακοστής και την Μ. Εβδομάδα. Μνημόνευε καθημερινά εκατοντάδες ονόματα στη Θεία Λειτουργία.
      Ο αυστηρός του όμως εγκλεισμός δεν στάθηκε εμπόδιο να γίνει γνωστός σε όλο τον κόσμο. Χιλιάδες ήταν οι επιστολές που έπαιρνε και επίσης χιλιάδες ήταν οι επισκέπτες του, από τη Σερβία και όλο τον κόσμο. Όταν έμενε μόνος στο ταπεινό κελί του, επί 28 χρόνια, έγραφε αδιάκοπα τα περισπούδαστα συγγράμματά του.       Κοιμήθηκε ειρηνικά, όχι τυχαία, την ημέρα του Ευαγγελισμού, ημέρα της γεννήσεώς του, στις 25 Μαρτίου του 1979. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του έγινε το 2015 και αποτέλεσε σπουδαίο γεγονός για τη σερβική Εκκλησία και όλη την Ορθοδοξία. Αισθάνθηκαν οι πάντες την άρρητη ευωδία, η οποία εξήλθε από τον τάφο του! Η Σερβική Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 14 Ιουνίου.
      Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς ανήκει στις μεγάλες ιερατικές και θεολογικές μορφές της συγχρόνου Εκκλησίας, εφάμιλλος των μεγάλων Πατέρων της αρχαίας Εκκλησίας. Ο θεολογικός του λόγος καθαρός, ορθόδοξος, θεμελιωμένος στην Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Είναι ο θεολόγος του Θεανθρώπου, ο οποίος με θαυμάσιο πατερικό ύφος, θεολόγησε με καταπληκτική ακρίβεια την εν τω Θεανθρώπω απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους. Υπήρξε συνεπής ορθόδοξος και στηλίτευε την αίρεση. Με σαφή λόγο απόδειξε την αίρεση του παπισμού και του προτεσταντισμού, ως απόλυτο εκφυλισμό της σώζουσα Ορθοδοξίας. Ιδιαίτερα επικριτικός υπήρξε για την σύγχρονη μάστιγα του Οικουμενισμού, τον οποίο χαρακτήρισε ως «παναίρεση». Μας κληροδότησε πολυπληθή αριθμό βαθυστόχαστων θεολογικών έργων, εφάμιλλα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, πολλά των οποίων κυκλοφορούν και στην ελληνική γλώσσα.

Ο νεοφανής άγιος Ιουστίνος είναι το μεγάλο τεκμήριο ότι η παρουσία των αγίων στην Εκκλησία μας είναι συνεχής και αδιάκοπη, έως τα έσχατα. Φανερώνει το μόνιμο θαύμα στη ζωή της Εκκλησίας μας!

http://aktines.blogspot.gr/2016/06/blog-post_849.html#more

Περί Ἐκκλησίας – Θεάνθρωπος «το μόνον καινόν ὑπό τον ἥλιον» Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς


 Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Τό μυστήριον αὐτό, της ενανθρωπήσεως, εἶναι τόσον μεγάλον καί τόσον πρωτοφανές καί μοναδικόν, ὥστε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός δικαίως νά λέγῃ ὅτι ὁ Θεάνθρωπος εἶναι «τό μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον».
Θά προσέθετα: καί τό πάντοτε καινόν, τό καινόν τό μή παλαιούμενον, οὔτε εἰς τόν χρόνον, οὔτε εἰς τήν αἰωνιότητα. Ἀλλ’ εἰς τόν Θεάνθρωπον καί μέ τόν Θεάνθρωπον καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ἕν «καινόν» ὄν ὑπό τόν ἥλιον, ἕν ὄν θεϊκόν, θεανθρώπινον, κατά Θεόν σπουδαῖον καί πολύτιμον, θείως αἰώνιον καί σύνθετον.
Τό μυστήριον τοῦ Θεοῦ καί τό μυστήριον τοῦ ἀνθρώπου ἡνώθησαν ἀχωρίστως, και οὕτως ἔγινε ἕν δυενικόν μυστήριον ἤ μάλλον τό παν-μυστήριον τοῦ ὄντος καί παντός τοῦ ὑπάρχοντος.
Πηγή: Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, “Η Ορθόδοξος Εκκλησίας και ο Οικουμενισμός”,
Έκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/νίκη 1974.
https://paraklisi.blogspot.gr/2017/03/blog-post_269.html#more

Ἅγιος Ἰουστίνος (Πόποβιτς) – Θεανθρώπινος πολιτισμός


Ο σκοπός του θεανθρώπινου πολιτισμού είναι να μεταμορφώσει όχι μόνο τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα, αλλά μέσω αυτών και όλη την κτίση. Αλλά πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί ο σκοπός αυτός;

Μόνο με τα θεανθρώπινα μέσα. Και αυτά είναι οι ευαγγελικές αρετές: πίστη και αγάπη, ελπίδα και προσευχή, νηστεία και ταπείνωση, πραότητα και ευσπλαχνία, φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Όποιος ασκεί τις αρετές αυτές οικοδομεί την θεανθρώπινη ορθόδοξη κουλτούρα και τον πολιτισμό. Ο άνθρωπος που πράττει τις αρετές αυτές μεταβάλλει την ψυχή του από άσχημη σε όμορφη, από σκοτεινή σε φωτεινή, από αμαρτωλή και ζοφερή σε Χριστοειδή, ενώ το σώμα του το μεταβάλλει σε πλαίσιο το οποίο πλαισιώνει την Χριστοειδή ψυχή του.
 
Με την άσκηση των ευαγγελικών αρετών ο άνθρωπος αποκτά την εξουσία επάνω στον εαυτό του και επάνω στη φύση. Διώχνοντας την αμαρτία από μέσα του και από τον κόσμο που τον περιβάλλει, ο άνθρωπος εκδιώκει ταυτοχρόνως την άγρια και καταστρεπτική δύναμη, μεταμορφώνει ολότελα και τον εαυτό του και τον κόσμο, δαμάζει τη φύση και μέσα του και γύρω του. Τα καλύτερα παραδείγματα αυτού του γεγονότος είναι οι Άγιοι: Έχοντας αυτοί αγιασθεί και μεταμορφωθεί με την άσκηση των αρετών, αγιάζουν και μεταμορφώνουν και τη φύση ολόκληρη. Πολυάριθμοι είναι οι Άγιοι, τους οποίους διακονούσαν τα άγρια θηρία, οι οποίοι με μόνη την εμφάνισή τους δάμαζαν τους λέοντες, τις αρκούδες και τους λύκους. Η συμπεριφορά τους προς τη φύση ήταν και είναι προσευχή, πραότητα, ευσπλαχνία, τρυφερότητα, συμπεριφορά χωρίς καμιά σκληρότητα, αγριότητα και εχθρότητα.
 
Τη βασιλεία του Θεού επί της γης, την ορθόδοξη πολιτεία, δημιουργεί όχι εξωτερική, βίαιη, μηχανική επιβολή, αλλά εσωτερική, ελεύθερη, προσωπική αποδοχή του Κυρίου Ιησού, με την ακατάπαυστη άσκηση των ευαγγελικών αρετών. Διότι η βασιλεία του Θεού δεν έρχεται μέσω των εξωτερικών ορατών οδών, αλλά μέσω των εσωτερικών, πνευματικών αοράτων οδών. Ο Σωτήρας είπε: «Ουκ έρχεται η βασιλεία του Θεού μετά παρατηρήσεως, ουδέ ερούσιν, ιδού ώδε ή ιδού εκεί· ιδού γαρ η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστί» (Λουκ. 17:20-21)· δηλαδή, εντός τής δημιουργημένης από τον Θεό θεοειδούς ψυχής, εντός της ψυχής της αγιασμένης από το Άγιο Πνεύμα. Διότι η βασιλεία του Θεού είναι «δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω» (Ρωμ. 14:17). Ναι, εν Πνεύματι Αγίω και όχι εν πνεύματι ανθρώπου. Μπορεί να είναι εν πνεύματι ανθρώπου τόσο, όσο αυτός θα γεμίσει τον εαυτό του με το Άγιο Πνεύμα διαμέσου των ευαγγελικών αρετών. Γι’ αυτό τον λόγο η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή της ορθόδοξης αγωγής και του πολιτισμού είναι: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6:33)· δηλαδή θα προστεθούν όλα τα αναγκαία για την συντήρηση του σώματος: η τροφή, το ένδυμα, η κατοικία (πρβλ. Ματθ. 6:25-32). Όλα αυτά είναι μόνο συμπλήρωμα της βασιλείας του Θεού. Ο πολιτισμός όμως της Δύσης επιζητεί πρώτα αυτό το συμπλήρωμα. Σ’ αυτό έγκειται και η τραγικότητά του, διότι κατανάλωσε την ψυχή του μεριμνώντας για τα πράγματα. Ο αναμάρτητος όμως Κύριος είπε μια για πάντα: «Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε… πάντα γαρ ταύτα τα έθνη επιζητεί· οίδε γαρ ο Πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων. Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6:25, 32-33).
* * *
Τεράστιος είναι ο κατάλογος των αναγκών, τις οποίες ο σύγχρονος άνθρωπος επινοεί με πάθος. Και για την ικανοποίηση των πολυάριθμων και χωρίς νόημα αναγκών τους οι άνθρωποι μετέβαλαν αυτόν τον χρυσό αστέρα του Θεού σε σφαγείο. Ο φιλάνθρωπος όμως Κυριος αποκάλυψε προ πολλού το ενα «ου έστι χρεία» (Λουκ. 10:42) σε κάθε άνθρωπο και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ποιο είναι αυτό; Ο Θεάνθρωπος Κυριος και καθετί που φέρει μαζί Του: η θεία Αλήθεια, η θεία Δικαιοσύνη, η θεία Αγάπη, η θεία Αγαθοσύνη, το θείο Φως, η θεία Αγιότητα, η θεία Αθανασία, η θεία Αιωνιότητα και όλες οι άλλες θείες τελειότητες. Ιδού, αυτό είναι «ου εστί χρεία» στον άνθρωπο και στην ανθρωπότητα, ενώ όλες οι άλλες ανάγκες του ανθρώπου σε σύγκριση προς αυτήν είναι τόσο δευτερεύουσες, ώστε να είναι σχεδόν άχρηστες.
 
Όταν ο άνθρωπος με ευαγγελική σοβαρότητα σκέπτεται το μυστήριο της ζωής του και του κόσμου, έρχεται κατ’ ανάγκην στο συμπέρασμα, ότι ανάγκη των αναγκών είναι το να απαρνηθεί όλες τις ανάγκες και να ακολουθήσει και να ενωθεί με Αυτόν με την άσκηση των ευαγγελικών αρετών και αγώνων. Αν τυχόν δεν το κάνει αυτό, ο άνθρωπος παραμένει πνευματικά άκαρπος, χωρίς νόημα, χωρίς ζωή· η ψυχή του ξεραίνεται, διασκορπίζεται, αποσυντίθεται και βαθμιαία πεθαίνει, εωσότου πεθάνει οριστικά ολόκληρος, χωρίς υπόλειμμα. Διότι το θείο στόμα του Χριστού είπε: «Καθώς το κλήμα ου δύναται καρπόν φέρειν αφ’ εαυτού, εάν μη μείνη εν τη αμπέλω, ούτως ουδέ υμείς, εάν μη εν εμοί μείνητε. Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα. Ο μένων εν εμοι καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν, ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν. Εάν μή τις μείνη εν εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνάγουσιν αυτά και εις το πυρ βάλλουσι και καίεται» (Ιω. 15:4-6).
 
Μόνο με την πνευματική οργανική ενότητα με τον Θεάνθρωπο Χριστό μπορεί ο άνθρωπος να συνεχίσει τη ζωή του στην αιώνια ζωή και το είναι του στο αιώνιο είναι. Ο άνθρωπος της θεανθρώπινης κουλτούρας και του πολιτισμού δεν είναι ποτέ μόνος, όταν σκέπτεται με τον Χριστό και δια του Χριστού, όταν εργάζεται με τον Χριστό και δια του Χριστού, όταν αισθάνεται με τον Χριστό και δια του Χριστού. Με μία λέξη, αυτός ακατάπαυστα ζει εν Χριστώ τω Θεώ και δια του Χριστού. Διότι τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τον Θεό; Στην αρχή ημιάνθρωπος, στο τέλος μη άνθρωπος. Μονο στον Θεάνθρωπο βρίσκει ο άνθρωπος το πλήρωμα και την τελείωση τού είναι του, βρίσκει το πρωτότυπό του, το άπειρο και ατελεύτητό του, την αθανασία και την αιωνιότητά του, την απόλυτη αξία του. Μονο ο Κυριος Ιησούς μεταξύ των ανθρώπων και των όντων ανακήρυξε την ψυχή του ανθρώπου ως τον ύψιστο θησαυρό σε όλους τους κόσμους. «Τι γαρ ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδίση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή; ή τι δώση άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού»; (Ματθ. 16:26).
 
Όλοι οι ήλιοι και τα άστρα δεν αξίζουν όσο μια ψυχή. Αν καταναλώσει ο άνθρωπος την ψυχή του στο κακό και τις αμαρτίες, δεν θα μπορέσει να δώσει αντάλλαγμα γι’ αυτήν, έστω και αν γίνει κυρίαρχος όλων των ηλιακών συστημάτων. Μενει λοιπόν για τον άνθρωπο μία και μόνη διέξοδος, άλλη δεν υπάρχει. Ιδού αυτή: Ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι η μόνη ασφάλεια της ψυχής του ανθρώπου, η μόνη βεβαίωση της αθανασίας και της αιωνιότητας. Η ψυχή δεν ασφαλίζεται με τα πράγματα, αλλ’ αιχμαλωτίζεται απ’ αυτά. Ο Θεάνθρωπος ελευθερώνει τον άνθρωπο από την τυραννία των πραγμάτων. Τον άνθρωπο του Χριστού δεν εξουσιάζουν τα πράγματα, αλλ’ αντιθέτως αυτός έχει εξουσία επάνω σ’ αυτά. Επειδή στο τιμολόγιο του Χριστού η ψυχή του ανθρώπου έχει ασυγκρίτως μεγαλύτερη αξία από όλα τα όντα και τα πράγματα, γι’ αυτό ο ορθόδοξος άνθρωπος με όλη τη μέριμνά του, με όλη την προσοχή του αφιερώνεται στην ψυχή του. Διότι ο ορθόδοξος πολιτισμός είναι πρωτίστως και κατ’ εξοχήν πολιτισμός της ψυχής.
 
Ο άνθρωπος είναι μεγάλος μόνο δια του Θεού και εν τω Θεώ· αυτό είναι η θεμελιώδης αρχή του θεανθρώπινου πολιτισμού. Χωρίς τον Θεό ο άνθρωπος δεν είναι παρά εβδομήντα κιλά αιμόφυρτης ύλης. Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τον Θεό, αν όχι τάφος δίπλα σε τάφο;
Από το βιβλίο: Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 157-161 (αποσπάσματα, με γλωσσική απλοποίηση).
https://paraklisi.blogspot.gr/2017/03/blog-post_941.html

Δέν ἔχω τίποτα ἄλλο νά προσφέρω στόν Ἅγιο, πέρα ἀπό τόν κόπο μου αὐτό. Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς.

 



D ιηγύνται ένα περιστατικὸ απὸ τη ζωὴ του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς. Του μεγάλου αυτού Σέρβου Θεολόγου και προσφάτως αναγνωρισθέντος Αγίου της Εκκλησίας.

Πρέπει να ήταν το έτος 1929, δηλαδὴ όταν ο Άγιος ήταν σε ηλικία 35 ετών. Ήταν καλοκαίρι, και ξεκίνησε απὸ το Βράνιε με προορισμὸ το Μοναστήρι του Αγίου Προχόρου. Πήγαινε συχνὰ στο Μοναστήρι αυτό, με το οποίο και είχε ιδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ είχε μεγάλη αγάπη στον Άγιο Πρόχορο. Ήταν ήδη Καθηγητὴς Πανεπιστημίου στη Θεολογικὴ Σχολὴ στο Βελιγράδι.
Ο δρόμος μέχρι το Μοναστήρι ήταν δύσβατος και γι’ αυτὸ αρκετὰ κουραστικός. Ο Άγιος, για να υπερνικά αυτὲς τις δυσκολίες, χρησιμοποιούσε κάποιο απλὸ αυτοκίνητο, για να διασχίσει τον βουνήσιο δρόμο, που οδηγούσε στο Μοναστήρι.
Σε μιὰ λοιπὸν τέτοια επίσκεψή του συνάντησε στο δρόμο του, μιὰ γερόντισσα, κι αμέσως κατάλαβε ότι κι αυτὴ κατευθυνόταν με τα πόδια προς το Μοναστήρι. Τότε ο Άγιος έκανε νόημα στον οδηγὸ να σταματήσει και προσκάλεσε τη γριούλα να ανέβει στο αυτοκίνητο, γιατί, όπως της εξήγησε, κι εκείνος πήγαινε όπου και αυτή.
– Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου, του απάντησε η γριούλα, αλλὰ εγὼ είμαι φτωχή.
Ο Άγιος τότε της χαμογέλασε και τη διαβεβαίωσε ότι δεν θα πλήρωνε τίποτε, μιὰ και το αυτοκίνητο ήταν νοικιασμένο απὸ εκείνον.
Τότε η γερόντισσα, του είπε:
– Δεν το ‘πα γι’ αυτό, παιδί μου. Αλλὰ επειδὴ εγὼ είμαι φτωχή, δεν έχω τίποτα άλλο να προσφέρω στον Άγιο, πέρα απὸ τον κόπο μου αυτό.
Τότε ο Άγιος χτύπησε μεμιάς το μέτωπό του ως ένδειξη κατάπληκτου θαυμασμού και μονολόγησε:
– Αχ, Ιουστίνε, έγινες Καθηγητὴς Θεολογίας, κι όμως! Την ευσέβεια αυτής της γερόντισσας απέχεις πολὺ, για να τη φτάσεις..
Στράφηκε τότε και πάλι στον οδηγό. Τον πλήρωσε, κατέβηκε απὸ το αυτοκίνητο και συνέχισε πεζὸς μαζὶ με τη γριούλα, τον υπόλοιπο δρόμο έως το Μοναστήρι.
https://proskynitis.blogspot.gr/2017/06/blog-post_13.html?m=1

Γιατί καί πῶς πρέπει νά διαβάζουμε τήν Ἁγία Γραφὴ


 Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς

 Ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο ἡ βιογραφία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο αὐτό. Καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἡ Καινὴ Διαθήκη εἶναι ἡ βιογραφία τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ σ’ αὐτὸ τὸ κόσμο. 
Μέσα σ’ αὐτὴ περιγράφεται πῶς ὁ Θεός, γιά νά δείξει τὸν ἑαυτὸ Του στούς ἀνθρώπους, ἔστειλε τὸ Θεὸ Λόγο, ὁ ὁποῖος σαρκώθηκε καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ σὰν ἄνθρωπος εἶπε στούς ἀνθρώπους, ὅλα ὅσα ὁ Θεὸςἔχει, ὅλα ὅσα ὁ Θεὸς ἐπιθυμεῖ γιά τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ γιά τοὺς ἀνθρώπους πού ζοῦν σ’ αὐτόν. Ἀποκάλυψε ὁ Θεὸς Λόγος τὸ σχέδιό Του στόν κόσμο. Ὁ Θεὸς Λόγος μὲ τή βοήθεια τοῦ λόγου, ἔδειξε τὸ Θεὸ στούς ἀνθρώπους, ὄσο εἶναι δυνατὸ ὁ ἀνθρώπινος λόγος νά περιλάβει τὸν ἀπερίληπτο Θεό. Ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο στόν κόσμο αὐτὸ καὶ στούς ἀνθρώπους πού ζοῦν σ’ αὐτόν, ὁ Κύριος τὸ ἔδωσε μέσα στήν Ἁγία Γραφή. Μέσα σ’ αὐτὴν ἔδωσε τίς ἀπαντήσεις γιά ὅλα τὰ ἐρωτήματα. Δέν ὑπάρχουν ἐρωτήματα πού νά βασανίζουν τὴν ἀνθρωπίνη ψυχὴ καὶ για τὰ ὁποῖα νά μὴν ἔχει δοθεῖ μέσα στήν Ἁγία Γραφὴ εἴτε ἄμεση εἴτε ἔμμεση ἀπαντήση. Οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦν νά ἐπινοήσουν περισσότερα ἐρωτήματα ἀπ’ ὄσες ἀπαντήσεις ὑπάρχουν μέσα στήν Ἁγία Γραφή. Τὸ ὅτι δέν βρίσκεις στήν Ἁγία Γραφὴ ἀπάντηση σὲ κάποιό σου ἐρώτημα, σημαίνει ἢ ὅτι ἔθεσες ἀσήμαντο ἐρώτημα ἢ ὅτι δέν μπόρεσες νά διαβάσεις τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ νά πάρεις τήν τελική ἀπάντηση.
 
Στήν Ἁγία Γραφὴ ὁ Θεὸς ἔδειξε:
 
1) Τὶ εἶναι ὁ κόσμος, ἀπό ποῦ προέρχεται, γιά ποιὸ λόγο ὑπάρχει, πρὸς τά ποῦ πορεύεται, ποῦ θὰ καταλήξει.
 
2) Τὶ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀπό ποῦ ἔρχεται, ποῦ πηγαίνει, ποία εἶναι ἡ οὐσία του, γιά ποιὸ λόγο ὑπάρχει, πῶς θὰ τελειωθεῖ.
 
3) Τὶ εἶναι τὰ ζῷα, τὶ εἶναι τὰ φυτά, γιά ποιὸ λόγο ὑπάρχουν; τὶ ἐξυπηρετεῖ ἡ ὕπαρξή τους; τὶ προσφέρουν;
 
4)Τὶ εἶναι τὸ καλό, ἀπό ποῦ προέρχεται, ποῦ ὁδηγεῖ, γιά ποιὸ λόγο ὑπάρχει, πῶς ἀποκτᾶται.
 
5)Τὶ εἶναι τὸ κακό, ἀπό ποῦ προέρχεται, πῶς ὑπάρχει, γιά ποιὸ λόγο ὑπάρχει, πῶς θὰ τελειώσει,
 
6)Τὶ εἶναι δίκαιοι καί τί ἁμαρτωλοί, πῶς ἀπὸ ἕναν ἁμαρτωλὸ βγαίνει δίκαιος καί πῶς ἕνας ἐπηρμένος δίκαιος μπορεῖ νά καταντήσει ἁμαρτωλός· πῶς ὁ ἄνθρωπος ὑπηρετεῖ τὸ Θεὸ καί πῶς τὸ διάβολο· ὁλόκληρος ὁ δρόμος ἀπὸ τὸ ἀγαθὸ ὡς τὸ κακό, ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς τὸ διάβολο.
 
7)Ὅλα, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος, ὁλόκληρος ὁ δρόμος τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τή σάρκα ὡς τὸ Θεό, ἀπὸ τή σύλληψή του μέχρι τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασή του.
 
8)Τὶ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου, ἡ ἱστορία τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,τὶ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, ποῖος ὁ δρόμος τους, ὁ σκοπὸς καὶ ἡ τελείωσή τους.
Γενικά, ὁ Θεὸς στήν Ἁγία Γραφὴ εἶπε ὅλα ὅσα χρειαζόταν νά πεῖ στούς ἀνθρώπους. Στήν Ἁγία Γραφὴ βρίσκεται ἡ βιογραφία τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τοῦ καθενὸς μας ἀνεξαιρέτως. Σ’ αὐτὴν ὁ καθένας μας μπορεῖ νά βρεῖ ὁλόκληρο τὸν ἑαυτὸ του νά παρουσιάζεται καὶ νά περιγράφεται λεπτομερῶς: ὅλες οἱ ἀρετές σου καὶ τὰ ἐλαττώματα πού ἔχεις καὶ δεν ἔχεις. Θὰ βρεῖς τοὺς δρόμους μέσῳ τῶν ὁποίων ἡ ψυχή σου καὶ ἡ ψυχὴ κάθε ἀνθρώπου, βαδίζει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στήν τελειότητα καὶ ὁλόκληρο τὸ δρόμο ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὡς τὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὡς τὸ διάβολο. Στήν Ἁγία Γραφὴ θὰ βρεῖς τρόπους ν’ ἀπελευθερωθεῖς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Θὰ βρεῖς μὲ μιά λέξῃ, ὃλη τὴν ἱστορία τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἁμαρτωλότητας, καὶ ὅλη τὴν ἱστορία τῆς ἀρετῆς καὶ τῶν δικαίων.
 
Εἶσαι θλιμμένος; στήν Ἁγία Γραφὴ θὰ βρεῖς παρηγορία. Εἶσαι λυπημένος; τή χαρά· εἶσαι θυμώδης; τή γαλήνη∙ εἶσαι ἐμπαθής; τή σωφροσύνῃ· εἶσαι ἄφρονας; τή σοφίᾳ· εἶσαι κακός; τήν καλωσύνη· εἶσαι ἐγκληματίας; τὸ ἔλεος καὶ τή δικαιοσύνῃ· εἶσαι μισάνθρωπος; τὴν ἀγάπη. Σ’ αὐτὴν θὰ βρεῖς φάρμακο γιά ὅλες σου τίς ἀτέλειες καὶ τὰ ἐλαττώματα, καὶ τροφὴ γιά ὅλες σου τίς ἀρετὲς καί τίς ἀσκήσεις. Εἶσαι ἀγαθός; ἡ Ἁγία Γραφὴ θὰ σὲ μάθει νά γίνεις ἀγαθότερος καὶ ἀγαθότατος. Εἶσαι εὐαίσθητος; αὐτὴ θὰ σὲ μάθει τὴν ἀγγελικὴ τρυφερότητα· εἶσαι ἔξυπνος; αὐτὴ θὰ σὲ μάθει τή σοφίᾳ· ἀγαπᾷς τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ὡραιότητα τοῦ τρόπου καὶ τοῦ λόγου; Δέν ὑπάρχει ὡραιότερος καὶ συγκινητικότερος ἀπὸ τὸ λόγο πού ὑπάρχει στο βιβλίο τοῦ Ἰώβ, καὶ τοῦ Σολομῶντος, καὶ τοῦ Δαβίδ, καὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, καὶ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου… Ἐδῶ ἡ μουσική, ἡ ἀγγελικὴ μουσικὴ τῆς αἰωνίας ἀληθείας τοῦ Θεοῦ, ντύθηκε μὲ ἀνθρώπινες λέξεις.
 
Ὄσο περισσότερο ὁ ἄνθρωπος διαβάζει καὶ μελετᾷ τὴν Ἁγία Γραφή, τόσο περισσότερο βρίσκει αἰτίες ὅλο καὶ πιὸ πολὺ νά τὴν μελετᾷ ἀσταμάτητα. Αὐτὴ εἶναι, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου, σὰν τὴν εὐωδιαστὴ ῥίζα, ποὺ ὅσο περισσότερο τρίβεται, τόσο περισσότερο εὐωδιάζει. Ὅσο βασικὸ εἶναι τὸ γιατὶ πρέπει νά διαβάζει κανεὶς τὴν Ἁγία Γραφή, τὸ ἴδιο ἐπίσης βασικὸ εἶναι τό πῶς πρέπει νά διαβάζει κανεὶς τὴν Ἁγία Γραφή.
 
Πῶς πρέπει νά διαβάζει κανεὶς τὴν Ἁγία Γραφή;
 
Οἱ ἅγιοι Πατέρες, μὲ ἐπικεφαλής τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τό Χρυσόστομο, εἶναι οἱ καλύτεροι καθηγητὲς σ’ αὐτό. Ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος, μποροῦμε νά ποῦμε, ἔγραψε τὸ πέμπτο Εὐαγγέλιο. Οἱ ἅγιοι Πατέρες συνιστοῦν σοβαρὴ προετοιμασία γιά τὴν ἀναγνώση καὶ τή μελέτῃ τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Καὶ ἡ προετοιμασία ἔγκειται σὲ τί; Καταρχὴν στή προσευχή. Προσευχήσου στό Κύριο νά φωτίσει τὸ νοῦ σου, ὥστε νά κατανοήσει τούς λόγους της, καὶ νά χαριτώσει τήν καρδίᾳ σου νά αἰσθανθεῖς τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων αὐτῶν καὶ τή ζωή. Συνειδητοποίησε ὅτι αὐτὰ εἶναι λόγια τοῦ Θεοῦ, ποὺ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀπευθύνει σὲ σένα. Ἡ προσευχή, σὲ σχέση μὲ τίς ἄλλες εὐαγγελικὲς ἀρετές, εἶναι ἡ καταλληλότερη γιά νά καταστήσει ἰκανὸ τὸν ἄνθρωπο νά κατανοήσει τὴν Ἁγία Γραφή.
 
Πῶς πρέπει να διαβάζεται ἡ Ἀγ. Γραφή;
 
Μὲ προσευχή, φόβο καὶ σεβασμό, γιατὶ σὲ κάθε λέξῃ ὑπάρχει καὶ ἀπὸ μιά σταγόνα αἰωνίας ἀληθείας, καὶ ὅλες οἱ λέξεις ἀποτελοῦν ἀπέραντο ὠκεανὸ τῆς αἰωνίας ἀληθείας. Ἡ Ἁγία Γραφὴ δέν εἶναι βιβλίο, ἀλλὰ ζωή. Γιατὶ οἱ λέξεις της «πνεῦμα καὶ ζωή ἐστιν» (Ἰωάν. 6,63), γι’ αὐτὸ μποροῦν νά γίνουν καταληπτὲς ἐάν τίς κάνουμε ψυχὴ τῆς ψυχῆς μας καὶ ζωὴ τῆς ζωῆς μας. Αὐτὸ εἶναι βιβλίο πού διαβάζεται μὲ ζωή, μὲ ἔργο. Πρῶτα ἀξίζει νά ζήσει κανεὶς καὶ μετὰ νά καταλάβει. Ἐδῶ ἰσχύει ὁ λόγος ἐκεῖνος τοῦ Σωτῆρα: «ἐάν τις θέλῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖν, γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν…» (Ἰωάν, 7,17). Δούλεψε γιά νά καταλάβεις. Αὐτὸ εἶναι βασικὸς κανόνας τῆς ὀρθόδοξης ἐρμηνευτικῆς. Συνήθως ὁ ἄνθρωπος στήν ἀρχὴ διαβάζει γρήγορα τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ μετὰ ὅλο καὶ πιὸ ἀργά, μέχρις ὅτου στό τέλος ἀρχίζει νά διαβάζει λέξῃ πρὸς λέξῃ. Γιατὶ σὲ κάθε λέξῃ ἀνακαλύπτει ἀτελειώτη ἀλήθεια καὶ ἄφατο μυστήριο. Κάθε μέρα Διαθήκης, ἀλλὰ παράλληλα μ’ αὐτὸ ἐξάσκησε καὶ μιά ἀρετή. Ἐξάσκησέ την μέχρις ὅτου σοῦ γίνει συνήθεια. Παραδείγματος χάριν ἐξάσκησε πρῶτα τή συγχώρεσῃ τῶν προσβολῶν. Αὐτὸ νά σοῦ γίνει καθημερινὸ καθῆκον, καὶ παράλληλα μὲ αὐτὸ εὔχου πρὸς τὸν Κύριο: «Κύριε ἀγαθέ, δῶσέ μου ἀγάπη γι’ αὐτούς πού μὲ προσβάλλουν». Καὶ ὅταν μετατρέψεις τὴν ἀρετὴ αὐτὴ σὲ συνήθεια, τότε θὰ σοῦ εἶναι εὐκολότερη κάθε ἄλλη μετὰ ἀπ’ αὐτήν, καὶ ἔτσι θὰ ἐργαστεῖς μὲ τή σειρὰ μέχρι τὴν τελευταία. Βασικὸ εἶναι νά διαβάζεις τὴν Ἁγία Γραφὴ ὄσο τὸ δυνατὸν περισσότερο. Ὅ,τι ὁ νοῦς δέν ἀντιλαμβάνεται θὰ τὸ αἰσθανθεῖ ἡ καρδία. Κι ἂν ἄκομα ὁ νοῦς σου δέν ἀντιλαμβάνεται καὶ ἡ καρδία σου δέν αἰσθάνεται, ἐσὺ ἐν τούτοις διάβαζε. Γιατὶ μὲ τὴν ἀναγνώση σπείρεις τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή σου· καὶ ὁ σπόρος αὐτὸς ἐκεῖ δέν θὰ καταστραφεῖ, ἀλλὰ βαθμιαία καὶ ἀπαρατήρητα θὰ περάσει στήν φύσῃ τῆς ψυχῆς σου, καὶ θὰ ἐκπληρωθεῖ σὲ σένα ὁ λόγος τοῦ Σωτῆρα, γιά τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, ὁ ὁποῖος: «βαλεῖ τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ καθεύδει καὶ ἐγείρεται νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ ὁ σπόρος βλαστᾶ καὶ μηκύνεται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός» (Μάρκ. 4,26 – 29). Βασικὸ εἶναι νά σπείρεις καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἐκεῖνος πού κάνει ν’ αὐξάνεται ἡ σπορά. Μόνο μὴ βιάζεσαι γιά τὴν ἐπιτυχία, ὥστε να μὴ μοιάσεις μὲ τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο πού σήμερα σπέρνει καὶ τὴν ἑπομένη θέλει νά θερίσει. Διαβάζοντας τὴν Ἁγία Γραφὴ μεταφέρεις τὸ φύραμα στή ζύμη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός σου, τὸ ὁποῖο σταδιακὰ αὐξάνεται, διαπερνᾶ τήν ψυχή μέχρις ὅτου διεισδύσει σ’ αὐτήν καὶ ζυμωθεῖ μὲ τὴν Εὐαγγελικὴ ἀλήθεια καὶ δικαιοσύνη. Τελικὰ ἡ παραβολὴ γιά τὸν σπορέα καὶ τὸ σπόρο μπορεῖ να ἐφαρμοσθεῖ στόν καθένα μας. Σὲ μᾶς δόθηκε μέσα στήν Ἁγία Γραφὴ ὁ σπόρος τῆς θεϊκῆς ἀληθείας. Διαβάζοντάς την, σπείρουμε τὸ σπόρο αὐτὸ στήν ψυχὴ μας. Καὶ αὐτὸς πέφτει καὶ σὲ πετρώδη καὶ σὲ ἀκανθώδη μέρη τῆς ψυχῆς ἀλλὰ κάτι πέφτει καὶ στήν καλὴ γῆ τῆς καρδίας μας καὶ φέρει καρπό. Καὶ ὅταν θὰ δεῖς τὸν καρπὸ καὶ τὸν δοκιμάσεις τότε ἀπὸ τήν γλυκύτητα καὶ τήν χαρά θὰ βιαστεῖς νά καθαρίσεις καὶ τὰ πετρώδη καὶ τὰ ἀκανθώδη μέρη τῆς ψυχῆς σου, νά ὀργώσεις καὶ να σπείρεις τὸ σπόρο τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ξέρετε πότε ὁ ἄνθρωπος εἶναι σοφὸς μπροστὰ στά μάτια τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ὅταν ἀκούει τοὺς λόγους καὶ τοὺς ἐκτελεῖ. Ἡ ἀρχὴ τῆς σοφίας εἶναι ἡ ὑπακοὴ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 7, 24). Κάθε λόγος τοῦ Σωτῆρα ἔχει τὴν ἰσχὺ καὶ τήν δύναμη νά θεραπεύει καί τίς φυσικὲς καί τίς ψυχικὲς ἀσθένειες. «Εἰπὲ λόγο, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. 8, 8). Ὁ Σωτῆρας «εἰπέ λόγο» καὶ θεραπεύθηκε ὁ δοῦλος τοῦ ἑκατοντάρχου. Ὅπως τότε, ἔτσι καὶ τώρα, ὁ Κύριος ἀδιάκοπα ἐπαναλαμβάνει τοὺς λόγους Του καὶ σὲ σένα καὶ σὲ μένα καὶ σ’ ὅλους μας. Μόνο πρέπει νά σταθοῦμε, νά ἐμβαθύνουμε σὲ αὐτοὺς καὶ νά τοὺς δεχθοῦμε μὲ τὴν πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου. Καὶ τὸ θαῦμα θὰ γίνει καὶ σὲ μᾶς. Καὶ θὰ θεραπευθεῖ ἡ ψυχὴ μας ὅπως ἀκριβῶς θεραπεύθηκε ὁ δοῦλος ἐκείνου. Γιατὶ στό Εὐαγγέλιο εἶναι γραμμένο καὶ τὸ ἀκόλουθο: «προσήνεγκαν αὐτῷ δαιμονιζομένους πολλοὺς καὶ ἐξέβαλε τὰ πνεύματα λό­γω καὶ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ἐθεράπευσεν» (Ματθ. 8,16).
 
Αὐτὸ κάνει καὶ σήμερα, γιατὶ «ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»(Ἔβρ. 13,8).
 
Στήν μέλλουσα κρίσῃ θὰ κριθοῦν ἐκεῖνοι πού δεν ὑπακοῦσαν στόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ θὰ εἶναι ἀνεκτότερη ἡ γῆ τῶν Σοδόμων καὶ τῆς Γομμόρας ἀπ’ ὅ,τι ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως γι’ αὐτοὺς (Ματθ. 10, 14 – 15). Πρόσεξε! Στήν τελικὴ κρίσῃ θὰ σοῦ ζητηθῖὶ λόγος, γιά τό τι ἔκανες μὲ τοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ, γιά τὸ ἂν τοὺς ὑπάκουσες καὶ υἱοθέτησες, ἂν χαιρόσουν ἢ ντρεπόσουν γι’ αὐτούς. Ἂν ντρεπόσουν γι’ αὐτούς, καὶ ὁ Θεὸς θὰ ντραπεῖ γιά σένα «ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων» (Μάρκ. 8, 38). Λίγες εἶναι οἱ λέξεις τῶν ἀνθρώπων πού δέν εἶναι ἔρημες καὶ κενές, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι λίγες ἐκεῖνες γιά τὶς ὁποῖες δέν θὰ κριθοῦμε (Ματθ. 12, 36). Γιά ν’ ἀποφύγει αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά μελετήσει καὶ νά μάθει τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, νά τὰ οἰκειοποιηθεῖ. Γιατὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Θεὸς τὰ ἀνακοίνωσε στούς ἀνθρώπους, γιά νά τὰ κάνουν κτῆμα τους καὶ μέσῳ αὐτῶν νά κάνουν δικὴ τους καὶ τὴν ἴδια τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Σὲ κάθε λόγο τοῦ Σωτῆρα ὑπάρχει περισσοτέρη αἰωνιότητα καὶ ἀφθαρσία, ἀπ’ ὅ,τι σ’ ὁλόκληρο τὸν οὐρανὸ καὶ σ’ ὁλοκλήρη τή γῇ μὲ ὁλοκλήρῃ τὴν ἱστορία τους. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος εἶπε: «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσιν» (Ματθ. 24,35). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι στούς λόγους τοῦ Σωτῆρα ὑπάρχει ὁ Θεὸς καὶ κάθε τι θεϊκό, γι’ αὐτὸ δέν θὰ παρέλ­θουν. Ὁ ἄνθρωπός πού τοὺς οἰκειοποιεῖται γίνεται πιὸ ἄφθαρτος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τή γῇ, γιατὶ μέσα σ’ αὐτοὺς ὑπάρχει μία δύναμη πού κάνει τὸν ἄνθρωπο ἀθάνατο καὶ αἰώνιο. Ἡ ἐκμάθηση τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐκπληρώσή τους κάνει τὸν ἄνθρωπο – συγγενῆ τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸ δήλωσε ὅταν εἶπε «Μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὖ­τοι εἶσιν οἱ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες» (Λουκ. 8, 21). Τοῦτο σημαίνει: ἀκούς, διαβάζεις τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ; εἶσαι κατὰ τὸ ἥμισυ ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ· τὸν ἐκτελεῖς; εἶσαι ὁλόκληρος ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ. Καὶ αὐτὸ εἶναι χαρὰ καὶ προνόμιο μεγαλύτερο κι ἀπὸ τὰ ἀγγελικὰ προνόμια. Μὲ τὴν ἐκμάθηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς ξεχειλίζει μία μακαριότητα στήν ψυχή πού δέν μοιάζει μὲ τίποτα τὸ γήινο. Ὁ Σωτῆρας αὐτὴν ἐννοοῦσε ὅταν εἶπε: «Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν» (Λουκ. 11, 28).
 
Μεγάλο εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Λόγου.
 
Τόσο μεγάλο ὥστε αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας, ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός, ὀνομάζεται στήν Ἁγία Γραφὴ Λόγος. Ὁ Θεὸς εἶναι Λόγος (Ἰωάν. 1,1). Ὅλοι οἱ λόγοι, ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὸν αἰώνιο καὶ ἀπόλυτο αὐτὸ Λόγο, εἶναι γεμάτοι Θεό, θεϊκὴ ἀλήθεια, αἰωνιότητα, δικαιοσύνη. Ἀκούς τοὺς λόγους αὐτούς; Ἀκούς τὸ Θεό. Τοὺς διαβάζεις; Διαβάζεις ἀπ’ εὐθείας τοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς – Λόγος ἔγινε σάρξ, ἔγινε ἄνθρωπος (Ἰωάν. 1, 14) καὶ ὁ βουβὸς καὶ βραδύγλωσσος ἄνθρωπος ἄρχισε νά ὀρθώνει λέξεις αἰωνίας ἀληθείας καὶ δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ.
Στούς λόγους τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει κάποιος χυμὸς ἀθανασίας ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἀναγνώση τῶν λόγων Του πέφτει σταγόνα -σταγόνα στήν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ζωογονεῖ ἀπὸ τὸ θάνατο καὶ τήν φθορά. Αὐτὸ ἀποκαλύπτει ὁ Σωτῆρας ὅταν λέει: «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντι μὲ ἔχει ζωὴν αἰώνιον… καὶ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (Ἰωάν. 5,24). Τοῦτο σημαίνει ὅτι μὲ τὴν ἀναγνώση, καὶ τὴν ἐκμάθηση τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ διδάσκεσαι τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητα διδάσκεσαι τὴν ἀθάνατη καὶ αἰώνια ζωή. Ἂν πιστεύεις σ’ αὐτοὺς τοὺς λόγους μ’ ὅλη σου τήν πίστη, ἔμαθες ἤδη τί εἶναι αἰώνια ζωή καὶ πέρασες ἀπὸ τὸ θάνατο στή ζωή. Γι’ αὐτὸ ὁ Σωτῆρας ἐπιμένει ἀποφασιστικά: «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐάν τις τὸν ἐμὸν λόγον τηρήσῃ, θάνατον οὐ μὴ θεωρήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. 8, 51).
 
Κάθε λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι γεμάτος Θεό, γι’ αὐτὸ ὅταν εἰσέρχεται στήν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν καθαρίζει ἀπὸ κάθε ῥύπο. Ἀπὸ κάθε Του λόγο βγαίνει δύναμη, ἡ ὁποία καθαρίζει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Γι’ αὐτὸ ὁ Σωτῆρας στό Μυστικὸ Δεῖπνο εἶπε στούς πάντα παρόντες ἀκροατὲς Του, στούς μαθητὲς Του, τοὺς λόγους ἐκείνους: «ἥδη ὑμεῖς καθαροὶ ἔστε διὰ τὸν λόγον, ὃν λελάληκα ὑμῖν» (Ἰωάν.15,3). Ὅ,τι εἶναι γραμμένο μέσα στήν Ἁγία Γραφή, ὁ Κύριος καὶ οἱ Ἀπόστολοι Του ὀνομάσαν λόγο Θεοῦ, λόγο Κυρίου (Ἰωάν. 17, 13 – Πρ. Ἀπ. 6, 2 -13, 46- 16,32-19, 20-Β ‘ Κορ. 2,17-Κολ. 1, 15 -Β’ Θεσ. 3, 1). Καὶ ἂν δέν τὸν διαβάζεις καὶ δέν τὸν δέχεσαι σὰν τέτοιο, τότε θὰ μείνεις στό σκοτάδι τῶν βουβῶν καὶ βραδύγλωσσων ἀνθρωπίνων λέξεων, τῶν κενῶν καὶ ἐρήμων.
 
Κάθε λόγος τοῦ Σωτηρὰ εἶναι γεμᾶτος ἀλήθεια καὶ ὅταν εἰσέλθει στήν ψυχὴ τὴν ἁγιάζει σ’ ὅλη τὴν αἰωνιότητα. Γι’ αὐτὸ ὁ Σωτῆρας ἀπευθύνει τήν προσευχή Του, πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα Του: «Πάτερ! ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστιν» (Ἰωάν. 17,17). Δέν δέχεσαι τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ σὰν λόγο τοῦ Θεοῦ, σὰν λόγο ἀληθείας; Αὐτὸ εἶναι ψέμα καὶ ὁ πατέρας τοῦ ψέματος πού βρίσκεται μέσα σου, ἐπαναστατεῖ κατ’ αὐτῆς τῆς ἀληθείας. Σὲ κάθε λόγο τοῦ Σωτῆρα ὑπάρχουν πολλὲς ὑπερφυσικὲς ἀλήθειες καὶ εὐλογίες. Καὶ αὐτὸ εἶναι πού χαριτώνει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ τὴν ἐπισκεφθεῖ. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος ὁλοκλήρη τὴν οἰκονομία τῆς σωτηρίας ὀνομάζει: «λόγον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. Ἀπ. 20, 32), «λόγον Ἀληθείας» (Ἐφ. 1, 13), «λόγον ζωῆς» (Φιλιπ. 2, 16).
 
Σὰν ζῶσα χαροποιὸς δύναμη, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ θαυματουργικὰ καὶ ζωοδοτικά, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τὸν ἀκούει καὶ τὸν δέχεται μὲ πίστη (Ἀ’ Θεσ. 2, 13). Ὅλα ἔχουν σπιλωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ καὶ ὅλα καθαρίζονται μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσευχή, τὰ πάντα, κάθε δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὡς τὸ σκουλήκι (Ἀ’ Τιμ. 4, 6). Μὲ τὴν ἀλήθεια πού ἔχει μέσα του, μὲ τήν δύναμη πού ἔχει, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καὶ δικνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἀρ­μῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς ἐνθυμησε­ων καὶ ἐννοιῶν καρδίας» (Ἔβρ. 4,12). Δέν ὑπάρχει τίποτα τὸ μυστικὸ μπροστὰ σ’ αὐτὸν καὶ γι’ αὐτόν. Γιατὶ κάθε θεῖος λόγος ἔχει μέσα του κάτι ἀπὸ τὸν αἰώνιο Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἔχει τήν δύναμη νά γεννᾷ καὶ ἀναγεννᾷ πνευματικὰ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ γεννώμενος ἀπ’ αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος, γεννιέται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Πάνω σ’ αὐτὸ βασιζόμενος καὶ ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Ἰάκωβος γράφει πρὸς τοὺς χριστιανούς, ὅτι ὁ Θεὸς τοὺς «ἀπεκύησε λόγον ἀληθείας» (1,18) καὶ ὁ ἅγιος Πέτρος τοὺς λέει ὅτι εἶναι «ἀναγεγεννημένοι διὰ λόγου ζῶντος Θεοῦ καὶ μένοντος στούς αἰῶνες» (Ἀ’ Πέτρ. 1, 23). Ὅλοι οἱ λόγοι, ποὺ εἶπε ὁ Θεὸς στούς ἀνθρώπους, προέρχονται ἀπὸ τὸν Αἰώνιο Λόγο, ποὺ εἶναι λόγος ζωῆς καὶ παρέχει αἰώνια ζωή.
 
Ζῶντας μὲ τὸ Λόγο αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος ἀναγεννιέται ἀπὸ τὸ θάνατο στή ζωή. Γεμίζοντας τὸν ἑαυτὸ του μὲ τὴν αἰώνια ζωή, ὁ ἄνθρωπος γίνεται νικητὴς τοῦ θανάτου καὶ κοινωνὸς θείας φύσεως (Β’ Πέτρ. 1, 4) καὶ ἡ μακαριότητά του δέν θὰ ἔχει τέλος.
 
Σὲ ὅλα αὐτὰ τὸ βασικό, τὸ βασικότερο, εἶναι ἡ πίστη καὶ τὸ αἴσθημα ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Γιατὶ μὲ τή θαλπωρή αὐτοῦ τοῦ αἰσθήματος ἀνοίγεται τὸ μυστήριο κάθε λόγου τοῦ Θεοῦ, ὅπως μὲ τή θαλπωρή τῶν ἀκτίνων τοῦ ἡλίου ἀνοίγει ὁ κάλυκας τοῦ εὐόσμου λουλουδιοῦ. Ἀμήν.
(Ἀνέκδοτη ὁμιλία τοῦ Ὁσίου Σέρβου θεολόγου)
https://paraklisi.blogspot.gr/2017/06/blog-post_341.html